Full Metal Bracket

Μπορεί να αφήσαμε πίσω μας το 2025 και να έχουμε ήδη μπει σε μια νέα μουσική σεζόν, όμως ο απόηχος της χρονιάς που πέρασε εξακολουθεί να βαραίνει ευχάριστα στα αυτιά μας. Παρακάτω θα δούμε 4 δίσκους από τον Δεκέμβρη, που παραδόξως υπήρξε πολύ πιο γόνιμος από το αναμενόμενο. 

Fleshvessel – Obstinacy: Sisyphean Dream Unfolded

Οι Fleshvessel κινούνται σε ένα ιδιότυπο άκρο του σύγχρονου extreme metal. Μια γωνία του ακραίου ήχου όπου το black metal, το avant-garde και το πειραματικό death συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Έτσι, με το νέο τους πόνημα με τίτλο Obstinacy: Sisyphean Dream Unfolded, έρχονται αν αναπτύξουν αυτόν τον ιδιαίτερο ήχο τους, σε σημεία που το κάνει να μην μοιάζει με τίποτα από όσα ακούσαμε το 2025. Όσο περισσότερο ακούω το Οbstinacy, τόσο περισσότερο δεν μπορεί να βγει από το μυαλό μου ο παραλληλισμός με μία θεατρική παράσταση. Οι ηχητικές ομοιότητες με μπάντες όπως οι Kayo Dot και οι Dirty Granny Tales να δένουν με το ιδιαίτερο death metal των Opeth, Phlebotomized και την παράνοια των Demilich, εντείνουν στο μυαλό μου αυτήν την θεατρικότητα. Ένα έργο που σπάει σε 4 parts, ένα για κάθε κομμάτι, με έκαστο να πιάνει και ένα διαφορετικό σκέλος της ψυχοσύνθεσης του φαινομενικού πρωταγωνιστή και όλα μαζί συντελούν τον εφιάλτη του Σίσυφου.

Σκηνή 1η : "Mental Myiasis"
Το "έργο" λοιπόν ανοίγει με μια ταιριαστή σύγχυση, μια ψυχική λοίμωξη, αυτό ακριβώς που υποδηλώνει δηλαδή και ο τίτλος του "Mental Myiasis". Οι κιθάρες είναι γεμάτες με δυσρυθμίες και με έναν αλλόκοτο ήχο που μου φέρνει στο μυαλό τους Demilich εντείνεται ακόμα περισσότερο το uncanny valley συναίσθημα. Φυσικά αυτό κορυφώνεται με τα φωνητικά, τα οποία περνούν από αλλόκοτα ουρλιαχτά σχεδόν σαν οπερατικό mimicry, σε επική λυρική αφήγηση που μου φέρνει στο μυαλό τους αγαπημένους μου Ashenspire και σε βαθιά growls από act σε act με μια παντελώς απόκοσμη φυσικότητα. Σαν ένα perverted θεατρικό με πρωταγωνιστή το υποσυνείδητο ενός σχιζοφρενή. Η μουσική κτισμένη σε αυτή τη σκηνή αναδεικνύει την εσωτερική φρίκη, με την εναλλαγή από βαθιά growl σε υστερικά, παράφωνες εκρήξεις και πίσω σε μελωδικά ή ατμοσφαιρικά περάσματα να μοιάζει σαν ένας μονολόγος που εκδιπλώνεται μπροστά σε έναν καθρέφτη. Η υπερβολή στον ήχο λειτουργεί σαν κουίντα σύγχρονου avant-garde θεάτρου και εισάγει ένα θέμα όπου κάθε ήχος είναι δραματουργία σωματοποιημένη.

Σκηνή 2η : "Am"

Με το δεύτερο κομμάτι έρχεται και το πρώτο πραγματικό ξεσπασματικό arc. Το “Am” μοιάζει να δρα ως ένας ίκελος φωνής και αναστοχασμού. Ένας "άλλος εαυτός" που ουρλιάζει υποσυνείδητα. Κανένα άλλο κομμάτι δεν εκφράζει τόσο έντονα τον "εσωτερικό διάλογο". Ο κεντρικός χαρακτήρας μοιάζει να παλεύει με την ίδια του την ταυτότητα. Το βάρος του να είναι. Το κομμάτι ανοίγει με ένα αρκετά χαοτικό και directionless ύφος, αλλά σταδιακά αποκαλύπτει esoteric μελωδίες που μοιάζουν εντελώς ασύμβατες με το πρωτόγονο χάος της πρώτης σκηνής, πριν στροβιλιστούν ξανά στο σκοτάδι. Ένα βαθιά ενδοσκοπικό κομμάτι που περνάει το όριο του αφηγήματος μεταφέροντας μια εμπειρία πολύ ανώτερη από το ηχητικό σκέλος της. Ένα σκέλος που παραμένει εκπληκτικό όμως, με το δεύτερο μισό να είναι η απόλυτη μαξιμαλιστική αποθέωση, με τα synths και τα συμφωνικά να δένουν εκπληκτικά σε ένα ηχητικό πανδαιμόνιο προς την απόλυτη κορύφωση. Μια συναρπαστική έκθεση χαρακτήρα και κόσμου. Ένας εσωτερικός λαβύρινθος που παίρνει μορφή μέσα από ήχους και αντιθέσεις, και με βάζει κατευθείαν στο κεντρικό σύμπαν της παράστασης. Το αγαπημένο μου Fleshvessel και μάλιστα με απόσταση ασφαλείας.

Σκηνή 3η : “Cessation Fixation”

Με την τρίτη σκηνή δείχνουμε να οδηγούμαστε σε μία τρόπον τινά ανάπαυλα, ρίχνοντας αρκετά τις ταχύτητες φαινομενικά. Φυσικά είναι και το πιο μελαγχολικό κομμάτι του δίσκου, όπου μετά την εσωτερική αναζήτηση του "Αm" εδώ δείχνει όλο το μίσος να στρέφεται προς την ίδια την ύπαρξη. O "κεντρικός χαρακτήρας" αντιμετωπίζει το πράγμα καθαυτό. Την αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη για ζωή και την επιθυμία της απελευθέρωσης από αυτήν. Δεν νομίζω να μπορώ να το εξηγήσω καλύτερα απ'ότι το εξηγούν οι ίδιοι με αυτό το στίχο.

«Never did I ask for this - no… For conception no consent Life and death in the abyss Better to return what’s lent»

Μουσικά ίσως το "Cessation Fixation" να είναι το πιο αλλόκοτο κομμάτι του δίσκου. Σε στιγμές θυμίζει τις πιο
jazzoφλύαρες στιγμές των Primus (στο όριο να το πω και South-Park-intro-esque). Εδώ η μουσική υποστηρίζει αυτή τη δραματουργία με εναλλαγές καθαρών, noir αρμονιών και σπασμένων groove, αλλά και με jazz-like, διαλυτικά περάσματα που υπό άλλες συνθήκες θα φάνταζαν ξένα σε metal άλμπουμ, εδώ όμως ταιριάζουν γάντι με έναν οξύμωρο τρόπο. Η σύνθεση, όπως και η θεματική, μοιάζει να αποδομεί το ίδιο το faitytale της ύπαρξης με την ένταση του ατελέσφορου μονολόγου. Λίγο σαν ο χαρακτήρας να βλέπει σκηνές από τη ζωή του ως μύγα πάνω σε σάρκα, παραμορφωμένες, διψασμένες για καταστροφή. Ίσως η πιο καθαρή μορφή Σισύφειας δραματουργίας που μπορείς να βιώσεις.

Σκηνή 4η : “It Lurched From A Chasm In The Sky”

Αν η τρίτη σκηνή είναι το φλερτ με τον θάνατο και το νόημα, η τέταρτη είναι η τελική έκρηξη. Μια αποκάλυψη που επιχειρεί να ενώσει όλα τα προηγούμενα στοιχεία σε μια κινηματογραφική/θεατρική κορύφωση. Η θεατρικότητα σε αυτή τη σκηνή έχει πολλαπλά πρόσωπο. Ξεκινά καθαρά, σχεδόν ειρηνικά, με ήχους που μοιάζουν να επιπλέουν, αλλά πολύ γρήγορα καταρρέουν σε μια μαζική σύγκρουση. Η σύνθεση περνά από βαρύ και τσιμεντένιο death/black, jazz-όρμες, ατμοσφαιρικές και σχεδόν αέρινες στιγμές και γυναικεία οπερατικά φωνητικά πριν επιστρέψει σε μια σκοτεινή μάχη με τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι η στιγμή όπου ο πρωταγωνιστής, έχοντας βιώσει τους προηγούμενους μονόλογους και συγκρούσεις, αντικρίζει την ίδια του την ύπαρξη σαν ένα βαθύ χάσμα στον ουρανό. Η δική μου εικασία είναι πως αυτά που αντικρίζει ο πρωταγωνιστής είναι οι αφηρημένες σκηνές μετά τον θάνατο του. Μια κατάβαση, και ταυτόχρονα σαν επανεκκίνηση. Δεν υπάρχει τέλος σε αυτή τη μη-γραμμική αφήγηση, υπάρχει σύγκρουση που συνεχίζει να σχηματίζει νόημα μέσω της επανάληψης. 

Κάθε σκηνή έχει το δικό της ύφος, την δική της δραματουργική «πινακοθήκη», αλλά όλα μαζί συνθέτουν μια ενιαία περφόρμανς της εμμονής, επανάληψης και μάχης με την ίδια την ύπαρξη. Μια σκοτεινή, παραμορφωμένη ωδή στον Σίσυφο του μύθου αλλά και μια αλληγορία για τον άνθρωπο του σήμερα. Για εσένα, για εμένα και για κάθε δέσμιο της καπιταλιστικής πραγματικότητας. Δίσκος που άξιζε να μπει στην δεκάδα, και γιατί όχι στην πεντάδα μου για το 2025. Πιστεύω πως σε 10 χρόνια από τώρα, θα τον ακούω με την ίδια ζέση και θα επανακαλύπτω ξανά και ξανά κάτι νέο για αυτό το αναθεωρημένο μαρτύριο του Σίσυφου


Hierophany – Tenebrario

Η μετάβαση των Μεξικανών Black Hate στο νέο τους πρόσωπο ως Hierophany σηματοδοτεί παράλληλα μια ουσιαστική και πολύ πιο ενδιαφέρουσα αναθεώρηση της ηχητικής τους ταυτότητας, με το Tenebrario να αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη κατάθεση αυτής της νέας πορείας. Ο δίσκος, που κυκλοφόρησε υπό τη σκέπη της Serpent Sun Records, εκτείνεται σε 42 λεπτά και δομείται γύρω από έξι συνθέσεις που λειτουργούν ως μια ενιαία σπουδή πάνω στη θνητότητα και τον θρησκευτικό μυστικισμό. Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται ως Mystic Black Metal, και μπορώ αμέσως να καταλάβω το γιατί. Ο τίτλος παραπέμπει στο τριγωνικό κηροπήγιο των καθολικών ακολουθιών του σκότους (Tenebrae), μια σημειολογία που διατρέχει ολόκληρο το έργο, καθώς η μουσική μοιάζει να σβήνει σταδιακά κάθε ίχνος φωτός μέχρι την τελική επικράτηση του κενού. Στιχουργικά και αισθητικά, το "Tenebrario" εμβαθύνει σε έννοιες που αφορούν τη μελέτη του θανάτου και την πνευματική απομόνωση. Έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στο στιχουργικό σκέλος, και αποφεύγουν τις συνήθεις επιφανειακές αναφορές και επικεντρώνονται σε μια πιο υπαρξιακή προσέγγιση της φθοράς. Τα credits δίνονται σε έναν ανώνυμο Megistus Faust, ο οποίος αυθαίρετα υποθέτω πως είναι ο ίδιος o B.G. όμως don't quote me on that. Κάτι ακόμα που αντικατοπτρίζει την προσοχή στις λεπτομέρειες, και το πόσο σοβαρά παίρνουν τους εαυτούς τους και την αισθητική τους ακεραιότητα πλέον οι Hierophany είναι η ανάθεση του εξωφύλλου στον Denis Forkas Kostromitin. Είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ζωγράφους με έντονο ενδιαφέρον για τη μυθολογία, τους θρησκευτικούς συμβολισμούς και αρχαίες εικονογραφικές παραδόσεις και έμφαση στη χρήση ακρυλικών. Το μουσικό περιεχόμενο του άλμπουμ κινείται τόσο στον άξονα του ορθόδοξου όσο και του δυσαρμονικού black metal, αντλώντας επιρροές από τη γαλλική και πολωνική σχολή, αλλά μπολιάζοντάς τες με μια σκοτεινή death metal στιβαρότητα. Ηχητικά καταφέρνει να διατηρήσει μια ισορροπία ανάμεσα στην πυκνότητα των οργάνων και την πνιγηρή ατμόσφαιρα, αποφεύγοντας την υπερβολική ψηφιακή καθαρότητα που συχνά αποστεώνει το σύγχρονο black metal. Από τα πρώτα λεπτά του "Ars Moriendi" βρισκόμαστε σε πρώτο πρόσωπο με την πρωταρχική βάση του δίσκου. Την τελετουργικότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι Hierophany αρκούνται σε φτηνές τεχνικές αργού και μονότονου black metal με έμφαση στην ατμόσφαιρα. Εδώ έχουμε δαιδαλώδη riffs και συνεχείς εναλλαγές ρυθμών. Έχει μεν στοιχεία από την Ισλανδική dissonant σκηνή όμως σε μεγάλο βαθμό το βλέμμα είναι στραμμένο προς τα πάνω, στις ΗΠΑ. Η πρώτη μου σκέψη είναι πως έχουμε να κάνουμε με την Μεξικανική απάντηση στους Akhlys, χωρίς όμως να τους περιορίζει ηχητικά και χωρίς να είναι προϊόν αντιγραφής and I'm all for it! Το "Communio Mortis" χτίζει τείχη ήχου, τα οποία διακόπτονται από απόκοσμα ambient περάσματα και τις ορχηστρικές παρεμβολές του Sebastián Giuliano, εντείνοντας έτσι αυτόν τον τελετουργικό χαρακτήρα. Άλλος ένας έντονος παραλληλισμός που μου έρχεται στο μυαλό είναι οι Rotting Christ, ειδικά όσον αφορά τα φωνητικά. Ακούγεται έντονα σαν "Σάκης" τελευταίας περιόδου, μίας που οι Rotting Christ έχουν ιστορικά χρησιμοποιήσε ημι-καθαρά φωνητικά, αφηγήσεις και φράσεις που μετρούν ως αναγνωρίσιμες μελωδικές “γκαστριές” ακόμη και σε black metal πλαίσια. Οι κιθάρες, ενώ σε μεγάλο βαθμό να ακολουθούν τα δυσαρμονικά βήματα των σύγχρονων κυκλοφοριών των Mayhem, η σύγκριση με τους πρώτους έρχεται και πάλι να στοιχειώσει με τα υπέρμετρα catchy hooks, όπως πχ στο "Communion Mortis" που δεσπόζουν διάσπαρτα ανάμεσα στον ζόφο και την τελετουργική ατμόσφαιρα.

Το "Vigilae Mortuorum" είναι το πιο straightforward κομμάτι του δίσκου και παράλληλα το προσωπικό μου αγαπημένο. Είναι γεμάτο τόσο ηχητικά, με τα συμφωνικά στοιχεία να προσδίδουν ένα ανυπέρβλητο βάθος, τόσο όμως και συνθετικά, με την ποικιλία των riffs και των εναλλαγών στα drums να μην επισκιάζονται στιγμή από τον όγκο. To "Oficio De Tinieblas" λειτουργεί σαν ένα 9λεπτο ιντερλούδιο με μοναδικές φωνητικές γραμμές να αποτελούν οι ψαλμωδίες. Δεν υπήρξε όμως ούτε στιγμή αυτής της εκτεταμένης ανάπαυλας που αισθάνθηκα πως χρειάζομαι κάτι παραπάνω. Μέχρι και την τελευταία στιγμή ένιωθα σαν να είμαι θιασώτης ή μέρος της εκατόμβης μιας αρχέγονης τελετής. Το κλείσιμο όμως έρχεται με το υπέρμετρα επικό ομότιτλο κομμάτι. Ο ήχος του είναι σαν οι Behemoth του The Satanist να συναντούν την μελωδικότητα των Rotting Christ της Κατά Τον Δαίμονα περιόδου. Ένας από τους αγαπημένους μου συνδιασμούς διαχρονικά, και μου κλείνει το Tenebrario με τον πιο θριαμβευτικό τρόπο. Πρόκειται για μια κυκλοφορία που τοποθετείται με αξιώσεις στο διεθνές στερέωμα του occult black metal, επιβεβαιώνοντας ότι η μεξικάνικη σκηνή συνεχίζει να παράγει μπάντες και δίσκους με βάθος, καλλιτεχνική εντιμότητα και υψηλή αισθητική αξία.


Der Rote Milan – Verlust

Η πρώτη μου επαφή με τους Γερμανούς black metallers Der Rote Milan ήρθε με την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου με τίτλο Moritat, κάπου στο 2019. Από τα πρώτα τους βήματα έδειξαν πολύ ξεκάθαρη την πρόθεση να παίξουν ένα κράμα που ναι μεν είναι guitar-driven, δεν αρκείται όμως στα στιγνά κλισέ του είδους, και επηρεασμένοι εμφανώς από τους συμπατριώτες τους Der Weg Einer Freiheit παρέδωσαν έναν έντονα συναισθηματικό και μαγικά ατμοσφαιρικό δίσκο μέσα στην ωμότητά του. Το Verlust αισίως είναι η δεύτερη επαφή μου με την τετράδα από το Trier και μαζί του φέρνει έναν πολύ φρέσκο ηχητικό αέρα. Μέσα από πέντε συνθέσεις συνολικής διάρκειας περίπου 23 λεπτών, οι Der Rote Milan επιλέγουν τη συμπύκνωση των ιδεών τους σε ένα EP που λειτουργεί περισσότερο ως συναισθηματικός κύκλος παρά ως μια τυπική συλλογή τραγουδιών.

Φυσικά αυτό φαίνεται έντονα και από τους τίτλους των κομματιών. Ξεκινώντας από το εισαγωγικό "Aus Der Finisteris" (Από το Σκοτάδι), το οποίο μας υποδέχεται στο EP με ένα riff απευθείας βγαλμένο από το Drought των DsO σε ένα μοναδικό πάντρεμα δυσαρμονιών και μελωδιών και όλων των πιθανών ταχυτήτων. Παρά το overwhelm που μπορεί να προκαλεί η περιγραφεί, έχουν έναν αρκετά προσβάσιμο ήχο συνολικά. Το "Verlust", που σημαίνει "Απώλεια" δεν δείχνει να πραγματεύεται μόνο τον θάνατο, αλλά τη μεταμόρφωση που επιφέρει η απουσία, επιλέγοντας μια πιο ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Η αισθητική του άλμπουμ, από το λιτό artwork που θυμίζει κάποιο από τα skills στο Disco Elysium, μέχρι τη ροή των κομματιών, υπηρετεί την ιδέα της "ακατανόητης αλλά όμορφης απελπισίας", μιας κατάστασης όπου ο πόνος αναγνωρίζεται ως αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας. Το "Où allez-vous ?" (Που πηγαίνουμε;) είναι άλλη μια πολύ έντονη στιγμή, αποπνέοντας μια έκκληση, μια κραυγή απελπισίας στην αναζήτηση του μεγαλύτερου νοήματος, πράγμα που βγαίνει έντονα και στο μουσικό κομμάτι με την αργή και συναισθηματική του έκβαση. Αντίθετα, σε μια στροφή 180 μοιρών, το "Skepsis der Existenz" (Σκεπτικισμός της Ύπαρξης) ξεκινά σαν ένας αρχετυπικός black\death metal οδοστρωτήρας. Εναλλάσει την καταστροφή με μελωδικά riffs και μου φέρνει πολύ έντονα στο μυαλό τα πρώτα άλμπουμ των Heaven Shall Burn, κάτι που μόνο για καλό θα με ακούσεις να λέω. Χρειαζόταν ένα τέτοιο banger για να κρατήσει το ενδιαφέρον μου αναπόσπαστο. Το ομώνυμο κομμάτι, η θεματική καρδιά του EP, είναι και η πιο "επική" σύνθεση. Μέσα στα 4 μόλις λεπτά του, και ενώ κινείται αργά, δίνει μια μαγική κορύφωση χωρίς να φλυαρεί. Το "Der letzte Rubin" (Το τελευταίο ρουμπίνι), είναι και το τελευταίο κομμάτι που κοσμεί αυτό το υπέροχο EP. Έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου καθώς εμπνέεται από ένα ποίημα του Goethe. Είναι ίσως το πιο εύπεπτο single μέσα στο Verlust, και το πιο χαρακτηριστικό δείγμα μοντέρνου μελωδικού black metal, ή τουλάχιστον πως θα έπρεπε να είναι. Μπορεί στο μυαλό μου η θεωρητική κορύφωση στον δίσκο να ήρθε λίγα λεπτά πριν, εδώ όμως προστέθηκε ένα ακόμα (πολύτιμο) λιθαράκι σε ένα από τα καλύτερα EP που άκουσα για το 2025. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα είναι αυτή η τελευταία μου επαφή με τους Der Rote Milan.


Martrod – Draumsýnir Eldsins

Ισλανδία μου μεγάλη μπλακμεταλλομάνα!

Το Draumsýnir Eldsins αποτελεί την κατάληξη μιας δεκαετούς πορείας που ξεκίνησε ως ένα πειραματικό project «σύγκλισης» κορυφαίων προσωπικοτήτων της ισλανδικής και αμερικανικής black metal σκηνής. Οι Martrod είναι μια μπάντα την οποία είχα εδώ και αρκετά χρόνια στα ραντάρ μου και περίμενα καρτερικά ωσάν άλλη Πηνελόπη (Nolan πρόσεχε, σε παρακολουθώ) τον πρώτο τους δίσκο. Με μόλις δύο κομμάτια, το ντεμπούτο EP τους με τίτλο Τransmutation of Wounds ήταν αρκετό ώστε να ανήκει στα αγαπημένα μου EP της περασμένης δεκαετίας και να πατήσω το κουμπί του pre-order αμέσως μόλις η Debemur Morti το έβγαλε διαθέσιμο κάπου στον Οκτώβριο. Χωρίς υπερβολές και χωρίς οπαδισμούς νομίζω πως δεν μπορούσα καν να φανταστώ το πόσο καλό θα ήταν τελικά το Draumsýnir Eldsins. Μετά το εμβλημαατικό τους EP οι H.V. (Wormlust) και A.P. (Skáphe), πλαισιωμένοι πλέον από τον Jack Blackburn στα τύμπανα και τον Magnús Halldór Pálsson στο μπάσο παραδίδουν έναν δίσκο που αγκαλιάζει πλήρως τη δυσαρμονική και ψυχεδελική πλευρά του black metal. Όσοι γνωρίζουν την Ισλανδική σκηνή, δεν θα εκπλαγούν ιδιαίτερα από τον ηχητικό όγκο που θα επιτεθεί στα αυτιά τους από την στιγμή που θα πατήσουν το play στο "Skopunin". Στο πρώτο του μισό του "Sköpunin" οι Martroδ, από την "Δημιουργία" δηλαδή, εστιάζουν περισσότερο στη σωματικότητα του ήχου τους. Ξεκινούν τον δίσκο με ένα κομμάτι που έιναι ατμοσφαιρικό στο ελάχιστο δυνατό, με βασικό συνθετικό πυρήνα τον όγκο και την δύναμη των riffs, των blasts και των ουρλιαχτών. Το δεύτερο του μισό γίνεται τρομερά ατμοσφαιρικά επικό, σε σημεία σχεδόν συμφωνικό με το chanting στο background να είναι ανατριχιαστικό. Λειτουργεί ως εισαγωγή στον ήχο και τη φιλοσοφία του δίσκου, παρουσιάζοντας από νωρίς την τάση της μπάντας για εκτενείς δομές και αργή επική κλιμάκωση. Αυτή η επικότητα κάνει trickle down και στο "Líkaminn", το "Σώμα", το οποίο συνεχίζει σε αντίστοιχα μεγέθη, σε μια πραγματική αποθέωση της σωματικότητας του ήχου που ανέφερα πιο πάνω. Ισως το πιο "υπομονετικό" κομμάτι του δίσκου, με επαναληπτικά μοτίβα και μικρές διαφοροποιήσεις και την αίσθηση της χρονικής διάρκειας να παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς οι αλλαγές είναι συχνά ανεπαίσθητες, αλλά συσσωρευτικές. Χαρακτηριστικό ολόκληρου του δίσκου, έτσι και εδώ οι Martröð επενδύουν στη συνοχή, στη λεπτομέρεια και στη σταδιακή και σταθερή ανάπτυξη της έντασης. Είναι το σημείο όπου καταλαβαίνω πως ο δίσκος δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν απευθύνεται σε ακροατές που αναζητούν αυτό που λέμε "instant gratification". Απαιτεί το μέγιστο της προσοχής μου και το έχει κερδίσει. Όλα είναι χτισμένα νότα νότα, δεν υπάρχουν απότομες εξάρσεις οι απότομες πτώσεις και φαίνεται μια μεθοδικότητα πρωτόγνωρη για "πρώτο δίσκο". Η επιλογή της ισλανδικής γλώσσας, η οποία πλέον έχει γίνει συνώνυμη με το καλό dissonant black metal ενισχύει αυτή την αίσθηση αποστασιοποίησης και εσωστρέφειας. Άλλωστε μη έχοντας να απορροφήσεις το νόημα των στίχων μπορείς καλύτερα να απορροφήσεις το βάθος των συναισθημάτων. Οι κιθάρες κινούνται σε πυκνά, πολυεπίπεδα tremolo riffs, συχνά με μικρές μελωδικές αποκλίσεις που λειτουργούν υπόγεια και όχι ως άμεσα αναγνωρίσιμα hooks. Το "Tíminn" είναι το πιο ατμοσφαιρικό κομμάτι του δίσκου. Τρομερά καθαρτικό, με ένα βασικό riff που μοιάζει να ενέχει παράλληλα μελωδία, αλλά και παντελή έλλειψη μουσικότητας, όπου σε καλεί αργά και βασανιστικά σε μια μαύρη δίνη πριν σε πετάξει στα βράχια των blasts. Όλα εν ευθέτω... χρόνω. Όπως ακριβώς ο θάνατος δεν είναι μια απλή παύση αλλά μια ριζική μεταμόρφωση της ύλης. Έτσι και η κατακλείδα του άλμπουμ δεν αφήνει πίσω της μονάχα τη σιωπή της εισαγωγής, αλλά επιτίθεται στυγνά με την αντήχηση ενός κενού που παραμένει ζωντανό και παλλόμενο. Συνολικά, το Draumsýnir Eldsins είναι ένας από τους καλύτερους και πιο straightforward δίσκους που έχει να παρουσιάσει η Ισλανδική σκηνή. Ένα αμάλγαμα όλων εκείνων των στοιχείων που την έχουν κάνει χαρακτηριστική και μοναδική, τοποθετώντας και επίσημα πλέον τους Martröð ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες νέες παρουσίες του σύγχρονου avant-garde black metal. Το Draumsýnir Eldsins, αυτή λοιπόν η πρώτη ολοκληρωμένη δήλωση των Martröð αποτελεί και ταυτόχρονα έναν δίσκο που τοποθετεί τη μπάντα ξεκάθαρα στο σύγχρονο avant-garde black metal τοπίο της βόρειας Ευρώπης.

Ελπίζω να έχουμε όλοι μια όμορφη χρονιά γεμάτη μουσική, αγάπη και ευτυχία! 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured