MPTL Microplastics, Sod In Heaven

Υπάρχει μια ύποπτη βιασύνη τα τελευταία χρόνια: αν κάτι ακούγεται «λίγο στραβό», «λίγο βρώμικο», «λίγο αλλόκοτο», βαφτίζεται αμέσως αποκάλυψη. Σαν να φοβόμαστε τη σιωπή που προηγείται της κρίσης. Το Sod In Heaven των MPTL Microplastics (My Pussy Tastes Like Microplastics) έρχεται ακριβώς μέσα σε αυτή τη συνθήκη: με θόρυβο, με υποσχέσεις, με μια αύρα «κάτι σημαντικό συμβαίνει εδώ». Το ερώτημα είναι αν όντως συμβαίνει ή αν απλώς το θέλουμε πολύ.

Το άλμπουμ είναι αυτό που δηλώνει: ένα άγριο αλλά σχετικά ώριμο μίγμα post-punk, noise rock και πειραματισμού. Ένα ηχητικό "hauntological hairball" όπως το βάφτισε το Quietus, σαν μια ροζ γάτα σε κάποιο στοιχειωμένο σπίτι του South London, που έφαγε μνήμη, ενισχυτές και λίγο μούχλα. Σκοτεινά drones στο υπόβαθρο, τραχιές υφές, «χορδές με γρασίδι» που τρίβονται μεταξύ τους χωρίς να ζητούν συγγνώμη, μια αντρική φωνή που τραβάει τις λέξεις σαν τον Gavin Friday στα πρώτα singles των Virgin Prunes, και μια γυναικεία, πιο παιδική, πιο αθώα, πιο κοντά στο μεθυσμένο σιγοντάρισμα των Crawling Chaos. Ζωντανά, φαντάζομαι, όλο αυτό λειτουργεί εκρηκτικά: απρόβλεπτη ενέργεια, σωματικότητα, εκείνη η ωραία αίσθηση ότι το κομμάτι μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Στο δίσκο όμως, η κατάρρευση μοιάζει συχνά ελεγχόμενη. Κι αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι.

Γιατί όσο κι αν ο ήχος τους φλερτάρει με το outsider art, δεν παύει να πατάει σε πολύ γνώριμο έδαφος. Δεν ακούμε εδώ το καινούργιο λεξιλόγιο της χρονιάς, ακούμε μια καλοπαιγμένη ανακύκλωση παλιών λέξεων. Post-punk μελωδίες που θυμίζουν ότι κάποτε η Βρετανία είχε εμμονή με τη φθορά, noise ξεσπάσματα που ξέρουν πότε να σταματήσουν, και μια σκιά χαλασμένης φολκ να πλανιέται από πίσω, ναι κάτι από Nurse With Wound, κάτι από Crawling Chaos, κάτι από εκείνη τη στραβή, αγροτική αγγλικότητα που πάντα έμοιαζε στοιχειωμένη από τον ίδιο της τον τόπο.

Οι ίδιοι, βέβαια, συστήνονται με μια αυτοπεποίθηση που αγγίζει τα όρια της τελετουργικής υπερβολής: μια οκταμελής industrial folk collective που παίζει "chronoplastic ballads of the future", φολκ για έναν πολυμερικό άνθρωπο, ύμνους–επιτύμβια γραμμένους πάνω σε βέβηλες κιθάρες και άρπες, τραγούδια κρίσης για το αναπόφευκτο ξέσπασμα του (μικρο)πλαστικού. Είναι ένας αυτοχαρακτηρισμός που ακούγεται σαν μανιφέστο γραμμένο στον τοίχο ενός παλιού σπιτιού λίγο πριν το κατεδαφίσουν: γοητευτικός, εύστοχα δυστοπικός, αλλά και λίγο αυτάρεσκος, σαν να φοβάται πως αν δεν πει δυνατά τι είναι, θα χαθεί μέσα στον ίδιο τον θόρυβο που παράγει.

Και αυτός ο θόρυβος είναι ο ήχος μιας άσκησης πυρασφάλειας που, από καθαρό λάθος, μετατρέπεται στιγμιαία σε καρναβάλι: σειρήνες που φοράνε μάσκες, ένα περίπτερο που αρχίζει να παρελαύνει μόνο του, κι εγώ στη μέση να αναρωτιέμαι αν πρέπει να τρέξω ή να χειροκροτήσω. Ένα όμορφο, αποπροσανατολιστικό χάος όπου η γωνιώδης ένταση του post-punk μπλέκεται με το φάντασμα μιας freak-folk ("Arabic Umlaut") που δεν πέθανε ποτέ, απλώς έμαθε να μιλάει μέσα από τα σπασμένα μικρόφωνα του anarcho-punk. Όλα ηχογραφημένα με ένα πεισματικό, σπιτικό κροτάλισμα που κανονικά θα έπρεπε να είναι αφόρητο, αλλά αντ’ αυτού πάλλεται σαν ζωντανός οργανισμός, ιδρωμένος και επίμονος.

Aπό την άλλη έχεις το ίδιο το όνομα να στέκεται απέναντι στους αλγόριθμους σαν υψωμένο μεσαίο δάχτυλο (μήπως ένα αστείο κομμένο και ραμμένο για δελτία Τύπου;), που όμως καταλήγει να κάνει την ωμή ανθρωπιά στο εσωτερικό του ακόμη πιο εκκωφαντική. Αυτός ο δίσκος γδέρνει, ξεφεύγει, αλλάζει κατεύθυνση χωρίς προειδοποίηση και είναι βουτηγμένος σε μια παράξενη γλύκα: ένα ζωντανό ντοκουμέντο ανθρώπων που γελάνε καθώς ο κόσμος λιώνει γύρω τους. Κι εδώ είναι και το πραγματικό ενδιαφέρον του άλμπουμ Sod In Heaven: όχι στην πρωτοπορία του, αλλά στη λειτουργία του ως χάρτης. Δεν ανοίγει νέους δρόμους, δείχνει παλιούς, σε όσους δεν τους έχουν περπατήσει. Kαι τα bonus tracks της κυκλοφορίας ("14 LINES", "LOT'S WIFE", "CUM ON PLASTIC") έχουν τελικά περισσότερο βάρος: μελαγχολικές, φιλότιμες ακροβασίες πάνω στο παρελθόν από το οποίο οι MPTL Microplastics έχουν χτίσει (και συνεχίζουν να ξεγυμνώνουν) τη μουσική τους ταυτότητα. Γι' αυτό λέω πως είναι ένας δίσκος που μπορεί να ξυπνήσει άβγαλτα αυτιά και να τα σπρώξει προς τα πίσω, προς αναφορές που ίσως σήμερα μπορεί να μην βρίσκονται σε playlists αλλά παραμένουν βαθιές ρίζες. Και αυτό δεν είναι λίγο. Απλώς δεν είναι και επανάσταση.

Ίσως τελικά το πρόβλημα να μην είναι το άλμπουμ, αλλά οι προσδοκίες μας. Ζητάμε κάθε φορά το «επόμενο μεγάλο πράγμα», γιατί βαριόμαστε να παραδεχτούμε ότι μερικές φορές το παρόν απλώς συνομιλεί με το παρελθόν. Το Sod In Heaven δεν σώζει τίποτα, δεν ανατρέπει τίποτα. Κάνει όμως κάτι τίμιο: σκάβει στο χώμα, βρίσκει παλιά κόκαλα, τα χτυπά μεταξύ τους και μας θυμίζει από πού έρχεται αυτός ο ήχος. Αν περιμένεις μια τρομερή αποκάλυψη, μπορεί να απογοητευτείς. Αν, όμως, ψάχνεις νήμα για να τραβήξεις προς τα πίσω, ίσως βρεις περισσότερα απ’ όσα περίμενες.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured