Από το μακρινό 2020, στις περίεργες μέρες του covid, όταν και τον πρωτοάκουσα στο "Manga", μέχρι και τώρα, ο Jaul μου είχε ξεχωρίσει για τις ατάκες του και τις πολλαπλές αναφορές που κάνει στα verses του, καταδεικνύοντας μια πολυσχιδή προσωπικότητα, κάτι που έκανε εμφανές και στη συνέντευξή του στο κανάλι "Cool Geeks", αναφερόμενος σε επιρροές από Mick Jenkins μέχρι ΤΑΦ ΛΑΘΟΣ και ΔΠΘ. Οι επιρροές αυτές γίνονται εμφανείς και στο In Flux, βάζοντας πέρα από την βάση του πατροπαράδοτου boom bap όπου και πατάει καλά, στοιχεία από πιο funk και jazzy μουσικές στο πρώτο μισό, αλλά και από το πιο αφηγηματικό και γλαφυρό ύφος της μουσικής των ΨΥΧΟΔΡΑΜΑ στο δεύτερο.
Σε παρόμοιο μοτίβο και με τον τελευταίο δίσκο του στενού συνεργάτη και φίλου του, Stolen Mic, ο Jaul χωρίζει κάπως νοητά τον δίσκο σε δύο chapters, το πρώτο πιο funk και ξεσηκωτικό, ενώ το δεύτερο πιο μελαγχολικό, εσωστρεφές και περιγραφικό. Ενδεικτικό το πως ξεκινάει το με το "EMPARGKO", με ένα sample από την άπω ανατολή, hard-hitting boom bap drums και ανεξάντλητη ενέργεια και ατάκα από τον Jaul, σερβίροντας μας παράλληλα και το A-Game του στα hooks, χαρίζοντας ένα άκρως εθιστικό ρεφρέν. Ενδεικτικό του τι στιχουργική επίγνωση έχει και το πως κάνει τα verses του ακόμα πιο διαδραστικά, είναι το πως κλείνοντας το δεύτερο verse με την μελωδία του ρεφρέν, λέει «... αλλά μπερδεύτηκα, αυτή είναι η μελωδία απ’ το ρεφρέν», αλλά και το πως σε μία άλλη στιγμή σταματάει για λίγο το verse, ενώ εισπνέει βαριά και αμέσως μετά λέει «εντάξει, τουλάχιστον πήρα ανάσα». Στο ίδιο tempo συνεχίζει και στο "FTOU KAI VGAINO", όπου πάνω σε ένα βρώμικο bassline και ένα horror riffάκι , ο Jaul, συνοδευόμενος από ένα εξαιρετικό verse του Stolen Mic, ξεδιπλώνει την τεχνική του ευχέρεια και την παιχνιδιάρικα αλήτικη στιχομυθία του, ενώ τον ίδιο στιχουργικό πληθωρισμό συναντάμε και στο funky "RABONA", το οποίο έφερε στο δίσκο και μια νότα από ΗΜΙΣΚΟΥΜΠΡΙΑ. Είναι σχεδόν αδύνατο να αναφερθώ σε όλες τις ατάκες του δίσκου, αλλά μερικές ενδεικτικές, όπως το «Κι’ άμα ρίξεις ακόμα λιγάκι κλάμα, μπορεί να σε κάνω block, φώναζέ με Wembanyama» ή «μερικοί είστε τόσο φίδια, που όταν οι ηχολήπτες ακούνε τα κουπλέ σας, τους βάζουν εκατό κιλά de-esser», είναι αρκετοί για να σε ιντριγκάρουν να ακούσεις και τα υπόλοιπα.
Άξια αναφοράς σίγουρα είναι και η απροσδόκητη συνεργασία, κάπου στα μισά του δίσκου, με τους Fundracar "MIA MERA STO KENTRO", όπου ο Jaul μας διηγείται κυριολεκτικά μια τυπική του μέρα, με μπόλικη εσάνς χιούμορ και θεατρικότητας, με τον Μάριο από τους Fundracar να κάνει καλύτερα από όλους τον... Μάριο από τους Fundracar, αν και, προσωπικά το ταίριασμα τους στο κομμάτι ήταν λίγο βεβιασμένο, μιας και θα μπορούσε άνετα να σταθεί και μόνος του ο Jaul. Παρόμοια συναισθήματα έχω και για το feat του Άσαρκου στο "LOGOU LEPIDES", όπου ενώ ο Jaul, ειδικά στο ρεφρέν, έδωσε τον καλύτερό του εαυτό, το θρυλικό μέλος των ΒΗΤΑ ΠΕΙΣ ενώ έκανε καλύτερα από όλους...τον εαυτό του (και αυτό το λέω για κομπλιμέντο) νιώθω ότι θα ταίριαζε καλύτερα σε ένα πιο αφηγηματικό και low tempo κομμάτι, όπως και συνέβη στο "KAN’TO SIMERA" με τον ΤΑΦ ΛΑΘΟΣ.
