John Balance

Κάθε 16 Φεβρουαρίου, η μνήμη του Jhonn Balance (John Balance) επιστρέφει σαν φάντασμα που επιμένει να ζει σε κάποια δωμάτια όπου κάποτε μπορεί να παίχτηκε μια περίεργη τελετή. Ο Geoffrey Nigel Laurence Rushton (Geff) γεννήθηκε για να γίνει κάτι περισσότερο από τραγουδιστής, ήταν περισσότερο ένας φορέας έντασης, όρασης και εύθραυστης επιθυμίας, που μαζί με τον Peter "Sleazy" Christopherson μετέτρεψαν τους Coil σε ένα τρομακτικό πεδίο εμπειρίας πέρα από τη μουσική. Το επίθετο Rushton το δανείστηκε από τον πατριό του, σαν να ήθελε να υιοθετήσει μια δεύτερη ταυτότητα πριν ακόμη γίνει ο Jhonn Balance που θα γνωρίζαμε αργότερα. 

Στην εφηβεία του, εκεί όπου οι ευαισθησίες ακόμη σχηματίζονται σαν υγρό μέταλλο, πλησίασε τον Peter Christopherson ως θαυμαστής των Throbbing Gristle, μια σχέση που ξεκίνησε ως μαγνητική έλξη προς τον ήχο και κατέληξε σε ερωτική και δημιουργική ένωση, από εκείνες τις σπάνιες συμπτώσεις που αλλάζουν την πορεία της πειραματικής μουσικής. Από τον νεαρό φανζινά που κατέγραφε τους εξόριστους του βιομηχανικού ήχου μέχρι τον λυρικό πυρήνα των Coil, ο Balance έμεινε πάντα κάτι ανάμεσα σε μάρτυρα και ιερέα της εμπειρίας: μια φωνή που δεν τραγουδούσε μόνο, αλλά άνοιγε χώρο για να συμβεί κάτι. Και ίσως αυτό είναι που επίμονα βρίσκεται ακόμα, όχι στο πρόσωπο, αλλά στη συχνότητα κάθε συνάντησης με την μουσική των Coil. 

Κάθε 16 Φεβρουαρίου επιστρέφει εκείνη η εικόνα: ο Balance με το όμορφο, θλιμμένο βλέμμα του, δίπλα στον Sleazy, μια φιγούρα ταυτόχρονα ειρωνική και εκτεθειμένη, «λερωμένη» από την ίδια την πρόκληση του πρώτου τους άλμπουμ. Μια φωτογραφία σαν ηλεκτρική εκκένωση της παραβατικής κουλτούρας που τους γέννησε: στις σκιές της Lolita, στην άβυσσο και το ψυχρό φως του Salò. Εκεί, στην ένταση ανάμεσα στην ευαισθησία και την πρόκληση, οι Coil χαρτογραφούσαν τα όρια του γούστου σαν να ήταν ψυχογεωγραφία του σώματος. Πείραμα; Σάτιρα της διαστροφής; Καθαρό σοκ; Ίσως όλα μαζί.

Στα πρώτα του ίχνη, πριν ακόμη σταθεροποιηθεί η μορφή που θα ονομαζόταν Jhonn Balance, η φωνή του εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Murderwerkers, σαν κάποιος που δοκιμάζει μάσκες σε δωμάτιο χαμηλού φωτισμού. Το κομμάτι "Blue Funk (Scars for E)" μπαίνει στην κασέτα της Sterile Records, Standard Response, ως μια μικρή, σχεδόν μυστική αποτύπωση ενός ήχου που ακόμη σχηματίζεται. Παράλληλα, ο Balance τυπώνει το υπόγειο φανζίν Stabmental, σαν να χαράζει με μια γραφομηχανή έναν προσωπικό χάρτη των εξόριστων ήχων, και κάτω από το ίδιο όνομα κυκλοφορεί το "A Thin Veil of Blood" που βρίσκει το δρόμο του μέσα στη συλλογή Deleted Funtime – Various Tunes for Various Loons.

Έπειτα οι διαδρομές συγκλίνουν: με τον Peter Christopherson και τον Boyd Rice γεννιέται το Nightmare Culture υπό το όνομα The Sickness of Snakes, μια ένωση σαν τελετουργική σύμπτωση σωμάτων και ιδεών. Ο Balance περνά για λίγο από τους Psychic TV, δίπλα στον Christopherson, όμως το 1984 αποσπώνται μαζί, σαν να εγκαταλείπουν ένα παλιό δέρμα, για να καλλιεργήσουν κάτι δικό τους, πιο εσωτερικό: τους Coil. Μια σύντομη, σχεδόν φευγαλέα σύμπραξη με τους Zos Kia γεννά την κασέτα Transparent (Nekrophile Rekords, 1984) ένα διάφανο όριο ανάμεσα σε καταστάσεις, που φέρει ήδη το πρώτο ίχνος των Coil. Εκεί, μέσα στην εύθραυστη μαγνητική ταινία που μοιράζεται την υπογραφή, διακρίνεται η απαρχή: η στιγμή όπου το όνομα Coil παύει να είναι ενδεχόμενο και γίνεται πεπρωμένο. Το ίδιο υλικό θα επιστρέψει αργότερα, το 1997, ως His-Storical επανέκδοση, σαν φάντασμα που επανεμφανίζεται για να θυμίσει πού άρχισε το νήμα.

Μέχρι να κλείσει το 1984, οι Coil είχαν ήδη σκορπίσει ίχνη σε κασέτες, ηχογραφήσεις, τελετουργικά σημάδια σε υπόγεια κυκλώματα, μα τίποτα δεν στερεώθηκε τόσο βαθιά όσο στο πρώτο τους πλήρες άλμπουμ: Scatology (Force & Form, 1985). Ένας δίσκος που δεν είναι απλά ένα ντεμπούτο, αλλά μια σκοτεινή εστία διάθεσης, ένας δίσκος που από τότε δεν ήθελε να ακουστεί, αλλά να βιωθεί σαν κάποια νέα, και μυστική συνθήκη. Εκεί μέσα, ο Balance και ο Sleazy άφηναν την προσωπική τους ένωση να διαπεράσει τον ήχο σαν μια απαγορευμένη θερμότητα: μια αγάπη που στον κόσμο έξω ακόμη ονομαζόταν απόκλιση, αμαρτία, απειλή.

Γι’ αυτό οι λέξεις του Balance στάζουν επιθυμία και φόβο μαζί, σαν ένα απαγορευμένο φιλί που γνωρίζει το τίμημά του. Στο "Tenderness of Wolves" η οικειότητα μεταμορφώνεται σε επικίνδυνη χαρά, το άγγιγμα φέρει δάγκωμα, η ένωση φέρει θάνατο. Μια αλληγορία της αγάπης που βιώνεται ως έγκλημα από τον κόσμο. Ακόμη και ο τίτλος, Scatology, ακουμπά επίτηδες στο πεδίο του απωθημένου, του «μιαρού», σαν να μετατρέπει το σώμα (και ό,τι η κοινωνία απορρίπτει) σε αλχημική ύλη. Το εξώφυλλο, με την ανατριχιαστική «πρωκτική σκάλα» ή τους γλουτούς μέσα σε ανεστραμμένο σταυρό, δεν είναι πρόκληση για το σοκ, είναι η εικονογραφία μιας αλήθειας: ότι η επιθυμία και η ντροπή, η σάρκα και η θρησκεία, κατοικούν στο ίδιο σκοτεινό δωμάτιο.

Και όταν στο "Godhead=Deathead" ο Balance ψιθυρίζει για εκείνη την «ηθική πλειοψηφία» που θα σκότωνε έναν queer στο όνομα του Χριστού, ο δίσκος αποκαλύπτει το υπόγειο πολιτικό του σώμα. Το Scatology γίνεται έτσι ένα κρυπτικό μανιφέστο για την αγάπη που αναγκάζεται να μιλά στη γλώσσα του αποκρυφισμού και της απόκλισης επειδή η κανονικότητα την κυνηγά. Είναι η μαρτυρία μιας εποχής όπου η ομοφυλοφιλική επιθυμία έπρεπε να κρυφτεί μέσα σε τελετουργίες, σύμβολα και μια σκοτεινή ποίηση για να επιβιώσει. Και μέσα σε αυτό το ηχητικό καταφύγιο, η ένωση του Balance και του Sleazy πάλλεται ακόμη: απαγορευμένη, τρυφερή, αδιάλυτη. Έτσι το Scatology παραμένει μέχρι σήμερα το απαραίτητο πρώτο σώμα, ένας ζωντανός πρόδρομος, ένα σκοτεινό λουλούδι που ανοίγει αργά πριν η φλόγα των Coil φτάσει στην πλήρη, εκτυφλωτική της ένταση.

Στη διάρκεια της εικοσιτριετούς διαδρομής των Coil, ο Balance κινήθηκε σαν νυχτερινός πλανήτης μέσα σε αστερισμούς συγγενών ψυχών, συναντώντας και ενώνοντας τις τροχιές του με καλλιτέχνες που κατοικούσαν στην ίδια ακραία γεωγραφία του ήχου. Δίπλα στον Jim Thirlwell (Foetus), στον Marc Almond, στον Thighpaulsandra, στον NON, στους Current 93 και στον CoH, άφησε τη φωνή και την παρουσία του να διαπεράσουν ξένα άλμπουμ σαν λεπτή ακτίνα, όχι ως «συμμετοχή», αλλά ως μυστική επιμόλυνση: ένα ίχνος ευθραυστότητας και έντασης που περνούσε από έργο σε έργο, σαν να αντάλλασσαν μεταξύ τους οι δημιουργοί αυτού του υπόγειου σύμπαντος μικρά τελετουργικά θραύσματα. Έτσι ο Balance δεν ανήκε ποτέ μόνο στους Coil, αντίθετα αντηχούσε σε πολλαπλά σώματα μουσικής, όπως μια φλόγα που μεταφέρεται από χέρι σε χέρι χωρίς να σβήνει.

«Ο θάνατος είναι φυγόκεντρος,
ηλιακός και λογικός,
παρακμιακός και συμμετρικός.
Οι άγγελοι είναι μαθηματικοί,
οι άγγελοι είναι θηριώδεις.
Ο άνθρωπος είναι το ζώο…»
(Fire of the Mind, Τhe Ape of Naples, 2005)

Αν πρέπει να μιλήσουμε και για το τέλος, ίσως χρειάζεται να θυμηθούμε εκείνη τη νύχτα στο Δουβλίνο, κάτω από τον θολωτό ουρανό του Dublin Electronic Arts Festival, όπου ο Balance στεκόταν σαν κάποιος που κοιτάζει ψηλά αλλά δεν βλέπει τους προβολείς που παίζουν, βλέπει κάτι αόρατο που τον καλεί. «Night night», είπε στο κοινό, μια παιδική ευχή καλής νύχτας που έγιναν οι τελευταίες λέξεις που είπε πάνω στη σκηνή. Είκοσι μία μέρες αργότερα, στο σπίτι που ακόμη μοιραζόταν με τον Sleazy, το σώμα του Balance γλίστρησε από το ύψος της σκάλας και έπεσε στη σιωπή, ένα τραγικό, ακούσιο πέρασμα που έμοιαζε σχεδόν με μεταφορά για όλη του τη ζωή: πτώση και μεταμόρφωση μαζί. Οι φίλοι έγραψαν πως δεν πέθανε αλλά «πέρασε το Κατώφλι»· πως η φυσική απουσία είναι απλώς άλλη μορφή συνέχειας. Κι ίσως αυτό εξηγεί γιατί, ακόμη και σήμερα, οι Coil ακούγονται σαν να γράφτηκαν για εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Κάποιοι λένε ότι, αν θέλεις να τον θυμάσαι, να γράψεις το όνομά του σε ένα χαρτί και να το φυτέψεις στο χώμα, και να αφήσεις κάτι να φυτρώσει πάνω του. Ίσως γιατί ο Balance δεν ήταν ποτέ ένας απλός άνθρωπος, αλλά ένας σπόρος, κάτι που έπεσε βαθιά και συνεχίζει να φυτρώνει μέσα σε όσους τον ακούν...

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured