Υπάρχει μια στιγμή στο Coffee & Cigarettes όπου ο Iggy Pop σκύβει ελαφρά προς τον Tom Waits και προσπαθεί να βρει έναν τόνο οικειότητας μέσα σε μια συζήτηση που μοιάζει καταδικασμένη να παραμείνει αμήχανη. «Είμαστε η γενιά του καφέ και των τσιγάρων», λέει. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ένα τζουκ μποξ που δεν παίζει το σωστό τραγούδι και σε μια χειραψία που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, ο Jim Jarmusch (Τζιμ Τζάρμους) αποκαλύπτει το αληθινό του soundtrack, όχι απλώς τα τραγούδια που ακούγονται, αλλά τον ρυθμό της αμηχανίας, το μπλουζ της παύσης, το feedback της ανθρώπινης απόστασης.
Ο Jarmusch, ήδη από την εποχή του Stranger Than Paradise, είχε καταλάβει ότι η σιωπή μπορεί να είναι πιο εκκωφαντική από οποιαδήποτε κιθάρα. Στο Coffee and Cigarettes, όμως, η μουσική δεν λειτουργεί απλώς ως ατμόσφαιρα είναι η ίδια η δομή της ταινίας. Έντεκα βινιέτες, γυρισμένες σε διάστημα σχεδόν δύο δεκαετιών, συνθέτουν έναν δίσκο με κομμάτια που δεν κορυφώνονται ποτέ με τον αναμενόμενο τρόπο.
Η πιο απολαυστική μουσική διάσταση της ταινίας είναι το γεγονός ότι πολλοί από τους συμμετέχοντες είναι οι ίδιοι μουσικοί που υποδύονται (σχεδόν) τον εαυτό τους. Ο Iggy και ο Waits, δύο τεράστιες προσωπικότητες της αμερικανικής αντικουλτούρας, δεν ανταλλάσσουν απλώς ατάκες, ανταλλάσσουν περσόνες. Ο Waits, με τη βραχνή φωνή, παίζει με την ιδέα της ηθικής υπεροχής, ενώ ο Iggy, προσπαθεί να διατηρήσει μια αθωότητα που δεν του πιστώνεται ποτέ. Η σκηνή λειτουργεί σαν unplugged εκτέλεση χωρίς όργανα. Δεν ακούμε κάποιο κομμάτι του Waits ούτε κάποιο ξέσπασμα proto-punk του Iggy, κι όμως, είναι σαν να ακούς έναν δίσκο χωρίς να πατάς το play.

Σε μια από τις πιο απολαυστικά σουρεαλιστικές σκηνές, οι RZA και GZA, μέλη των Wu-Tang Clan, κάθονται απέναντι από τον Bill Murray, ο οποίος παίζει έναν σερβιτόρο που πίνει καφέ από μια τεράστια κανάτα και καπνίζει με τη νωχέλεια ανθρώπου που έχει αποδεχτεί την ήττα του από τις συνήθειες. Και εδώ η σκηνή αποκτά μια σχεδόν επαναστατική ειρωνεία. Το hip-hop, γεννημένο από κοινωνική οργή, συναντά την λευκή καφεϊνούχα απάθεια μίας αμερικανικής διασημότητας ντυμένη σερβιτόρος. Οι ράπερ μιλούν για αποτοξίνωση, για ισορροπίες, για βότανα κι ο Murray πίνει τον καφέ του σαν να είναι το τελευταίο νόμιμο ναρκωτικό μιας κουλτούρας που δεν θα κοιμηθεί ποτέ.
Ο Jarmusch χρησιμοποιεί τον ήχο του χώρου, το κουδούνισμα των φλιτζανιών, το άναμμα του αναπτήρα, το ελαφρύ βουητό ενός σχεδόν άδειου πιάτου σαν να ήταν κρουστά σε jazz κομμάτι. Η επανάληψη του ασπρόμαυρου μοτίβου (τα καρό τραπεζομάντιλα που θυμίζουν σκακιέρα) λειτουργεί όπως ένα σταθερό rhythm section πάνω στο οποίο αυτοσχεδιάζουν οι χαρακτήρες. Αυτή η αισθητική θυμίζει τον τρόπο που η τζαζ αντιμετωπίζει τη σιωπή όχι ως κενό, αλλά ως ενεργό στοιχείο. Οι παύσεις ανάμεσα στις ατάκες είναι σαν τα διαστήματα ανάμεσα σε δύο νότες του Thelonious Monk γεμάτες ένταση, υποψία και πιθανότητες.
Η σκηνή με την Cate Blanchett σε διπλό ρόλο, ως διάσημη ηθοποιός και ως ζηλόφθονη ξαδέρφη της, μοιάζει με concept track. Η Blanchett παίζει δύο εκδοχές του ίδιου θέματος σε διαφορετικό τόνο. Η σκηνή δεν χρειάζεται μουσική υπόκρουση είναι από μόνη της ένα ντουέτο. Αν ακούσεις προσεκτικά, κάθε φλιτζάνι που ακουμπά στο πιατάκι του λειτουργεί σαν μετρονόμος. Κι όμως, ο Jarmusch επιβραδύνει τον ρυθμό. Οι χαρακτήρες μιλούν για το τίποτα, για τον δίδυμο αδελφό του Elvis, για γιατροσόφια, για παλιές παρεξηγήσεις. Η ουσία δεν βρίσκεται σε αυτό που λέγεται, αλλά στο ότι λέγεται. Στην τελευταία σκηνή, δύο ηλικιωμένοι άντρες μοιράζονται καφέ και τσιγάρο, στα όρια της λήθης. Κι όμως, η σκηνή λειτουργεί σαν κρυφό bonus track στο τέλος ενός δίσκου. Άλλωστε, εκεί συνοψίζεται όλη η μουσική φιλοσοφία του Coffee and Cigarettes, οι μικρές συναντήσεις είναι τα τραγούδια της ζωής μας.
Παρότι η ταινία λειτουργεί κυρίως με τη σιωπή και τον φυσικό ήχο του χώρου, το επίσημο soundtrack του Coffee and Cigarettes περιλαμβάνει κομμάτια που κινούνται στο ίδιο υπόγειο, μπλουζο-πανκ σύμπαν. Στο τέλος όμως, το πραγματικό soundtrack είναι ένας συνδυασμός από βραχνές φωνές και μια πάλη για το ποιος θα κρατήσει τον έλεγχο του ρυθμού, ποιος θα ανάψει το επόμενο τσιγάρο, ποιος θα πει την τελευταία λέξη. Είναι μια ταινία που στάζει νικοτίνη και καφεΐνη, ένα ασπρόμαυρο μανιφέστο ενάντια στην ευγένεια της επιφανειακής συναναστροφής.