Σε αλλαγή ύφους, με ένα πιο μελαγχολικό ηχόχρωμα, αλλά και με μια πιο αφηγηματική και ομολογητική γραφή, το "KAN’TO SIMERA" είναι ένα ακόμα παράδειγμα της τρομερής εξέλιξης του Jaul στο να γράφει ρεφρέν-ύμνους που θα τραγουδιούνται στο live ευλαβικά και η επιλογή του ΤΑΦ να κουβαλήσει αυτό το συναίσθημα ήταν κάτι παραπάνω από ταιριαστή, φέρνοντας μαζί του την καλύτερή του φόρμα (και την ίσως λίγο boomer οπτική του βέβαια). Το ίδιο φορτισμένο συναίσθημα ρέει και στο "PIO DYNATA", πάντα βέβαια με μια αισιόδοξη νότα εξιλέωσης, με τον JAUL να τονίζει την αποστροφή του προς το σύγχρονο τρόπο ζωής και τη σημασία που παίζει η αγάπη και τα έντονα συναισθήματα στη ζωή του, επισημαίνοντας πάντα τις δυσκολίες και τους δαίμονες που αντιμετωπίζει.
Η πιο απότομη βουτιά, βέβαια, στα άδυτα του ψυχισμού του πραγματοποιείται στο "KASTRO", όπου μας χαρίζει το πιο ποιητικό και ίσως συναισθηματικά φορτισμένο του verse. Αφηγείται το πως κατέστρεψε το αρχικό κάστρο στο οποίο ζούσε, πράξη που ενώ ήταν σωστή, ήταν τρομερά επίπονη, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο, καθώς στην ουσία κατέστρεψε ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του, φτάνοντας μέχρι και τον πάτο, αλλά μέσα από αυτό το σκοτεινό και βάναυσο ταξίδι, βρήκε την ψυχική δύναμη να χτίσει από την αρχή το δικό του έτσι όπως θέλει ο ίδιος, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο ίσως μια αλληγορία για την ψυχοθεραπεία και την επίπονη και ψυχοφθόρα διαδικασία του να έρχεσαι αντιμέτωπος με συνήθειες, πρότυπα και συμπεριφορές, με τις οποίες πορεύτηκες από μικρός και το πόσο δύσκολο αλλά και αναγκαίο είναι να τις αποποιηθείς και να τις επαναπροσδιορίσεις κατά τον ενήλικο βίο σου, καθορίζοντας εσύ τον εαυτό σου και τις επιθυμίες σου.
Σε εξίσου σκεπτικιστικό και ίσως σπαρακτικό ύφος κλείνει και το δίσκο στο "STROFES", όπου μας τονίζει την ανάγκη και την αγάπη του στη γραφή και στην έκφραση του συναισθηματικού του κόσμου, με τις στροφές στον τίτλο του κομματιού να έχουν ποικίλες σημασίες, όπως τις στροφές στο μονοπάτι της ζωής, τις στροφές που κάνει το μυαλό του, αλλά ακόμα και τις στροφές στα γραπτά του, κλείνοντας έτσι τον δίσκο με το πιο ταιριαστό θαυμαστικό.
Καταληκτικά, το IN FLUX έχει να προσφέρει ότι ακριβώς αναμένεις από τον τίτλο του. Μια ρευστή και μεταβατική συναισθηματικά κατάσταση στη ζωή του Jaul, γεμάτη εντάσεις, η οποία αποτυπώνεται άψογα και στο χαρτί. Από τις εξυπνάδες, την ατέρμονη ενέργεια του και τον αντισυστημικό του χαρακτήρα, μέχρι και τις ανασφάλειες και τα σκοτάδια του, το IN FLUX είναι ένα αρκετά καλό πορτραίτο του καλλιτέχνη του, με ίσως κύριο μελανό του σημείο την επιλογή να πορευτεί με έναν μόνο παραγωγό, μιας και η ίδια πολυμορφία στο στίχο, αλλά και στις μελωδίες στα ,εμφανώς βελτιωμένα, ρεφρέν του δεν αποτυπώνεται απόλυτα και στην ηχητική παλέτα. Ωστόσο, οι λακκούβες του δίσκου αυτού είναι σίγουρα αμελητέες σε σχέση με τις κορυφές του, και καθιστά την παρουσία του Jaul στην ελληνική ραπ σκηνή, ακόμα πιο ηχηρή και σημαντική.






