Julinko – Naebula

Τα τελευταία χρόνια, πίσω από το ψευδώνυμό της, η Ιταλίδα συνθέτις Giulia Parin Zecchin ρίχνει σκιές (καθόλου μεταφορικά δεν το λέω αυτό) πάνω σε όσους τολμούν να περάσουν το κατώφλι του κόσμου της. Μέσα από την παρουσία της στη βορειοανατολική ιταλική σκηνή και τη νέα πορεία της μέσα από την Maple Death Records, η Julinko λειτουργεί σαν ένας απόκοσμος οργανισμός σε συνεχή μετάλλαξη. Σε κάθε κυκλοφορία αλλάζει δέρμα, αφήνει πίσω της κάτι μισοκαμένο, κάτι ατελές, κάτι επίτηδες ανολοκλήρωτο. Και κάπως έτσι φτάνουμε σήμερα στο Naebula, το οποίο φυσικά αποτελεί όχι μόνο την πιο πρόσφατη κυκλοφορία της, αλλά και ένα νέο, πιο ιδιαίτερο ρήγμα, στο δικό της ηχοτοπίο. Βέβαια, εδώ έχουμε να κάνουμε με ίσως το πιο ανοιχτό, αλλά ταυτόχρονα και το πιο εσωστρεφές έργο της. Σαν ένα παράδοξο που δεν μπορεί να ζητάει εξήγηση. 

Το Naebula, το πέμπτο άλμπουμ της, κινείται μέσα σε μια σχεδόν θρησκευτική προσήλωση στον ήχο. Όχι θρησκεία σε σχέση με το θείο, αλλά περισσότερο σαν μια λειτουργία χωρίς σωτηρία. Η Julinko εδώ εμφανίζεται εύθραυστη και σκοτεινή ταυτόχρονα, σαν να ψάχνει το ίδιο της το όριο την ώρα που το ξεπερνά. Η ακρόαση στα περισσότερα σημεία του άλμπουμ θυμίζει τελετουργία, με στρώσεις ήχου που ανοίγουν σαν πληγές, φωνές που έρχονται και φεύγουν σαν φαντάσματα, και μια αίσθηση διαρκούς μετατόπισης, σαν να βρίσκεσαι στο κατάστρωμα ενός πλοίου που ετοιμάζεται να μπει μέσα σε μια καταιγίδα και δεν ξέρεις αν θα καταφέρει να "πιάσει" επόμενο λιμάνι. 

Από την αρχή, με εκείνο το όργανο στο εισαγωγικό "Osmos" που ανοίγει σαν μαύρο χασμουρητό από τα σωθικά κάποιου άγνωστου βάθους, γίνεται σαφές ότι αυτό το «άλμπουμ» θα σε βάλει σε μια κατάσταση. Το "Osmos" που χύνεται αργά μέσα στο "Peace of the Unsaid" είναι οι πρώτες αναφορές που θα βάλουν τον ακροατή στα συγγενικά πεδία με τη μυστικιστική ένταση των πρώτων γυναικείων ονομάτων που δόξασαν τη δεύτερη περίοδο της 4AD, εκείνα που οι μύστες μιας εποχής ξεχώρισαν για την τελετουργική φωνητική σωματικότητα τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι τα κομμάτια της Julinko εγκλωβίζονται εύκολα σε αναφορές. Είναι περισσότερο σαν να περνάνε από τα ίδια μονοπάτια, αλλά τη νύχτα, χωρίς φως, και χωρίς οδηγίες.

Το "Cloudmachine" εμφανίζεται σαν ένα σώμα που δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να σταθεί όρθιο ή να σωριαστεί. Ο οργανικός του σκελετός τρικλίζει, σαν τραυματισμένο ζώο που ψάχνει απεγνωσμένα ένα καταφύγιο, αλλά βρίσκει μόνο το ίδιο του το λαχάνιασμα. Είναι από τις στιγμές που η Julinko πλησιάζει περισσότερο σε μια «τραγουδιστική» φόρμα, αλλά ακόμη κι εδώ, δεν υπάρχει καμία πρόθεση κανονικότητας. Η δομή παραμένει ανήσυχη, σχεδόν αναρχική, σαν να διαλύεται την ίδια στιγμή που πάει να συγκροτηθεί και τελικά παραδίνεται σε ένα μεγάλο αφημένο κενό στο τέλος. Και αυτό είναι που το κάνει να πονάει λίγο παραπάνω, γιατί για μια στιγμή νομίζεις ότι μπορείς να το πιάσεις, να το κρατήσεις, να το έχεις, και μετά σου γλιστράει. Το "Cloudmachine" μοιάζει σαν να είναι η πιο ανθρώπινη ρωγμή του δίσκου, όχι φυσικά γιατί είναι πιο «προσβάσιμο», αλλά γιατί εκθέτει αυτή την αδέξια, σχεδόν ντροπιαστική ανάγκη για μορφή, μέσα σε έναν κόσμο που επιμένει να παραμένει άμορφος.

Και σαν να μην έφτανε αυτή η εύθραυστη ισορροπία, το "Skin Dress" που ακολουθεί έρχεται να βυθίσει ακόμη πιο βαθιά τη βελόνα. Ένα κομμάτι λυπημένο, όχι με τη ρομαντική έννοια, αλλά με εκείνη τη βαριά, σχεδόν σωματική λύπη που κάθεται στο στήθος και δεν λέει να φύγει, σαν το feedback που σέρνεται στο τέλος του. Εδώ, οι κιθάρες της Julinko πενθούν. Απλώνονται σε ένα θολό, σχεδόν τελετουργικό πέπλο, σαν να θάβουν κάτι που δεν κατονομάζεται ποτέ. Υπάρχει μια παράξενη ακινησία ενώ τα στατικά ακόρντα παίζουν μονότονα, σαν να έχει παγώσει ο χρόνος για λίγα λεπτά. Και μέσα σε αυτή την παύση, η φωνή της Julinko σε οδηγεί σαν μια σκιά που μπορεί να περνάει μέσα από τοίχους. Και κάπου εκεί, σχεδόν άθελά σου, νιώθεις ότι ο δίσκος αρχίζει να σε τραβάει πιο μέσα απ’ όσο είχες υπολογίσει. Στο ανήσυχο περιβάλλον του "Unleash", σε σημεία μοιάζει σχεδόν εχθρικό, σαν να περπατάς σε έδαφος που υποχωρεί και δεν ξέρεις γιατί χάνεις τα βήματά σου. Η φωνή της Julinko παλεύει ήρεμα, και ταλαντεύεται ανάμεσα σε θρήνο και απόγνωση, σε μια διαρκή εκκρεμότητα που δεν βρίσκει ποτέ ισορροπία. Και εκεί που νομίζεις πως κάτι πάει να σταθεροποιηθεί, μια μελωδία, μια ανάσα, ένα ίχνος γείωσης, έρχεται η ξαφνική παραμόρφωση και το διαλύει. Σαν μια πράξη θέλει να τσακίσει, εσκεμμένα, κάθε πιθανότητα παρηγοριάς. 

Το "Jeanne De Rien" έρχεται με έναν υπόγειο ρυθμό, σχεδόν μηχανικό, ψυχρό, επαναληπτικό, σαν σκελετός πάνω στον οποίο χτίζεται ένα εκτενές μάντρα. Και αυτή η αντίθεση είναι που σε διαλύει σιγά σιγά: πειθαρχία από τη μία, αποσύνθεση από την άλλη. Η φωνή κινείται σαν σκιά πάνω σε αυτό το ρυθμικό βάδισμα, όχι για να το υπηρετήσει, αλλά για να το υπονομεύσει. Οι εικόνες που γεννά το κομμάτι είναι σχεδόν κινηματογραφικές, αλλά όχι με τον εύκολο τρόπο. Πιο κοντά σε εκείνα τα άδεια, στοιχειωμένα τοπία που θα μπορούσαν να ανήκουν σε μια ταινία του Ben Wheatley, όπου τίποτα δεν εξηγείται, αλλά όλα υπονοούνται. Χωράφια χωρίς ανθρώπους, αλλά γεμάτα παρουσία και μια σιωπή που δεν είναι ποτέ πραγματικά σιωπή.

Και μετά έρχεται το "Kiss the Lion’s Tongue", εννέα λεπτά που απλώνονται σαν κάτι που θέλει να σε καταπιεί. Η Julinko στήνει εδώ ένα παρατεταμένο drone, σχεδόν υπνωτικό, που σε τυλίγει με μια απαλή, σχεδόν παραπλανητική ατμόσφαιρα, σαν ηρεμία πριν από κάτι που δεν θα έρθει ποτέ. Και πάνω σε αυτό το υπόστρωμα, οι φωνές της γλιστρούν, χάνονται και εμφανίζονται ξανά, πολλαπλασιάζονται, γίνονται ίχνος, γίνονται αέρας. Υπάρχει κάτι σχεδόν τρυφερό εδώ και αυτό είναι που το κάνει επικίνδυνο. Γιατί για πρώτη φορά νιώθεις ότι ο δίσκος δεν σε απωθεί, αλλά σε δέχεται. Και ακριβώς τη στιγμή που αρχίζεις να χαλαρώνεις μέσα σε αυτή την αιώρηση, το κομμάτι αρχίζει να σβήνει. Διαλύεται. Σαν να το ρουφάνε αργά κάποια αόρατα, «μαγικά» φίλτρα που πνίγουν το drone μέχρι να μην μείνει τίποτα παρά μόνο η αίσθηση ότι κάτι πέρασε από μέσα σου.

Το δίλεπτο "Throw Ashes!" είναι ένας σύντομος παροξισμός παραμόρφωσης, σαν ένα ξεσκισμένο στρώμα από ένα παλιό κρεβάτι στο οποίο μπορεί να είχε κοιμηθεί και η PJ Harvey κάποια φορά εκεί... Το "Samadhi" ανοίγει σαν μια παράξενη υπόσχεση λύτρωσης, θριαμβευτικά, η φωνή εμφανίζεται από την αρχή σαν προετοιμασία, ένα όργανο απλώνεται αργά και σε τραβάει μαζί του, προς μια εσωτερική σιωπή, σου ζητάει να εγκαταλείψεις κάτι, δεν σου λέει τι... Η Julinko εδώ δεν παλεύει, δεν θρηνεί, δεν αποδομεί. Απλώς αφήνει τον ήχο να υπάρξει. Και μέσα σε αυτή την απλότητα, που μόνο απλή δεν είναι, συμβαίνει κάτι παράξενο, αφού για πρώτη φορά δεν νιώθεις ότι ο δίσκος σε σπρώχνει ή σε δοκιμάζει. Νιώθεις ότι σε αφήνει. Με κάτι σαν παραισθησιογόνο, με κάτι παιδικό, χαμένο από κάποιο περασμένο όνειρο, ένα κομμάτι ("Ora et Devura") που κλείνει το άλμπουμ χωρίς να το κλείνει κανονικά. Η μελωδία του μοιάζει να έρχεται από κάποιο περασμένο όνειρο, μισοσβησμένο, σαν εικόνα από ταινία VHS που έχει λιώσει στις άκρες. Δεν κορυφώνει, δεν εξηγεί, δεν αποχαιρετά. Απλώς επιμένει για λίγο ακόμα, όσο χρειάζεται για να αφήσει ένα αποτύπωμα που δεν μπορείς να ορίσεις.

Και όταν το Naebula τελειώνει, δεν αφήνει πίσω του σιωπή, αφήνει ένα ίχνος. Σαν κάποιες παλιές, ξεθωριασμένες κασσέτες που τελειώνουν, σωπαίνουν και μετά ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι είχες αφήσει ένα άλλο στρώμα ήχου από κάτω, ένα άλλο τραγούδι,  που σου πετάγεται πριν το τέλος της πλευράς...  Και κάπου εκεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, αρχίζεις να αμφιβάλλεις: ήταν όντως αυτός ο δίσκος που άκουσες, ή ήταν η ιδέα του;

Ίσως τελικά το Naebula να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια διαρροή. Ένα ρήγμα στον χρόνο, απ’ όπου περνούν ήχοι που δεν θα έφταναν ποτέ κανονικά σε εμάς.

Και τώρα που τελείωσε, συνεχίζει.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured