Sleaford Mods

Τρία χρόνια είναι ένα τίποτα στο ημερολόγιο και ένας αιώνας στο νευρικό μας σύστημα. Από το UK Grim (10 Μαρτίου 2023) μέχρι το The Demise of Planet X (σήμερα,16 Ιανουαρίου 2026), το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρώπη, ο κόσμος, ο πλανήτης δεν άλλαξαν απλώς "λίγο". Έχουν σπάσει σε μικρά, καθημερινά κομμάτια, σαν τσιμέντο στο δρόμο που δεν αντέχει άλλο και σπάει αθόρυβα κάτω από τα βήματα ενός πλανήτη, ενώ αυτός κάνει πως δεν ακούει. Οι Sleaford Mods, όμως, είναι η μπάντα που πάντα άκουγε αυτόν τον ήχο της αποσύνθεσης ως ρουτίνα και όχι ως κάποια ξαφνική πολεοδομική βλάβη.

Το UK Grim είχε κάτι από "οργισμένη λειτουργία", πιο dancefloor-friendly, πιο σφιχτό, με την ειρωνεία του Williamson να πετάγεται σαν σπασμένο γυαλί στο πεζοδρόμιο (χωρίς να ξεχνάει να χρησιμοποιεί τις λέξεις "fucking" και "cunt" σε κάθε κομμάτι) και τον Fearn να του στρώνει πεζοδρόμια από beats... Aυτά τα μίνιμαλ ηλεκτρο-punk χαλιά που κάνουν την αθλιότητα να χορεύει χωρίς να χρειάζεται να ξεπλένεται. Αλλά τότε υπήρχε ακόμη η ψευδαίσθηση ότι η βρωμιά είναι "θέμα", μια αισθητική επιλογή, κάτι που το τραγουδάς για να το ξορκίσεις.

Σήμερα, τα πράγματα είναι αλλιώς. Και στο The Demise of Planet X η βρωμιά δεν είναι θέμα. Είναι γενικό κλίμα. Είναι η ατμόσφαιρα. Δεν έρχεται καμιά Αποκάλυψη, γιατί, όπως το πιάνει δηλητηριωδώς και το Quietus, "η αποκάλυψη έχει ήδη συμβεί" και αυτό που μένει είναι το μενού των μικρών εξευτελισμών: η φτήνια ως κανονικότητα, το χιούμορ ως παυσίπονο, και η παρακμή ως retail εμπειρία.

Και μουσικά, ναι: δεν είναι "επανάληψη με άλλους τίτλους" που πολλοί θα τρέξουν να πουν. Πολύ εύκολο για να το διακρίνεις έτσι αν δεν θέλεις να χαθείς λίγο στην αλήτικη πολυλογία που σου φτύνει στα μούτρα ο Williamson. Nαι, είναι οι ίδιοι δύο τύποι που επιμένουν στο ίδιο ακατέργαστο φορμάτ, αλλά το ανοίγουν προς τα έξω, σαν να παραδέχονται ότι το 2026 κανείς δεν μπορεί να φωνάξει μόνος του, πρέπει να φωνάξει μέσα από άλλους. Γι’ αυτό και οι (κάποιες απρόσμενες) συμμετοχές εδώ έχουν κουβαλούν ένα ειδικό βάρος χωρίς να αποτελούν ντεκόρ δημοσιότητας: Gwendoline Christie, Aldous Harding, Sue Tompkins, Big Special, Liam Bailey, Snowy, όλες φωνές που λειτουργούν σαν καθρέφτες διαφορετικών "βρετανικών" νευρώσεων, διαφορετικών τάξεων, και διαφορετικών τρόπων να αντέχεις.

Ο Williamson παραμένει ο ίδιος καυστικός αφηγητής που σε κοιτάει σαν να είσαι συνένοχος: spoken-word, βρισίδι, σάτιρα, και αυτό το σπάνιο ταλέντο να κάνει το κοινωνικό σχόλιο να ακούγεται σαν καβγάς έξω από την παμπ στις 2:00 το πρωί. Όμως η διαφορά από το UK Grim είναι η θερμοκρασία. Τότε έβραζε. Τώρα ο "Πλανήτης Σκατά" φέρνει μόνο απομόνωση, καίει ψυχρά, σαν καλοριφέρ που μπορεί να δουλεύει στο ρελαντί, αλλά το σπίτι παραμένει παγωμένο. Ακόμη και όταν πετάει "gags" και ωμή γλώσσα (όπως στο μοναδικό "Gina Was"), το βάρος είναι πιο "ήσυχο", πιο ηχητικά βλαμμένο και συνάμα πιο ζοφερό, γιατί ξέρουν πλέον πώς οι πιο λείες γωνίες κάνουν την όποια απειλή πιο πραγματική, όχι πιο εύπεπτη. Η Βρετανία των τελευταίων τριών ετών μοιάζει να έμαθε να ζει με λιγότερη αξιοπρέπεια ανά τετραγωνικό, και να το βαφτίζει "ρεαλισμό". Και όταν σου το λένες αυτό οι Sleaford Mods δεν κάνουν κάποια διάγνωση από απόσταση, είναι δύο τύποι μέσα στο ίδιο το σύμπτωμα. Και το The Demise of Planet X έρχεται να σου δείξει το τελικό αποτέλεσμα: ένα τοπίο όπου η αγανάκτηση δεν είναι πια έκτακτη κατάσταση. Είναι η νέα κανονικότητα, σε λούπα, με ρυθμό που σε κρατά όρθιο ενώ μέσα σου έχεις κλατάρει και δεν μπορείς να πάρεις τα πόδια σου.

Το "The Good Life" είναι η στιγμή που το άλμπουμ σκάει στα μούτρα σου και αρχικά μοιάζει σαν να κάνει σάτιρα με σφιγμένα δόντια, αλλά αφήνει ένα ουρλιαχτό να περάσει από μέσα του και κάπου εκεί μπαίνει η Gwendoline Christie που κουβαλάει τη θεατρική της στόφα, αλλά εδώ βγάζει μια γδαρμένη κραυγή, ανθρώπινη, σχεδόν εξομολογητική. Θυμίζει εκείνες τις σπαρακτικές εισβολές της Eve Libertine στους Crass σαν μια δημόσια κατάθεση, σαν να ανεβαίνει κάποιος στο μικρόφωνο για να πει «δεν είμαι καλύτερος, απλώς είμαι εδώ και πονάω». Πάνω σε αυτό το σφιχτό beat, ο Williamson κάνει τα γνωστά του ακροβατικά ανάμεσα σε χλευασμό και παράκρουση και μετά έρχεται το ρεφρέν σαν ψεύτικη υπόσχεση που γίνεται αλήθεια μόνο για μερικά δευτερόλεπτα. Η επανάληψη του "I can see a phantom" από τους Big Special είναι το φάντασμα της εποχής: το βλέπεις παντού (στα awards, στις πόζες, στα joyless faces, στο polished turd της βιομηχανίας), αλλά δεν μπορείς να το πιάσεις. Κι εκεί, ανάμεσα σε βρισίδι, αυτοαπέχθεια και παραληρηματικές εικόνες, το κομμάτι πετυχαίνει κάτι σπάνιο: κάνει την ελευθερία να ακούγεται σαν κάτι που πονάει στο στήθος όταν αναπνέεις.

Το "Double Diamond" πατάει πάνω σε μια ακαταμάχητη, κολλητική μελωδία κι εκεί πάνω στην ήρεμη επιφάνειά της, ο Williamson ρίχνει λάσπη και αλήθειες, ενώ υφαίνει μια βρώμικη αστική ιστορία για ένα πρωινό hangover, όταν η πόλη σε κοιτάει με ανοιχτά μάτια κι εσύ προσπαθείς να θυμηθείς που στο καλό ήσουν χθες βράδυ.

Το "Elitist G.O.A.T." (με την Aldous Harding) είναι το κατά Ματθαίον της εποχής του personal brand: ένα μονότονο "it’s all about me" που επαναλαμβάνεται σαν προσευχή, μέχρι να πάψει να είναι δήλωση και να γίνει νόμος της σύγχρονης βαρύτητας. Το G.O.A.T. (ο "greatest of all time") είναι ταμπέλα ναρκισσισμού, ένα σήμα VIP για ανθρώπους που έχουν κάνει την αυτο-λατρεία επάγγελμα και τη βεβαιότητα όπλο. Κι εκεί που ο στίχος χτίζει τη μικρή του λειτουργία, πετάει το δηλητήριο στην καρδιά της, κάθε ερώτηση είναι παγίδα, κάθε διάλογος είναι δικαστήριο, και η απάντηση έρχεται έτοιμη, σαν σφραγίδα: "fuck off, cunt, I’m right". Αυτό είναι το σύγχρονο δόγμα: όχι το τι "πιστεύω", αλλά το ότι "έχω δίκιο". Και ο ελιτιστής G.O.A.T. μπροστά στον καθρέφτη, χειροκροτάει τον εαυτό του σε λούπα, με την υπόλοιπη ανθρωπότητα να χαρακτηρίζεται "fucking grim" και να διαγράφεται με ένα κλικ.

Το "Megaton" είναι η στιγμή που οι Sleaford Mods παίρνουν τη γλώσσα του πολέμου και τη στρίβουν πάνω στην pop καθημερινότητα σαν σκουριασμένο μαχαίρι: μετρήσεις ισχύος (megaton/kiloton) για έναν κόσμο που παριστάνει τον ειρηνιστή ενώ κάνει audition για τον καλύτερο κυνισμό. Ο Williamson φτύνει απέναντι σε στρατόπεδα και "πλευρές" (Whose side are you on?), σε αυτοκράτορες με "καινούρια ρούχα" που βαφτίζουν τη σαβούρα "class politics", σε labels που υπογράφουν τα απομεινάρια και τα πουλάνε ως hype. Κι ύστερα, σαν να κατεβάζει την κάμερα από το μέτωπο στο timeline, κάνει zoom στη γυμνασμένη ματαιοδοξία, στα "phone lights", στα αστραφτερά αυτοκίνητα και στους social-media "weight watchers" που συνεργάζονται με τους ίδιους τραγουδιστές, σαν τεμπέληδες ιδιοκτήτες σκύλων σε μια σύντομη βόλτα. Η ειρωνεία "No war, no death" είναι το πιο μαύρο αστείο του άλμπουμ γιατί αν συνεχίσουμε να μετράμε τα πάντα σε μεγατόνους εγωισμού και προβολής, η κατάληξη δεν θα είναι έκρηξη αλλά εξάντληση... "Κανένα νόημα όταν δεν έχει μείνει κανένας”, εκτός από εμάς, να χαζεύουμε την ίδια άδεια οθόνη.

Θα μπορούσε κάποιος να γράψει δέκα κινηματογραφικά σενάρια μέσα από μόνο ένα κομμάτι του άλμπουμ κι αν εγώ προσπαθήσω να πιάσω το πιο μελαγχολικό (εορταστικό) σινγκλ, το "Bad Santa" σκέφτομαι τον εαυτό μου σαν κλόουν που κλαίει μετά τη δουλειά, όχι από κούραση αλλά από θυμό. Ο Williamson σου πετάει τσαλακωμένες καρτ-ποστάλ από ένα Ηνωμένο Βασίλειο που κάνει doomscrolling, βρίζει, γελάει στραβά και μετά γυρνάει σπίτι με το ίδιο κενό, με μια μελαγχολία του μίσους που δεν "δουλεύει" (I've been trying to work on my hate, mate), σαν να να λέει «προσπαθώ να γίνω καλύτερος στο να σιχαίνομαι τα πάντα», επειδή η εποχή το απαιτεί, μόνο που δεν πιάνει, γιατί δεν υπάρχει κάθαρση, δεν υπάρχει λύτρωση, γιατί όλος ο κόσμος είναι χαμένος στα reels (I watch reels like hamsters love wheels) και εδώ κλείνει όλη η σύγχρονη κατάθλιψη σε μία εικόνα: δεν βλέπεις reels επειδή θέλεις, τα βλέπεις όπως το χάμστερ που τρέχει τη νύχτα στον τροχό του, από συνήθεια, από άγχος, από εγκλωβισμό.

Στο "Kill List", λίγο πριν σβήσει οριστικά το άλμπουμ, ο MC Snowy ρίχνει μια δυναμική ρίμα που κουμπώνει πάνω στο dub-grime νεύρο του κομματιού, εκεί όπου το μπάσο βαραίνει και ο ρυθμός αποκτά εκείνη την απειλητική "αστική" ταυτότητα, ακριβώς όπως στην ταινιάρα του Ben Wheatley. Είναι σαν το τελευταίο σπρώξιμο πριν την έξοδο, μια υπενθύμιση ότι, πίσω από την ειρωνεία και τα one-liners, αυτό που μένει είναι η ένταση της πόλης όταν κλείνουν τα φώτα και δεν έχεις πια πού να κρυφτείς.

Γι’ αυτό και το (υποκειμενικό) 8/10 δεν είναι "σήμα ενθουσιασμού", αλλά μια ψύχραιμη αναγνώριση πως το The Demise of Planet X πετυχαίνει να γίνει χρονικό μιας εποχής που καίει σιωπηλά, με τσιμεντένια αστικά beats και στίχους που μυρίζουν πραγματική ζωή, ενώ οι συμμετοχές του δίνουν βάθος χωρίς να του κλέβουν το αίμα. Δεν του δίνω παραπάνω μόνο επειδή, μέσα στην ίδια του τη δύναμη, κουβαλά και το αναπόφευκτο τίμημα των Sleaford Mods: το φορμάτ τους είναι σπαθί, αλλά και όριο. Η επανάληψη είναι μέρος της αισθητικής τους, μα κάποιες στιγμές γίνεται και μηχανισμός. Κι όμως, όταν ένα άλμπουμ σε αφήνει στο τέλος όχι απόλυτα "ικανοποιημένο", αλλά λίγο πιο ξύπνιο και λίγο πιο εκτεθειμένο, αξίζει να σταθεί ψηλά, σαν ένας καθρέφτης που δεν σου χαρίζεται.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured