Mandy, Indiana

Οι Mandy, Indiana δεν είναι πια το «νέο όνομα που γεφυρώνει rock και club κουλτούρα». Με το URGH μοιάζουν περισσότερο με σχήμα που δοκιμάζει τα όρια της ίδιας του της μεθόδου, όχι για να δει αν ακόμα μπορεί να εντυπωσιάσει, αλλά για να δει αν αντέχει. Και δύο χρόνια μετά το I’ve Seen a Way, όπου η ένταση λειτουργούσε ως βασικό εργαλείο διαφοροποίησης από πιο «δοκιμασμένα» crossover σχήματα, το URGH είναι πιο απρόβλεπτο, πιο ανήσυχο, περισσότερο «πειραματικό» και λιγότερο καθοδηγητικό. Η διαδικασία δημιουργίας του, ηχογραφημένο μεταξύ Βερολίνου και Μάντσεστερ, εν μέσω προβλημάτων υγείας για τα μέλη της μπάντας, αφήνει ένα μικρό αποτύπωμα νευρικότητας, και όχι απαραίτητα μουσικής συνοχής. Αυτό δεν λειτουργεί πάντα εις βάρος του δίσκου, αν και συχνά τον κάνει να μοιάζει περισσότερο με καταγραφή κατάστασης παρά με μια ολοκληρωμένη δήλωση.

Το άνοιγμα με το "Svestopol" είναι χαρακτηριστικό: η φωνή της Valentine Caulfield περνά από autotune, distortion και κάθε είδους ψηφιακή παραμόρφωση, πλέκοντας γύρω από έναν σκελετό κατεστραμένων beats που θυμίζει post-Yeezus industrial hip hop. Η ένταση είναι άμεση, αλλά το κομμάτι αποσυντίθεται σχεδόν πριν προλάβει να σταθεροποιηθεί, σαν να αρνείται συνειδητά οποιαδήποτε μορφή άνεσης, ακόμα και όταν το pad σκεπάσει (και καθησυχάσει) το τέλος του. Το "Magazine", γνωστό ήδη από την προ-κυκλοφορία του, είναι πιο ευανάγνωστο: live drums, loops, φωνητικές εκρήξεις και ψίθυροι που κορυφώνονται σε μια απότομη post-hardcore κατάρρευση. Η μουσική ακολουθεί το βάρος των στίχων χωρίς να τους «υπογραμμίζει» υπερβολικά, κάτι που ευλόγως λειτουργεί υπέρ της έντασης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το "A Brighter Tomorrow", όπου οι Mandy, Indiana επιβραδύνουν και αφήνουν χώρο να αναπνεύσουν τα industrial στοιχεία της μουσικής τους. Εδώ φαίνεται καθαρότερα η δυναμική τους: οι λούπες και τα λιγοστά χτυπήματα σχηματίζουν κάτι πιο κοντά σε τραγούδι, δίνοντας στη φωνή κεντρικό ρόλο. Αυτή η στιγμή λειτουργεί ως απαραίτητη ανάσα και κάνει τα επόμενα κομμάτια (όπως το "Life Hex", με το μπλεγμένο feedback και τις απότομες ρυθμικές μετατοπίσεις του), να αποκτούν μεγαλύτερη αιχμή.

Παράλληλα, οι στίχοι της Caulfield δεν περιορίζονται στο εσωτερικό τοπίο και συχνά στρέφονται καθαρά προς τον κόσμο γύρω μας. Και η διάθεση των Mandy, Indiana να αποδομούν και να ξαναχτίζουν τις ίδιες τους τις συνθέσεις μετατρέπει κάθε κομμάτι σε μια αυτόνομη, ανορθόδοξη διαδρομή. Το "Dodecahedron" λειτουργεί ως έκκληση ενάντια στην απάθεια απέναντι στην καταπίεση. Το "Life Hex" πνίγεται μέσα σε έναν βιομηχανικό όγκο που ασκεί πραγματική σωματική πίεση, ενώ η ψυχρή, αιχμηρή ηλεκτρονική του λογική λειτουργεί σαν ηχητική κινούμενη άμμος: όσο περισσότερο προσπαθείς να βρεις σταθερό ρυθμικό έδαφος, τόσο πιο βαθιά σε τραβάει. Οι υφές τρίβονται μεταξύ τους, μέχρι να σκάσουν τα hi-hats που μετατοπίζονται διαρκώς και το κομμάτι αρνείται πεισματικά κάθε αίσθηση ισορροπίας, μετατρέποντας την ακρόαση σε εμπειρία αντοχής περισσότερο παρά σε απλή κατανάλωση ήχου. Αντίστοιχα, στο "ist halt so" μια παράξενη, σχεδόν ειρωνική αίσθηση funk μεταφράζεται σε art-punk και αποδομημένο club ήχο, με νευρικά toms και παλαμάκια που χτίζουν ένταση πριν το κομμάτι εκτροχιαστεί στιγμιαία σε hardcore techno. Και αυτή η ελεγχόμενη αταξία θυμίζει την περσινή, σκοτεινή υπερδιέγερση του hexed! της aya.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, το "Sicko!" φέρνει μια απρόσμενη στροφή με τη συμμετοχή του billy woods, του οποίου το guest verse (με τη φράση «harm reduction is hiding the body so they can keep hope alive») λειτουργεί σαν ψυχρό σχόλιο πάνω στην παράνοια και τη στρεβλή λογική της σύγχρονης ύπαρξης. Είναι στιγμές όπου ο δίσκος δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον κόσμο·, απλώς τον βάζει να κοιταχτεί στον καθρέφτη γυμνός, με όλες τις ρωγμές του εκτεθειμένες.

Τα κρουστά που ανοίγουν το "Cursive" σε βάζουν από νωρίς σε θέση ετοιμότητας, σαν τελετουργικό κάλεσμα για ένα techno–παγανιστικό ταξίδι χωρίς χάρτη. Η Caulfield τραγουδά στα γαλλικά και σε παρασύρει στη δίνη χωρίς να σου εξηγεί πού πας και γιατί, απλώς σε τραβάει μέσα. Σαμπλαρισμένες φωνές πετάγονται από δεξιά και αριστερά, σε βομβαρδίζουν από το πεδίο μάχης του στερεοφωνικού τοπίου, μέχρι που το techno σκληραίνει, αγριεύει, γίνεται punk. Και τότε το κομμάτι σκάει, πέφτει, διαλύεται, ξανασηκώνεται μισοτραυματισμένο και αρχίζει πάλι να τρέχει μανιασμένα, σαν σώμα που αρνείται να μείνει κάτω.

Το τελευταίο κομμάτι, "I'll Ask Her" ωστόσο, δίνει το πιο καίριο, και δικαιολογημένο, χτύπημα: μια ευθεία επίθεση στη bro-culture και στον βαθιά ριζωμένο μισογυνισμό που συγκαλύπτει σεξουαλικούς θύτες στο όνομα της «κανονικότητας». Τραγουδισμένο στα αγγλικά, είναι φτιαγμένο για να ακουστεί και να γίνει κατανοητό από όλους. Είναι, χωρίς υπερβολή, από τα πιο ωμά punk attitudes που έχουμε ακούσει εδώ και καιρό: με στοιχειωτική ακρίβεια στην αποτύπωση της υποκρισίας, του gaslighting και της συστηματικής άρνησης των ανδρών να αναλάβουν ευθύνη.

Το URGH συνομιλεί έμμεσα με το λεξιλόγιο της hyperpop, όχι ως αισθητική ταυτότητα αλλά ως σύνολο τεχνικών: κοφτά stop-starts, υπερκορεσμένες υφές, βιομηχανικά drones, και πάνω απ' όλα μια ρυθμική αστάθεια που θυμίζει χίλια πράγματα. Εδώ όμως αυτές οι ιδέες έχουν ενσωματωθεί σε μια πιο «γλυπτική» rock δομή, δείχνοντας ότι το είδος δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά ίσως έχει μεταλλαχθεί και συνεχίζει ακάθεκτο να πρωταγωνιστεί σε ένα αβέβαιο body-horror movie. Γι' αυτό και η όποια συγγένεια με άλλα σχήματα όπως οι Pain Magazine ή οι Gilla Band μοιάζει περισσότερο λειτουργική παρά επιφανειακή.

Αν το δεις, ψύχραιμα, όμως, το URGH δεν είναι δίσκος που θα σε κερδίσει εύκολα, αλλά πάλι δεν ζητά επαναλαμβανόμενες ακροάσεις για ευχαρίστηση. Είναι όμως ένα έργο που δείχνει μια μπάντα πρόθυμη να ρισκάρει τη δική της φόρμα, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι κάποια σημεία μοιάζουν ηθελημένα ατελή ή μεταβατικά. Δεν είναι απαραίτητα το άλμπουμ που «ορίζει» τους Mandy, Indiana, αλλά είναι αυτό που καταγράφει με ακρίβεια πού βρίσκονται σήμερα: σε μια στιγμή έντασης, αβεβαιότητας και (δημιουργικής) υπερφόρτωσης. Και αυτό, από μόνο του, έχει σημασία για μια μπάντα που δεν ενδιαφέρεται να παγιώσει ταυτότητα, αλλά να αποτυπώσει πιστά το θόρυβο, τη σύγχυση και τις αντιφάσεις της σύγχρονης ζωής.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured