Σε μια εποχή όπου η metal σκηνή στην ξεχασμένη ανατολική μεριά της βορείου Ελλάδος συχνά παλεύει για ορατότητα, το Decibel Rebel Festival έχει καταφέρει να καθιερωθεί ως ένα από τα σημαντικότερα ετήσια σημεία συνάντησης για το σκληρό ήχο στον τόπο μας. Η τέταρτη κατά σειρά διοργάνωση συνεχίζει μια πορεία που ξεκίνησε με ξεκάθαρο στόχο. Να φέρει στο ίδιο stage μπάντες από την ελληνική και τη διεθνή σκηνή, δημιουργώντας έναν ζωντανό πυρήνα ανταλλαγής ήχων, εμπειριών και... προσκρούσεων στα pits. Για την τοπική σκηνή της Καβάλας, αλλά και για την ίδια την πόλη το φεστιβάλ λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ενέργειας. Άνθρωποι από όλες τις άκρες της χώρας (και όχι μόνο) ήρθαν να απολαύσουν τα διαολεμένα riffs και το comradery που μόνο οι μεταλλάδες μπορούν να αντιληφθούν. Πέρυσι η περηφάνεια που με περιέλουζε όταν έβλεπα ετερόκλητα κοινά να ενώνονται υπό τους ήχους των Leatherhead και των Slicer ανοίγοντας αέναα circlepits και ασταμάτητα stagedives ήταν ασυγκράτητη.  Φέτος, με ένα ακόμα πιο αιμοβόρο lineup έχω αρχίσει από νωρίς να παίρνω τα μέτρα προστασίας.

Όπως κάθε χρόνο, το line-up βελτιώνεται σταθερά και αντικατοπτρίζει αυτή τη φιλοσοφία. Ένα μίγμα από έμπειρα ονόματα και σύγχρονες δυνάμεις του underground, που καλύπτουν διαφορετικές εκφάνσεις του metal για όλα τα γούστα. Πάμε να τα δούμε. 

Terrörhammer – Gateways to Hades

Δεν είναι η πρώτη φορά που θα μιλήσω για το Gateways to Hades, και διόλου απίθανο να μην είναι και η τελευταία. Ξέρω ακριβώς τι σκέφτεσαι. Άλλη μια black thrash μπάντα που ουρλιάζει Μπύρα-Θρας-Σατανάς σαν να μην υπάρχει αύριο πίσω από rock'n'roll riffs και μπλαστίδια. Η αλήθεια όμως είναι τελείως διαφορετική. Απέχουν έτη φωτός από τους τσακαλοσατανιάρηδες που περιμένεις να ακούσεις κρίνοντας μονάχα από το περίβλημα. Οι Σέρβοι Terrörhammer αποκαλούν τους εαυτούς τους Necro Speed Hooligans και έως σήμερα δεν μπόρεσα να δώσω καλύτερη περιγραφή για αυτό που ακούω. Νομίζω πως αποτελούν την πεμπτουσία του Decibel Rebel (εκτός αν του χρόνου καταφέρουν και φέρουν τους πραγματικούς νονούς). Μια μορφή αχαλίνωτης, σχεδόν χουλιγκανικής έκφρασης που θυμίζει τις πιο ατίθασες πλευρές της ευρωπαϊκής underground σκηνής. Ενεργοί από το 2010, δίνουν σαφή έμφαση στο πρωτογενές black/speed/thrash metal, και σε μια πρωτόλεια προσέγγιση σε όλους τους τομείς... εκτός από τον συνθετικό. Από τα 2010s ζούμε στα πέτρινα χρόνια του Thrash. Οι νέες μπάντες που βγαίνουν είναι μετρημένες και η ποιότητα είναι κατά κύριο λόγο σε barely acceptable επίπεδα. Παράλληλα όμως, παρά τις αντιξοότητες, το κράμα black/speed έχει καταφέρει να πάρει κοντά του και μεγάλο κοινό, πολλές ποιοτικές μπάντες, και να παράξει πολλές αξιόλογες κυκλοφορίες. Πέρυσι στο φεστιβάλ απολαύσαμε τους Slicer και τα τραύματα πολέμου που μας άφησε το μαινόμενο black thrash τους ακόμα στοιχειώνουν τους τοίχους της Κατινάρας. Κοντά λοιπόν σε αυτό το κύμα βρίσκονται και οι υποφαινόμενοι, μετρώντας δύο τρομερές full length κυκλοφορίες. Παίζουν ένα μανιασμένα γρήγορο thrash/speed με μια δόση νοσταλγίας για τους οπαδούς των Venom, των πρώιμων Bathory και Hellhammer.  Πόση ταχύτητα αντέχεις; Παίζουν τόσο γρήγορα που αν ακούσεις όλο το δίσκο μονοκοπανιά η CPK σου θα φτάσει πάνω από 10.000 U/L και θα χρειαστείς αναρρωτική από τη δουλειά. Οι στίχοι και η αισθητική τους βρωμάνε ξεραμένο αίμα και αλητεία των δρόμων. Τα φωνητικά του Pentagramator the Helltyrant (το όνομα που θα ήθελες να έχεις στην Dota αν έφταναν τα γράμματα) είναι τραχιά και γεμάτα πάθος και δένουν άψογα με τη χειμαρρώδη ενέργεια από τις riffάρες που έχει γράψει. Η εισαγωγή “March of the Damned” λειτουργεί σαν ένα τελετουργικό άνοιγμα της πύλης πριν η μπάντα ριχτεί με ορμή στο “At Dawn We Attack”. Εκεί γίνεται σαφές το βασικό συστατικό του δίσκου: ταχύτητα. Το "Blizzard of Blood" είναι ένα από τα αμεσότερα κομμάτια που έχω ακούσει ποτέ. Μια ανελέητη επίθεση μαύρου death thrash που μέσα του κρύβει έναν χορό από riffs το ένα καλύτερο από το άλλο. Το “The Interceptor” επαναφέρει το speed στοιχείο, ενώ το “Midnight Patrol” παίζει περισσότερο με μια 80s heavy/speed αισθητική, θυμίζοντας αυτό που λέμε street metal. Τέλος, το "Tronized Goat Master" έρχεται ως μια καθαρόαιμη black metal λαίλαπα όπου με αυτήν την χαοτική κορύφωση και μερικά από τα καλύτερα riffs τους, κλείνει τον δίσκο με την ίδια βίαιη διάθεση με την οποία ξεκίνησε. Σε μια εποχή όπου πολλά συγκροτήματα προσπαθούν να εξευγενίσουν τον ακραίο ήχο με περίπλοκες παραγωγές και στολίδια, οι Terrörhammer επιλέγουν την αντίθετη διαδρομή. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που θυμίζει γιατί το underground metal συνεχίζει να επιβιώνει, και ο λόγος είναι πως σε αυτή τη μουσική, μερικές φορές αρκούν ένα καλό riff, ένα γρήγορο tempo και η σωστή δόση αλητείας για να ανοίξουν πραγματικά οι πύλες της κόλασης.

Gateways to Hades by Terrörhammer

Sacral Rage – Illusions in Infinite Void

Οι Sacral Rage εκπροσωπούν μια διαφορετική πτυχή της ελληνικής σκηνής. Το κράμα τους από τεχνικό, progressive thrash metal με έντονες επιρροές από τα 80s και μπάντες όπως οι Coroner, Watchtower και οι προσωπικοί μου αγαπημένοι Anacrusis, διαμορφώνει έναν ήχο γεμάτο φιλοδοξία και ταση προς το υπερβατικό. Πολυεπίπεδες συνθέσεις, περίτεχνα solos και η διαστημική τους θεματολογία συνθέτουν τον πυρήνα της αισθητικής τους. Φυσικά δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αναφέρονται συχνά ως οι Έλληνες Vektor. Το ντεμπούτο τους, Illusions in Infinite Void στέκεται ως ένα από τα πιο φιλόδοξα και ολοκληρωμένα δείγματα του ελληνικού thrash/speed metal. Σε μια περίοδο όπου η εγχώρια σκηνή αναζητούσε ανεπιτυχώς δίσκους με σαφή ταυτότητα και διεθνή προσανατολισμό, οι Sacral Rage εμφανίστηκαν με έναν δίσκο που τα είχε όλα:

τεχνική αρτιότητα : ✅
συνθετική φιλοδοξία : ✅
αισθητική συνοχή : ✅

Από τα πρώτα δευτερόλεπτα του “En Cima Del Mal”, μετά το σύντομο sci-fi intro, ερχόμαστε αντιμέτωποι με κύματα αλήθειας που κατακλύζουν τις μαστοειδείς κυψέλες των αυτιών. Riffs πάνω σε riffs, με το κιθαριστικό masterclass του Μάριου (Triumpher, Παροξυσμός) να πρωταγωνιστεί. Εναλλαγές ανάμεσα σε επιθετικά ρυθμικά μέρη και μελωδικά, σχεδόν κοσμικά leads που ενισχύουν τη sci-fi θεματολογία, και περισσότερα shreds από την πλάτη του Ronnie Coleman στο Olympia του 1999. Πάνω που ο εγκέφαλός μου συνηθίζει τα προσλαμβάνοντα ερεθίσματα και δημιουργεί οικείες αισθήσεις, έρχονται με κάτι νέο να με μαγνητίσουν. Οι φωνητικές γραμμές σε ολόκληρο το άλμπουμ κινούνται σε υψηλές νότες αντλώντας στοιχεία από την παράδοση του κλασικού heavy metal και προσθέτουν μια επιπλέον διάσταση στον ήχο της μπάντας. Το “Lost Chapter E.: Sutratma” είναι άλλο ένα μικρό έπος, αφιερωμένο σε μια ανατρεπτική οπτική της αιγυπτιακής θεολογίας. Θεματική που ανέπτυξαν περαιτέρω τόσο στο κλείσιμο με το εκπληκτικό “Lost Chapter E.: Amarna's Reign” όσο και στο άτυπο sequel “Samsara (L.C.E.)” στον επόμενο δίσκο. Το δεύτερο μισό του κομματιού μετατρέπεται σε μια πανδαισία από leads πριν η μπάντα εκραγεί σε ένα καταιγιστικό μείγμα speed και thrash.

To προσωπικό μου αγαπημένο όμως είναι το instrumental "Into Mental East", που σίγουρα κάποιο λογοπαίγνιο κρύβεται εδώ αλλά ας όψεται. Ξεκινά με έναν ρυθμό αλά-Refused και έπειτα επιτίθεται σε όλες μου τις αισθήσεις με μία άψογη φαντασμαγορική τεχνική επίδειξη. Στο “Panic In Urals (Burning Skies)” οι αναφορές στην καναδική σχολή των 80s και τους Coroner γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς σε ένα από τα πιο μνημειώδη σημεία του δίσκου. Στο πλαίσιο του ελληνικού thrash metal, το Illusions in Infinite Void λειτουργεί ιδανικά ως παράδειγμα του υψηλού επιπέδου που έχει φτάσει η σκηνή. Στέκεται δίπλα σε πολλές από τις πιο αξιοσημείωτες thrash/speed/power κυκλοφορίες της δεκαετίας, γιατί ενσωματώνει, εξελίσσει και προσωπικοποιεί τις επιρροές του αλλά ας μην γελιόμαστε, κυρίως γιατί αυτοί οι άνθρωποι παίζουν παπάδες. Και αυτό δεν μπορεί κανείς να το προσποιηθεί.

Illusions in Infinite Void by Sacral Rage

Dark Nightmare – Beyond the Realms of Sorrow

Οι Dark Nightmare, ορμώμενοι από τα Γρεβενά, κινούνται στον χώρο του παραδοσιακού heavy metal, με σαφείς αναφορές στον επικό και μελωδικό ήχο της ευρωπαϊκής σχολής. Με πολυετή παρουσία και σταθερή δισκογραφική δραστηριότητα, έχουν διαμορφώσει ένα ύφος που βασίζεται σε δυνατές μελωδίες, κλασικές κιθαριστικές αρμονίες και θεματολογία που αγγίζει τον φανταστικό και επικό κόσμο.
Μετά από τις 80s αναζητήσεις στο ντεμπούτο τους The Human Liberty, όπου παίζουν αυτό που αποκαλώ "Eat Metal-metal" και τις κάργα επικές εξάρσεις των Beneath the Veils of Winter και Tortured Souls, επιστρέφουν με τον τέταρτό τους δίσκο σε έναν ήχο πιο γίηνο και πιο heavy metal από ποτέ. Αν κάτι μένει σταθερό όμως, είναι ο χαρακτηριστικός ήχος στις κιθάρες τους, και η τρομερή φωνή του Γιάννη Παπαδημητρίου. Το Tears From The Sky μας υποδέχεται στo Βασίλειο της Θλίψης με τρόπο επιβλητικό, πιάνοντας με από τα μούτρα με ένα αδιανόητα κολλητικό βασικό riff, ένα από τα καλύτερα ρεφρέν στο εγχωριο και μη heavy metal και με ένα ακόμα καλύτερο solo. Λατρεύω αυτήν την διακριτική στροφή και νομίζω πως αυτός ο νέος ήχος τους είναι ακριβώς αυτό που πατάει στα δικά μου θέλω. Ένα από τα πιο δυνατά κομμάτια που έχει παρουσιάσει ελληνικό heavy metal τα τελευταία χρόνια. Με το "Hold Me in the Light" κάνουμε μια βουτιά σε πιο επικά μονοπάτια, όμως με μια υποδώρια doom αισθητική που υπάρχει διάσπαρτα στον δίσκο φέρνοντάς τον ακόμα πιο κοντά στα προσωπικά μου ακούσματα. Ίσως για αυτό να τον ξεχώρισα από την αρχή. Οι ομοιότητες με τους Iron Maiden είναι καταφανέστατες, το οποίο σε ένα βαθμό ευθύνεται το εκπληκτικό λαρύγγι του Γιάννη, που αν δεν υπήρχε ο Ανδρέας Κωλέτσης σίγουρα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε Έλληνα Dickinson. Όμως οι συνθέσεις είναι δοσμένες με ένα επικό βάθος κατά νου που με γεμίζουν αφάνταστα με τις κιθάρες να δημιουργούν μια βαριά ατμόσφαιρα που ενισχύει το συναισθηματικό βάθος του τραγουδιού. Fear not όμως ταχυτητολάγνα αδέρφια μου, τα "Timerider" και "The Fields of Screaming Souls" είναι εδώ για να ικανοποιήσουν και τον απαιτητικότερο θαμώνα των pits, με το δεύτερο μάλιστα να αντλεί αρκετά στοιχεία και από τις πιο ακραίες metal εκφάνσεις. Γενικότερα υπάρχει τρομερή ισορροπία στο Beyond the Realms of Sorrow. Δίνεται έμφαση τόσο στα επικά anthems, όσο στα ταχύτερα ξεσπάσματα αλλά και τα συναισθηματικά κομμάτια, όπου τα φώτα χαμηλώνουν και οι ψυχές γίνονται οι αφηγητές. Σε μια εποχή όπου το παραδοσιακό heavy metal συχνά αντιμετωπίζεται είτε ως αναβίωση είτε ως νοσταλγική αναφορά, οι Dark Nightmare δείχνουν ότι το είδος μπορεί ακόμη να ακούγεται ζωντανό και ουσιαστικό όταν υπάρχει πίσω του πραγματική αγάπη για τη φόρμα και τις αξίες του. Το ελληνικό epic heavy metal υπήρξε ανέκαθεν ένα ιδίωμα που άνθιζε σχεδόν πεισματικά, χωρίς να χρειάζεται πολλά για να σταθεί όρθιο. Αρκούσαν οι σωστές μελωδίες, οι κιθάρες που υψώνονται σαν σημαίες στα ηχεία και μια αίσθηση μεγαλείου που γεννιέται μόνο από την ίδια τη μουσική, χωρίς θεατρινίστικα τρικ. Οι Dark Nightmare έρχονται με το Beyond the Realms of Sorrow και αποδεικνύουν με τον πιο καθαρό τρόπο γιατί συγκαταλέγονται ανάμεσα στους σημαντικότερους εκφραστές του είδους στη χώρα. Γιατί καταλαβαίνουν πολύ καλά πως το μεγαλείο του heavy metal δεν κρύβεται στην υπερβολή, αλλά στην αλήθεια των συνθέσεων και στη δύναμη των μελωδιών.

Beyond the Realms of Sorrow by DARK NIGHTMARE

Damage Case – Rock 'n' Roll Justice

Τι σου είναι η ζωή χωρίς λίγο χαβαλέ βρε αδερφάκι μου; Υπάρχει κάτι ομορφότερο και πιο καθαρτικό από το να σβήσεις το κεφάλι σου για μισή ώρα και να αφεθείς σε έναν κόσμο που το μόνο που έχει σημασία είναι η ασταμάτητη κίνηση του σώματος υπό τους ήχους ολόφρεσκου νεανικού speed metal; Καμιά φορά δεν χρειάζονται φανφάρες και υπερβολές για να περάσεις καλά. Και εμένα μου αρέσει να λύνω σουντόκου μετρώντας τις νότες και τους πολυρυθμούς με την ελπίδα να βρω τον κώδικα του Zodiac στην άκρη του τούνελ, όμως καμιά φορά απλά θες να μπεις στο πιτ και να σπάσεις το σβέρκο σου. Το Rock’n’Roll Justice είναι ένας δίσκος που δεν προσπαθεί να κρύψει τις προθέσεις του. Από τον τίτλο μέχρι την αισθητική και τον ίδιο τον ήχο, οι Ρουμάνοι Damage Case παραδίδουν ένα ωμό, ευθύ και ακατέργαστο μείγμα speed/thrash metal με έντονη rock ’n’ roll ραχοκοκαλιά. Τα κομμάτια είναι δομημένα με τρόπο που ευνοεί την άμεση απήχηση, με δυνατές εισαγωγές, επαναλαμβανόμενα ρεφρέν και σύντομες εκρήξεις έντασης. Με το που σκαν τα πρώτα riffs της εισαγωγικής τριπλέτας "Rock’n’Roll Justice", "Shock And Terror" & "Killing Squadron" βλέπουμε μια μπάντα με σαφή ταυτότητα και μια αίσθηση «απελευθέρωσης» που σφραγίζει το DNA του album, λαμβάνοντας στοιχεία τόσο από την Bay Area όσο και από τα punk καταγώγια. Τα φωνητικά υιοθετούν ένα τραχύ, ημι-κραυγαλέο ύφος που ταιριάζει με την αισθητική του δρόμου και της αλητείας. Δεν είναι ακριβώς thrash, ούτε και rock’n’roll, είναι λίγο πιο κοντά στο στυλ του Lemmy, και ταιριάζει γάντι στο ύφος που υπηρετούν. Από τραγούδια με τίτλο "Speed" και "Power and Force" τι περιμένεις; Αν περιμένεις ακραίο speed thrash που στάζει τεστοστερόνη και οργή, τότε έπεσες μέσα. Πάρε την ίδια συνταγή, ρίξε δυό μπουκάλια Jack και πολύ rock’n’roll, και έχεις το κλείσιμο με το "Rock'n'Roll Patrol". Αν υπάρχει ένα κομμάτι όμως που συνοψίζει το άλμπουμ, αυτό είναι το "Booze And Rock’n’Roll". Χρειάζεται να εξηγήσω περισσότερα; Μπορεί οι Damage Case να φαίνονται χαβαλέδες και να μην παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά, αλλά όταν πιάνουν τα όργανα, τα πράγματα αλλάζουν. Πίσω από τον χαβαλέ κρύβεται μια μπάντα που παίρνει πολύ σοβαρά τη δουλειά της, γράφοντας catchy riffοκεντρικά και party-oriented κομμάτια κορυφαίου επιπέδου χωρίς να χάνουν την τρέλα τους. Oι Damage Case είναι μια μπάντα που δεν επιδιώκει υψηλή τέχνη και τεχνική στο thrash τους, ούτε φιλοδοξεί επαναστατικούς μουσικούς πειραματισμούς όπως είδαμε παρακάτω με τους λατρεμένους Sacral Rage. Αντιθέτως, γράφουν τραγούδια σχεδιασμένα να παίζονται δυνατά, μπροστά σε κοινό που αναζητά ταχύτητα, ιδρώτα και ταβερνόξυλο. Νιώθω πως με κάθε κομμάτι τους στοχεύουν απευθείας στα πιο πρωτόγονα έντιστικτά μου και το απολαμβάνω πλήρως for what it is. Μερικές φορές η ομορφία κρύβεται στην απλότητα.

Rock'N'Roll Justice by Damage Case

Mallevs – The Hammer

Οι Mallevs είναι άλλη μια μπάντα με την οποία έχω καταπιαστεί πολύ τα τελευταία χρόνια. Αφ’ ενός διότι η εγκληματική λειψυδρία που πλήττει τον τόπο μου δεν μου επιτρέπει ιδιαίτερα το προνόμιο των επιλογών, αφ’ ετέρου όμως γιατί πραγματικά είναι τόσο καλή μπάντα που αξίζει κάθε κιλοβατώρα ρεύματος που καίγεται για να γραφούν αυτές οι γραμμές. Αυτή η νέα δύναμη στο εγχώριο heavy metal, ορμώμενη από τη Χρυσούπολη Καβάλας με οδηγό τον Γιάννη Μαλέα, αποτελεί μια αναδυόμενη παρουσία της σκηνής με υλικό που ήδη δείχνει ένα πολύ στιβαρό και καλοδουλεμένο heavy metal ύφος. Το The Hammer, ήρθε μέσα στο 2024 και αποτέλεσε έναν εξαιρετικό δίσκο που ξεπερνά κατά πολύ τις προσδοκίες που συνήθως συνοδεύουν μια πρώτη κυκλοφορία. Παρά το σύντομο χρονικό διάστημα ύπαρξης της μπάντας, οι Mallevs παρουσιάζουν εδώ έναν ώριμο, καλοδομημένο και με σαφή προσανατολισμό heavy metal ήχο, όπου κάθε κομμάτι έχει χαρακτήρα και λόγο ύπαρξης. Μετά το τρομερό intro "Flash of Rebellion", που θυμίζει μια μικρή μνεία στους Judas Priest, το "Fire and Blade" έρχεται να θερίσει τα πάντα στο πέρασμά του. Γρήγορος ρυθμός, κλασικό heavy metal riffing και ένα ακόμη πιο δυνατό ρεφρέν συνθέτουν ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κομμάτια της μπάντας. Το “Barricade of Steel” είναι σίγουρα το αγαπημένο μου κομμάτι τους. Ένα πιο πολεμικό τραγούδι, βασισμένο σε πολύ στιβαρά ρυθμικά riffs και πιο επιθετική προσέγγιση. Εντελώς 80s και με έναν Τάκο να τσιρίζει σαν να εξαρτάται η ζωή του από αυτό. Όπως είχα αναφέρει και τότε, η θεματική εδώ είναι πως έχουν στήσει ατσάλινα οδοφράγματα γιατί το μότο τους είναι «Μόνοι μας και όλοι τους». Κόντρα στις πολυεθνικές και στις απαιτήσεις της αγοράς, το πραγματικό ατσάλι δεν οξειδώνεται από εξωτερικούς παράγοντες και εποχιακά trends. Από την άλλη το “Black Abyss” έρχεται ως ένα από τα πιο ιδιαίτερα κομμάτια του δίσκου, με το tempo να γίνεται πιο αργό και βαρύ. Οι κιθάρες θυμίζουν αρκετά Rotting Christ μεσαίας περιόδου και Candlemass, συνθέτοντας ένα doom έπος που βασίζεται περισσότερο στην ατμόσφαιρα.
Ο τίτλος του άλμπουμ, The Hammer, συνοψίζει την ίδια την ουσία των Mallevs: ένα σφυρί που σφυρηλατεί riffs και συνθέσεις με καθαρό heavy metal πνεύμα. Έτσι και το ομώνυμο κομμάτι είναι μια επίδειξη τεχνικής και δύναμης, με riffs που πηδούν από το ένα στο άλλο με άνεση, δείχνοντας ότι η μπάντα έχει υψηλή ενεργητικότητα, αποφασιστικότητα, και φωνητικές γραμμές που μόνο ένας Τάκος θα μπορούσε να απαγγείλει αξιοπρεπώς. Το καλύτερο στοιχείο στον δίσκο, σχεδόν δύο χρόνια μετά την πρώτη μου επαφή μαζί του, παραμένει η συνθετική του ποικιλία. Τα κομμάτια περνούν από ανθεμικά, ατσάλινα heavy metal bangers (“Fire and Blade”, “Black Abyss”, “Hydra of Lerna”) σε headbanging οδοστρωτήρες (“The Hammer”, “Astral Plains”, “Revenge Comes Riding”, “Barricade of Steel”) και καταλήγουν με μία εξαιρετική power ballad που σε ωθεί να χορέψεις ζεϊμπέκικο απέναντι σε θεούς και δαίμονες. Το The Hammer καταφέρνει να χωρέσει μέσα του όλα τα στοιχεία που αγαπάμε στο heavy metal χωρίς να μοιάζει σε καμία περίπτωση με απλό «συνονθύλευμα» παλιομοδίτικων ιδεών. Κάθε τραγούδι έχει χαρακτήρα, οι ερμηνείες είναι δυναμικές και παθιασμένες, και οι Mallevs δείχνουν ότι έχουν μπει στη σκηνή με σαφές όραμα. Τα δείγματα που μας έχουν ήδη δώσει από την επερχόμενη δουλειά τους αφήνουν υποσχέσεις για ακόμη μεγαλύτερη εξέλιξη στο μέλλον και επιπλέον, η πληθώρα ζωντανών εμφανίσεων τους στις γύρω περιοχές τα τελευταία δύο χρόνια, απέδειξε περίτρανα την αποδοχή της οποίας χαίρουν από το τοπικό –και όχι μόνο– κοινό. Κάτι μου λέει πως το opening act θα κλέψει την παράσταση.

The Hammer by Mallevs

 

Ραντεβού το Σάββατο 21 Μαρτίου στην Κατινάρα Live Stage

Προλάβετε τα εισιτήρια σας εδώ : 
https://www.more.com/gr-el/tickets/music/decibel-rebel-festival-iv/

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured