Xiu Xiu

Στον ιδιοσυγκρασιακό κόσμο των Xiu Xiu η αγάπη σφυροκοπά την καρδιά με την ίδια ένταση όπως ο πόνος. Πίσω από τους διαστρεβλωμένος ήχους, την ωμότητα των στίχων και τον ανατριχιαστικό ψίθυρο καθρεφτίζεται ένας κόσμος εξίσου άδικος και τρυφερός, μα προτίστως, σοκαριστικά αυθεντικός.

Στο νέο της δισκογραφικό εγχείρημα, Xiu Mutha Fuckin’ Xiu Vol. 1, το οποίο κυκλοφόρησε σήμερα από την Polyvinyl Records η μπάντα των Jamie Stewart, Angela Seo και David Kendrick μοιράζεται με το ευρύτερο κοινό μια πρώτη, πυκνή επιλογή από τις περισσότερες από ήδη 70 μηνιαίες διασκευές που κυκλοφορεί από το 2020 αποκλειστικά για τους πιστούς συνδρομητές του Bandcamp.

Μετά από σχεδόν 25 χρόνια δημιουργίας και πειραματισμών οι Xiu Xiu είναι πλέον εξοικειωμένοι με την διαδικασία της επανεκτέλεσης, τόσο μέσα από τις κυκλοφορίες αυτές, αλλά και από τα προγενέστερα άλμπουμ Nina (2013), προς τιμήν της Nina Simone, και Xiu Xiu plays the music of Twin Peaks (2016) όπου η ερμηνευτική πράξη λάμβανε χώρα εντός ενός ήδη στοιχειωμένου και αυστηρά οριοθετημένου σύμπαντος του David Lynch

Αυτή τη φορά, στον πυρήνα του Xiu Mutha Fuckin’ Xiu: Vol. 1 βρίσκεται η ιδιαίτερη, σχεδόν σωματική δυσφορία που αναδύεται τη στιγμή κατά την οποία ένα τραγούδι αναγνωρίζεται αμέσως, όχι όμως με τον τρόπο που το θυμόμαστε, αλλά μέσα από μια παραμορφωμένη εκδοχή του, όπου τα γνώριμα στοιχεία έχουν μετατοπιστεί ελαφρά, αρκετά ώστε να προκαλούν αποπροσανατολισμό.  Η προσέγγιση των Xiu Xiu απέναντι στο υλικό δεν υπακούει στη λογική της βελτίωσης, της επικαιροποίησης ή μιας προσπάθειας “σύγχρονης ανάγνωσης”, αλλά στη λογική της ευλάβειας, όπως αναφέρουν, η οποία εδώ αποκτά χαρακτήρα τελετουργικό και σχεδόν επικίνδυνο, στον βαθμό που προϋποθέτει την πλήρη έκθεση του ερμηνευτή απέναντι σε κάτι που δεν ελέγχει. Όπως έχουν επισημάνει οι ίδιοι, η διαδικασία δεν ξεκινά από το ερώτημα του τι μπορεί να προστεθεί ή να διορθωθεί, αλλά από το τι μπορεί να αποκαλυφθεί μέσα από την επαφή με τη μουσική που τους έχει διαμορφώσει.

Το πρωτογενές υλικό απομονώνεται, κόβεται, επαναλαμβάνεται, αντιστρέφεται και αλλοιώνεται σε ταχύτητα, γίνεται η σκοτεινή εκδοχή του πρωτότυπου. Κατά την έννοια της queer χρονικότητας, ενσαρκώνει ένα παρελθόν δεν βιώνεται ακόμη, με τη δημιουργία να μην κορυφώνεται γραμμικά αλλά γίνεται σχεσιακή πρακτική επιβίωσης. 

Η έναρξη της συλλογής γίνεται με το βυθισμένο σε reverb φωνητικά “Psycho Killer” των Talking Heads, διατηρώντας τη γνωστή ρυθμικότητα του, με το “Warm Letherette” (The Normal) να στροβιλίζεται μεταξύ decadence και εφιάλτη, ενισχύοντας την ψυχολογική ένταση της αρχικής εκδοχής. Στο “I put a spell on you” (Screamin’ Jay Hawkins) μέσα από τα σαξόφωνα και τα παραμορφωμένα, φωναχτά ειπωμένα λόγια αναδεικνύεται η παράνοια του ανεκπλήρωτου, ενώ ακολουθεί η πρώτη πραγματικά σημαντική στιγμή του δίσκου. Στο τέταρτο κομμάτι της συλλογής βρίσκουμε την εκδοχή των Xiu Xiu στο εμβληματικό “Hamburger Lady” των Throbbing Gristle, το οποίο συμπεριλαμβανόταν στο ντεμπούτο των industrial πρωτοπόρων The Second Annual Report του 1977. Το ηχητικό σχόλιο του Genesis P-Orridge πάνω στην απανθρωποποίηση, την ιατρικοποίηση του σώματος και την οικουμενικοποίηση του βιώματος του πόνου, βασισμένο στην πραγματική ιατρική αναφορά μιας γυναίκας με εκτεταμένα εγκαύματα, αποκτά εδώ μια νέα ψυχρή, ψηφιακή αφήγηση από την Angela Seo, που ακούγεται σχεδόν ερχόμενη από το δυστοπικό μέλλον. 

Στο “In Dreams” του Roy Orbison ο Jamie Stewart δοκιμάζει τις φωνητικές του δυνατότητες ανακαλώντας τις επιρροές του από το σύμπαν του David Lynch, ενώ το “Sex Dwarf” των Soft Cell απογυμνώνεται από την ποπ γυαλάδα του και μεταφέρεται σε ένα ιδρωμένο βερολινέζικο club. 

Η εκδοχή των Xiu Xiu στο “Dancing on my own” της Robyn, η οποία ακολουθεί, μοιάζει να είναι η ιστορία ειπωμένη αντίστροφα. Η χορευτική κάθαρση αφαιρείται και απομένει η απομόνωση και η επιθυμία που ειπώνεται σπαραξικάρδια και φρικτά ειλικρινώς, με τρόπο που έπρεπε πάντα να ακούγεται έτσι - για την queer εμπειρία μέσα από την ίδια την queer εμπειρία, έντονα συναισθηματικά φορτισμένα και ασταθώς, ακόμη και με τον τρόπο που ο στίχος “But I'm not the girl you're taking home” σβήνει μέσα στη μουσική καθιστώντας την έμφυλη διάστασή του ακόμη πιο αμφίσημη. Κι έπειτα, την προσωπική, κατεστραμμένη ποπ διαδέχεται η ανατρεπτική πολιτική κριτική μέσα από το "S.P.Q.R.", που βρίσκεται στο προφητικό για την πειραματική μουσική άλμπουμ Deceit (1981) των άγγλων This Heat, με μια επαναλαμβανόμενη ηχητική παλέτα, σπασμένους ρυθμούς και έντονες μεταβάσεις. 

Το, κατά τ’ άλλα catchy, hip hop “Lick or Sum” της GloRilla, με τον χαρακτηριστικό, παρακμιακό και τόλμηρο στίχο παίρνει την σέξυ, electro ανασκευή που του αξίζει, ενώ το “Triple Sun” των Coil ακούγεται απρόσμενα καθαρό και διαυγές. 

Μία ακόμη αξιοσημείωτη στιγμή της συλλογής αποτελεί το συγκινητικό tribute του Jamie Stewart στον Daniel Johnston και το κομμάτι “Some things last a long time”, φορτισμένο  συναισθηματικά μέχρι το σημείο της κατάρρευσης - κι είναι, μάλλον, η μόνη εκδοχή στην οποία οι Xiu Xiu δεν μετατοπίζουν τον αφηγηματικό άξονα.

Ο δίσκος κλείνει με το ατίθασο “Cherry Bomb” (The Runaways) να αποκτά μία industrial, αρρωστημένη σπίθα που του πηγαίνει πολύ, αφήνοντας συνολικά την αίσθηση ενός παράδοξα συνεκτικού έργου, αν σκεφτεί κανείς πως τα κομμάτια προέρχονται από διαφορετικά μουσικά είδη και χρονικές στιγμές. Εδώ το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν, συγκρούονται και αλληλοδιαπερνώνται, με τους Xiu Xiu να μην επιδιώκουν δεν «ξεπεράσουν» τις επιρροές τους, αλλά να επανέλθουν στο τραύμα, στο σώμα και τις σχέσεις εξουσίας που αποτυπώνονται πάνω σε αυτό. 

Συνολικά, στο XMFX : Vol. 1, οι Xiu Xiu, για ακόμη μία φορά, κάνουν αυτό που ξέρουν καλά. Συγκροτούν μια καλλιτεχνική πρακτική που δεν φοβάται την έκθεση και την αστάθεια, απαιτώντας από τον ακροατή να βιώσει το τραύμα και την ένταση χωρίς φίλτρα, να ακούσει την αλήθεια της ψυχικής φθοράς, της ντροπής, της queer επιθυμίας και της βίας ως ζωντανό, αναπτυσσόμενο βίωμα. Η ηχητική τους αστάθεια δεν είναι τυχαία, ούτε απλώς πειραματική, υπηρετώντας μια πολιτική στάση ενάντια στην κανονικοποίηση, αποδομώντας το αναμενόμενο και επανακαθορίζοντας τη σχέση ακροατή–ήχου. Ταυτόχρονα, η αντι-ποπ προσέγγιση τους μετατρέπει την ποπ από μέσο ευχαρίστησης σε πεδίο ρήξης: οι μελωδίες αποκαλύπτουν τις σκιές τους, και τα covers τους δεν τιμούν απλώς το παρελθόν, αλλά ανασκαλεύουν τον σκοτεινό πυρήνα της κουλτούρας, μετατρέποντας την ακρόαση σε επαναλαμβανόμενη, ριζικά ειλικρινή εμπλοκή.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Δεν υπάρχουν άρθρα για προβολή