Ailise Blake

Από το εξώφυλλο κιόλας, που δείχνει ένα σώμα καθισμένο σε ένα ξύλινο παρατηρητήριο σε κάποιο (φωτεινό) δάσος, με το πρόσωπο κρυμμένο, και τη φύση να απλώνεται γύρω σαν αρχαίο σκηνικό, γίνεται σαφές ότι εδώ το οπτικό και το ηχητικό κομμάτι του άλμπουμ δεν πρόκειται για ξεχωριστές πράξεις, αλλά για το ίδιο τελετουργικό ειπωμένο σε διαφορετικές γλώσσες.

Γραμμένο, παιγμένο, ηχογραφημένο και μιξαρισμένο εξ ολοκλήρου από την ίδια, σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό της Γαλλίας, το Soave της Ailise Blake (καλλιτεχνικό όνομα της ιταλίδας Alice Ronzini, πρώην μπασίστρια των J.C. Satàn και La Secte du Futur) κουβαλάει μια πολύ ιδιαίτερη μοναχικότητα, η οποία κάθε άλλο παρά μελαγχολική είναι. Είναι, όμως, τόσο έντονα υπαρξιακή. Δηλαδή, δεν πρόκειται για τον πόνο της απομόνωσης, αλλά για εκείνη τη σπάνια επίγνωση ενός ατόμου όταν στέκεται μόνο του απέναντι στο φυσικό σύμπαν και όταν το «μέσα» αρχίζει να χύνεται και να συναντά το «έξω», σαν κάποιο υγρό που χάνεται όταν το ρουφάει το χώμα. 

Στον πυρήνα του άλμπουμ βρίσκονται οι απαλά τσιμπημένες κιθάρες της Blake και τα αιθέρια φωνητικά της, που πλέκονται με νωχελικό μπάσο, πλήκτρα, κρουστά και έγχορδα σε μια διαρκή κίνηση, σαν ανάσες. Υπάρχει μια shoegaze σκιά που σκεπάζει τα πάντα, αλλά όχι αυτή η γνωστή, η μονολιθική, η συμπαγής και η θορυβώδης. Κάθε άλλο μάλιστα γιατί ο ήχος του Soave είναι ανοιχτός, διάφανος, με πολύ χώρο ανάμεσα στα όργανα. Αλλά το άλμπουμ φέρνει στο μυαλό μια πιο σκοτεινή φθορά, σε αρκετά σημεία απόκοσμη και ανεξέλεγκτη, μια φθορά στα γλυκά αρπίσματα της κιθάρας που παίζουν για να αντισταθούν σε κάθε ροκ βαρύτητα, μια φθορά κρατημένη σε μια πιο εσωτερική, σχεδόν ψιθυριστή κλίμακα.

Το "Apollo (The Attraction Towards the Sun)" είναι το σημείο απ' όπου ξεκινάει αυτό το ταξίδι, σηκώνει το βλέμμα από το γη και τους δρόμους και χάνεται στα κύματα και, χωρίς να ζητήσει άδεια, σε τυφλώνει. Σε παγιδεύει, αλλά παράλληλα σε ετοιμάζει να χαθείς μέσα σε δάσος με πυρσούς και πάγο στα πνευμόνια, γιατί εκεί έρχεται και ο Απόλλωνας σαν καθαρή, επικίνδυνη έλξη: αυτό το μαγνητικό πράγμα που σε τραβάει προς το φως, ενώ ξέρεις ότι το φως καίει. Και εδώ είναι το ωραίο κόλπο του τίτλου: δεν λέει "towards the light", λέει "towards the sun". Σαν να σου λέει πως δεν σε τραβάει η σωτηρία, σε τραβάει η έκθεση. Η ανάγκη να βγεις στη μέση, να σε δουν, να σε ζεστάνει κάτι, να σε τελειώσει κάτι.

Το "Consecration" μπορεί να λειτουργήσει ως ένα χαρακτηριστικό άκουσμα αυτού του δίσκου: κιθαριστικές γραμμές που ανθίζουν διακριτικά, στρώσεις φωνών, πλήκτρα, tribal κρουστά, κι ένας ήχος που μοιάζει με ebow να αιωρείται πάνω από όλα. Τίποτα δεν καταλαμβάνει βίαια τον χώρο, όλα συνυπάρχουν, αφήνοντας τον αέρα να περνά ανάμεσά τους. Είναι μουσική που δεν επιδιώκει να σε περικυκλώσει, αλλά να σου επιτρέψει να μπεις μέσα της. Και είναι τόσο μαγική που αν κάνεις το λάθος και ανοίξεις την πόρτα του κόσμου της Blake, δύσκολα θα ελευθερωθείς από τη σαγήνη της. Εδώ αξίζει να πούμε πως καθοριστικό ρόλο παίζει και το αποκρυφιστικό νήμα που τυλίγει όλον τον δίσκο. Όλο το σόλο έργο της Ailise Blake κουβαλά μια μυστικιστική αύρα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι παίζει και κολλάει τέλεια μέσα σε αυτό που κάποιοι ονομάζουν Spectral Folk: τραγούδια σκοτεινά, αιθέρια, φορτισμένα με μια μελαγχολία που δεν βαραίνει, αλλά αιωρείται. Και κάπως έτσι, το νέο άλμπουμ της έρχεται ως μια φυσική συνέχεια του ντεμπούτου της Songs From The Uncanny Valley (2020), σαν να ανοίγει ένα δεύτερο, πιο εσωτερικό κεφάλαιο. 

Η ίδια εξηγεί το βαθιά προσωπικό νόημα πίσω από τον τίτλο Soave: «Ονόμασα αυτό το άλμπουμ Soave όχι μόνο για τον ήχο της λέξης (που στα αυτιά μου μοιάζει με άνεμο) αλλά γιατί για μένα το "soave" είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε σιωπηλά κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας. Είναι εκείνο το πέπλο μιας γαλήνης και ακινησίας που εμφανίζεται όταν σταματάμε να ακούμε τον θόρυβο και αρχίζουμε να ακούμε τον εαυτό μας. Αντιπροσωπεύει το φως και την τρυφερότητα, κι όμως παραμένει ακίνητο και άφθαρτο. Είναι αλχημιστικό, είναι υπερβατικό, προσφέρει μια αίσθηση ειρήνης απόλυτα υποκειμενική, εξαρτημένη από το μυαλό που τη φαντάζεται ή την επιθυμεί».

Το Soave είναι άρρηκτα δεμένο με την μελέτη της πάνω στο Θέλημα και την Τελετουργική Μαγεία και λειτουργεί, όπως λέει και η ίδια στο Bandcamp σαν μια ανοιχτή ωδή σε αυτή τη φιλοσοφία. «Αυτό το άλμπουμ είναι μέρος της μυητικής μου διαδρομής και συνδέεται με αυτό που εμείς στη Δύση αποκαλούμε Τελετουργική Μαγεία, ειδικά εκείνη που ασκείται στον πυρήνα του Τάγματος του Ordo Templi Orientis», γράφει η Blake. Και εδώ, όλο αυτό δεν μοιάζει να λειτουργεί ως κάποιο αισθητικό gimmick αλλά ως υπόγεια δομή. Οι τίτλοι των κομματιών μοιάζουν με στάδια τελετουργίας, και η αίσθηση της μαγείας δεν είναι φολκλόρ, αλλά μια εσωτερική διαδικασία μεταμόρφωσης. Το Soave δεν «παίζει» με το μυστήριο, αλλά το αντιμετωπίζει ως μια καθημερινή πρακτική.

Το "Devotion", μια πανέμορφη παγανιστική μπαλάντα μοιάζει με εξομολόγηση που γίνεται στα σύνορα του ύπνου και της εγρήγορσης. Οι στίχοι του μιλούν για μια ανικανοποίητη επιθυμία ("Ι wanted more than silver shades"), για μια υπαρξιακή δίψα για κάτι πέρα από τις «ασημένιες αποχρώσεις» της ζωής, πέρα από τον έρωτα, πέρα από την ίδια την εμπειρία του "εδώ". Ο θάνατος δεν εμφανίζεται ως τέλος, αλλά ως πέρασμα, ως αυτός που «ανοίγει τις σφραγίδες και τις πύλες», δίνοντας πρόσβαση σε άλλους κόσμους που μόνο υποψιαζόμαστε. Η επανάληψη λειτουργεί τελετουργικά, σχεδόν υπνωτικά, μετατρέποντας το τραγούδι σε ψαλμό: ένας ύμνος στην ανθρώπινη οδύνη, αλλά και στην παράδοξη παρηγοριά ότι, εκεί που ο πόνος σταματά, ανοίγει μια πόρτα. 

Το "Primordial" ξεκινά με ένα θολό drone ανέμου, σαν ανάσα που έρχεται από πολύ παλιά, και ανοίγεται αργά σε ένα μαύρο, βελούδινο πέπλο. Η Blake ψιθυρίζει "Only in the night I see you" και η νύχτα γίνεται το μόνο έγκυρο πεδίο όρασης: εκεί όπου το δάσος «σπάει τον πάγο», οι μορφές αποκτούν βάρος και ο κόσμος μοιάζει να σκέφτεται μόνος του. Οι εικόνες –πέτρες, πάγος, φωτεινοί δαυλοί, η φουσκωμένη θάλασσα– δεν λειτουργούν ως αφήγηση αλλά ως αρχέγονα σύμβολα, σαν θραύσματα μνήμης πριν από τη γλώσσα. Το κομμάτι δεν κορυφώνεται· απλώνεται. Είναι μια νυχτερινή επίκληση, όπου η παρουσία «εκείνου που κοιμάται» δεν τρομάζει, αλλά κατοικεί στο μυαλό σαν αρχαία γνώση που επιστρέφει αθόρυβα. Και το άλμπουμ συνεχίζει να απλώνεται με τα δύο μεγάλα και ατμοσφαιρικά κομμάτια "Exaltation (Part I)" και "Annihilation (Part II)". Το δεύτερο είναι εννιά λεπτά όπου το drone δεν είναι απλώς υπόβαθρο, είναι πεδίο μάχης. Η Blake το "χτενίζει" με κιθάρες, πιάνο, μπάσο, απόκοσμα κρουστά, έγχορδα και τη φωνή της. Και αυτό που μου αρέσει εδώ είναι πως η Blake δεν σε πνίγει. Ακόμα και στο "Annihilation", ο ήχος παραμένει διάφανος, με τόσον αέρα ανάμεσα στα όργανα σαν να σου λέει: "μπες, αλλά με τους δικούς σου δαίμονες, όχι με τους δικούς μου". Είναι παράξενα γενναιόδωρη μουσική: δεν σε χειραγωγεί με ένταση, αλλά σε τραβάει με υπομονή. Και αυτή η υπομονή σήμερα είναι σχεδόν βίαιη, γιατί μας έχει μάθει ο κόσμος να θέλουμε το συναίσθημα σε δόσεις.

Αλλά όλες αυτές οι διαστάσεις (η τελετουργία, η μοναχικότητα, η φύση, οι ρευστές υφές, το ελαφρύ άγγιγμα στις ερμηνείες και η ονειρική, σχεδόν άχρονη φωνή της Blake) συνθέτουν ένα πολύ όμορφο άλμπουμ που δεν εξαντλείται στην πρώτη ακρόαση. Είναι ένας δίσκος γεμάτος πιθανοτήτες και όνειρα που μισοθυμάσε, που σε καλεί να επιστρέφεις σε αυτόν ξανά και ξανά, όχι για να τον «καταλάβεις» καλύτερα, αλλά για να δεις τι αλλάζει μέσα σου κάθε φορά που τον αφήνεις να σε διαπεράσει. 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured