Οι Automassive από τη Θεσσαλονίκη κυκλοφόρησαν τον περασμένο Οκτώβριο έναν δίσκο που δεν κυριολεκτικά δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει τον εαυτό του. Οκτώ κομμάτια, ηχογραφημένα live σε one-takes, με τις επιπλέον κιθάρες και τα φωνητικά να μπαίνουν την επόμενη μέρα, όχι για να «διορθώσουν» κάτι, αλλά για να ενισχύσουν αυτό που ήδη έχει καταγραφεί: την πρώτη, ακατέργαστη έκρηξη. Πρόκειται για post-hardcore στην πιο πρωτόγονη μορφή του, εκεί όπου όλα τα συγγενικά είδη (post-metal, sludge, noise) πλέκουν το ίδιο ακατέργαστο σώμα ήχου, χωρίς ιεραρχίες και χωρίς καθαρές διαχωριστικές γραμμές. Οι εντάσεις δεν εναλλάσσονται για εντυπωσιασμό, αλλά συσσωρεύονται, βαραίνουν, αποκτούν μάζα. Η μουσική δεν «εξελίσσεται» με την κλασική έννοια, προχωράει από την μια πίεση στην άλλη, σαν υλικό που λιώνει και ξαναπαγώνει μέσα στο ίδιο καλούπι. Ένα κράμα βίαιο και ταυτόχρονα πειθαρχημένο, όπου ο θόρυβος δεν λειτουργεί ως χάος, αλλά ως δομικό στοιχείο.
Η βάση του άλμπουμ είναι ο βαρύς ρυθμός: βαριά, επαναληπτικά μοτίβα που σε παρασέρνουν με ορμή. Τα τύμπανα σε σέρνουν. Το μπάσο λειτουργεί σαν δεύτερη κιθάρα χαμηλών συχνοτήτων, χτίζοντας έναν συμπαγή όγκο που δεν αφήνει κενά. Οι κιθάρες κινούνται ανάμεσα σε παραμορφωμένα, κοφτά, σχεδόν τιμωρητικά riffs, χωρίς διάθεση για «καθαρή» άρθρωση. Και για να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, εδώ δεν υπάρχει μελωδία με την κλασική έννοια, υπάρχει μόνο ένταση που αλλάζει μορφή.
Η επιλογή του live one-take είναι καθοριστική και ακούγεται. Οι μικρές χρονικές αποκλίσεις, οι ατέλειες στο χτύπημα, η αναπνοή του χώρου περνάνε μέσα στις ηχογραφήσεις και λειτουργούν υπέρ του υλικού. Αλλά ο δίσκος δεν επιδιώκει ακρίβεια, μόνο συνοχή στιγμής. Όταν τα φωνητικά μπαίνουν (ωμά, συχνά θαμμένα μέσα στη μίξη) στρώνουν ένα επιπλέον στρώμα θορύβου, σαν ανθρώπινο feedback που παλεύει να μείνει όρθιο.
Παραγωγικά, το άλμπουμ αποφεύγει κάθε εξωραϊσμό. Το φάσμα είναι πυκνό, με έμφαση στις χαμηλές και μεσαίες συχνότητες, δημιουργώντας ένα αίσθημα διαρκούς πίεσης. Δεν υπάρχουν «ανάσες» με τη συμβατική έννοια, οι μεταβάσεις γίνονται μέσα από φθορά, όχι μέσα από λύσεις. Είναι ένας δίσκος που δεν κορυφώνεται· συσσωρεύεται. Κομμάτι με το κομμάτι, βάρος πάνω στο βάρος, μέχρι να καταλήξει στο ομότιτλο και τελευταίο "Parasite". Εκεί, τα παραμορφωμένα φωνητικά λειτουργούν λιγότερο σαν λόγος και περισσότερο σαν σύμπτωμα, ενώ το μπάσο επαναλαμβάνει ένα μοτίβο-εφιάλτη, κυκλικό και ανελέητο, που αρνείται κάθε λύση. Δεν υπάρχει κάθαρση, μόνο εξάντληση, σαν να φτάνει ο δίσκος στο τέλος του όχι επειδή «ολοκληρώθηκε», αλλά επειδή δεν αντέχει άλλο να συνεχίσει. Και αυτή ακριβώς η άρνηση της κορύφωσης είναι που δίνει στο Parasite τη δύναμή του: ένα φινάλε που δεν κλείνει τον κύκλο, απλώς τον αφήνει να σιγοκαίει...
Πριν το κλείσιμο, όμως, έχεις περάσει από ονόματα κομματιών που μοιάζουν με συνθήματα γραμμένα σε τοίχο εργοστασίου που κλείνει. "Greed Kills", "All for Nothing", "Corporate Psycho", "Circles of Hell", "Hungry Ghost". Φράσεις κοφτές, επιθετικές, χωρίς κανέναν μεταφορικό καλλωπισμό. Μέσα στον δίσκο λειτουργούν σαν νοηματικοί δείκτες, σχεδόν σαν κεφάλαια μιας ίδιας αφήγησης της φθοράς. Το λεξιλόγιο είναι ωμό και επαναλαμβανόμενο, όπως και η μουσική: λέξεις-σφυριά που χτυπούν ξανά και ξανά το ίδιο σημείο. Δεν υπάρχει ποίηση εδώ με την κλασική έννοια, αλλά μια σκληρή, μητροπολιτική λεκτικότητα που κουμπώνει απόλυτα με τον ήχο, έναν ήχο που μιλά για κύκλους, πείνα, κενότητα και ψυχική εξάντληση. Είναι δηλώσεις σε ενεστώτα διαρκείας, όπως και ο ίδιος ο δίσκος: μια κατάσταση που δεν ξεκινά και δεν τελειώνει, απλώς επιμένει.
Οι Automassive δεν επιχειρούν να επανεφεύρουν τίποτα. Κάνουν κάτι πιο επικίνδυνο: εμπιστεύονται πλήρως τη φυσική του ήχου τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που ακούγεται περισσότερο σαν τεκμήριο παρά σαν δήλωση. Σαν καταγραφή μιας μπάντας που παίζει μαζί, δυνατά, στον ίδιο χώρο, χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας. Και μέσα σε αυτή την πρωτόγονη συνθήκη, βρίσκει μια καθαρότητα που δύσκολα επιτυγχάνεται αλλιώς.






