Africa Express

Ανεξάρτητα από το ποια γνώμη έχει κανείς για τις μπάντες του Damon Albarn (Blur, Gorillaz) ή τoυ Nick Zinner (Yeah Yeah Yeahs) -και ο υπογράφων ειδικά δεν είναι και ο πιο μεγάλος φαν των Blur-, αξιώνουν και οι δύο τον σεβασμό για την προσήλωσή τους στην εξερεύνηση νέων ήχων και τεχνοτροπιών, για τον διεθνισμό τους και ειδικότερα για τον σεβασμό με τον οποίο έχουν προσεγγίσει τις πλούσιες μουσικές παραδόσεις της Δυτικής Αφρικής. Αυτούς τους σκοπούς εξυπηρετεί εδώ και περίπου 25 χρόνια το project των Africa Express.  

Περισσότερο από μια απλή μπάντα, το Africa Express είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο που διευκολύνει τις διαπολιτισμικές συνεργασίες μεταξύ μουσικών σε αφρικανικές, μεσανατολικές και δυτικές χώρες. Επιδιώκει να βοηθήσει τους Αφρικανούς μουσικούς να ξεπεράσουν τα αντιληπτά στίγματα και τις προκαταλήψεις του όρου «world music» , παρουσιάζοντας παράλληλα μια θετική εντύπωση για την Αφρική, αντισταθμίζοντας τις κοινές εικόνες πολέμου, λιμού και ασθενειών που κανοναρχούν τα μέσα ενημέρωσης. Αξιοσημείωτες εκδηλώσεις στις οποίες έχει συμμετάσχει το Africa Express περιλαμβάνουν παραστάσεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 2012, στο Φεστιβάλ Glastonbury, στο Φεστιβάλ Roskilde της Δανίας, μια περιοδεία Σύριων προσφύγων μουσικών, και συναυλίες σε χώρες όπως το Μάλι, το Κονγκό, η Αιθιοπία, η Νιγηρία, η Νότια Αφρική. Ο οργανισμός έχει επίσης κυκλοφορήσει μια σειρά από συλλογές και συνεργατικά άλμπουμ, μαζί με ένα ντοκιμαντέρ για την περιοδεία του Africa Express UK το 2012.

Το Africa Express ξεκίνησε από μια συγκέντρωση το 2005 σε ένα μπαρ στο Covent Garden, όπου ο Damon Albarn, μαζί με άλλους μουσικούς και παράγοντες της μουσικής βιομηχανίας εξοργίστηκαν με τους ιθύνοντες της φιλανθρωπικής συναυλίας Live 8 επειδή η Αφρική εκπροσωπήθηκε μόνο με έναν καλλιτέχνη. Συνιδρύοντας τον οργανισμό με τον δημοσιογράφο Ian Birrell, το εναρκτήριο project του Africa Express περιλάμβανε τον Albarn και τον Birrell να συνεργάζονται μια σειρά από μουσικούς και παραγωγούς, όπως οι Fatboy Slim, Martha Wainwright και Jamie T, για να εμφανιστούν στο περίφημο Festival au Désert, στη Δυτική Σαχάρα, μερικά χιλιόμετρα από το Τιμπουκτού (Μάλι). Στα πρώτα χρόνια του Africa Express, οι παραστάσεις γίνονταν ημι-αυθόρμητα σε τοποθεσίες όπως οι παμπ του Brixton, με ελάχιστη έως καθόλου προειδοποίηση. Το πνεύμα των αυθόρμητων συνεργασιών μεταξύ μουσικών από διαφορετικές κουλτούρες συνεχίστηκε καθώς ο οργανισμός αναπτύχθηκε για να διοργανώνει εκδηλώσεις μεγάλης κλίμακας.

Εκτός από τον Damon Albarn, συχνοί συντελεστές στο project των Africa Express ήταν ακόμα ο μακαρίτης πια Νιγηριανός θρύλος των ντραμς Tony Allen, ο Σενεγελέζος τραγουδοποιός Baaba Maal, το ντουέτο των Amadou & Mariam από το Μάλι, ο Nick Zinner των Yeah Yeah Yeahs και ο Romeo Stodart των Magic Numbers. Μεταξύ των μουσικών της Δύσης που έχουν εμφανιστεί στις εκδηλώσεις της οργάνωσης περιλαμβάνονται οι Paul McCartney, John Paul Jones των Led Zeppelin, Brian Eno, Flea, Paul Weller, Johnny Marr, ο 3D των Massive Attack, ο Mick Jones και ο Paul Simonon των Clash, ο Peter Hook των Joy Division/New Order/, ο Terry Hall των Specials, ο Gruff Rhys των Super Furry Animals, μέλη των Roots και των De La Soul, κ.ά. Έχουν συμμετάσχει επίσης  Αφρικανικοί καλλιτέχνες ο Νιγηριανός Femi Kuti, γιος του μεγάλου Fela, ο Αλγερινό-Γάλλος τραγουδιστής/ακτιβιστής Rachid Taha, οι Βεδουίνοι Tinariwen, η Μαλινέζα τραγουδοποιός Rokia Traoré και η Νοτιοαφρικανή τραγουδίστρια Fatoumata Diawara, ο βιρτουόζος της κόρα (αφρικανική άρπα) Toumani Diabaté, ο Bassekou Kouyate, ο τραγουδιστής της afro-pop Salif Keita, το ραπ ντουέτο της Σενεγάλης Daara J, και πολλοί άλλοι.

Το 2013, ως απάντηση στην απαγόρευση της μουσικής από τους εξτρεμιστές ισλαμιστές στο βόρειο Μάλι, οι Albarn, Eno και άλλοι ταξίδεψαν στη χώρα για να ηχογραφήσουν με ντόπιους μουσικούς. Τα κέρδη από το άλμπουμ Maison Des Jeunes που προέκυψε να χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ενός στούντιο στην πρωτεύουσα του Μάλι, Μπαμακό. Αξίζει να σημειωθεί ότι από αυτά τα session μεταξύ άλλων αναδείχθηκε το καταπληκτικό blues-rock συγκρότημα Songhoy Blues από το Τιμπουκτού, τα μέλη του οποίου βρέθηκαν να ζουν αυτοεξόριστα σε μια καλύβα ενός δωματίου στο Μπαμακό κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συγκρούσεων, οπότε και ηχογραφήθηκε το album∙ η συμμετοχή τους αποτέλεσε το διαβατήριο για τη μετέπειτα διεθνή τους καριέρα.  

Πάνω από 20 χρόνια μετά, με το νέο τους project με τον τίτλο Africa Express Presents... Bahidorá, το σχήμα ανοίγεται σε νέα πεδία και εμπλουτίζει τις συνεργασίες του και τον διεθνιστικό του χαρακτήρα, καθώς το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο φεστιβάλ που διοργανώνεται στην ομώνυμη περιοχή στην Πολιτεία Μορέλος, στο νότιο Μεξικό.  

Τα 21 κομμάτια παρουσιάζουν μια εξαιρετική σύνθεση ταλέντων με μια πρωτοποριακή σύντηξη λατινοαμερικάνικης μουσικής, από corridos μέχρι cumbia και salsa, pop, dub, reggaeton, hip hop και παραδοσιακών αφρικανικών ήχων.

Εκτός από τους Nick Zinner και Damon Albarn, στους καλλιτέχνες που συμμετέχουν περιλαμβάνονται η Fatoumata Diawara, η πολυοργανίστρια και τραγουδίστρια/τραγουδοποιός Joan As Police Woman, ο καλλιτέχνης από την Αγία Λουκία, Poté, οι Django Django και οι Bonobo, μαζί με μερικά από τα καλύτερα νέα ταλέντα της μεξικάνικης σκηνής, όπως οι Mare Advertencia, La Bruja de Texcoco, Eme Malafe και Luisa Almaguer. Περισσότερο από ένα άλμπουμ, πρόκειται για έναν ανοιχτό διάλογο μεταξύ καλλιτεχνών από διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη, σε ένα ευρύ φάσμα ρυθμικών γλωσσών.

Το άλμπουμ περιλαμβάνει ποικίλες φωνητικές συνεισφορές, με στίχους που τραγουδιούνται σε διάφορες αφρικανικές γλώσσες όπως Γιορούμπα και Σουαχίλι, ισπανικά καθώς και αγγλικά. Αυτή η πολύγλωσση προσέγγιση δημιουργεί μια καθηλωτική εμπειρία ακρόασης που δίνει την αίσθηση ότι είναι ταυτόχρονα βαθιά τοπική και παγκοσμίως προσβάσιμη.

Το ταξίδι ξεκινά με ένα νοσταλγικό, ψυχεδελικό μπολερό ("Soledad") που μοιάζει με ταξίδι στην ελευθερία. Η δυνατή φωνή της Luisa Almaguer συνυφαίνεται με τον Damon Albarn που τραγουδάει στα ισπανικά, διατηρώντας την ταυτότητά του σε μια ζεστή, κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Με την υποστήριξη των Nick Zinner και Joan As Police Woman, το κομμάτι είναι μια απόλαυση να το αφομοιώσεις και θέτει τον τόνο για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει.

Το "Otim Hop" στη συνέχεια ξεδιπλώνεται σε φουτουριστικά ηχοτόπια με μια μυστηριώδη jazz ψυχή και με ραχοκοκαλιά drum machine. Κρουστά, συνθεσάιζερ και παραδοσιακά όργανα αιωρούνται σε όλη τη διάρκεια. Οι Alpha, KOG, Tom Excell και Bootier Brown ακούγονται σαν να συνεργάζονται από πάντα – καθαρό groove. Ένα τολμηρό dembow ξεσπά στο "Mi Lado", συγκρατούμενο από ένα sampled μπάσο, καθώς οι Mare Advertencia, Alan και Poté συνδυάζουν αισθησιακές, φρέσκες φωνητικές υφές, γεμάτες εφέ που επαναπροσδιορίζουν το αστικό είδος από μέσα.

Η ενέργεια του "Seya" με τις φωνές τις Onipo και της Fatoumata Diawara είναι εκρηκτική – πολυρυθμοί και μαρίμπα και δύο φωνές που γεφυρώνουν τη μουσική κληρονομιά και τη νεωτερικότητα τόσο αβίαστα. Έπειτα, δύο γυναίκες φωτίζουν την πίστα με οργή και ελευθερία: το ντουέτο της Moonchild Sanelly και της Mare Advertencia παρουσιάζουν ένα κομμάτι με afro-latin ψυχή από τους δρόμους, ιδανικό για ένα ιδρωμένο, DJ set.

Οι συνεργασίες με τους Son Rompe Pera λάμπουν με μια ξεχωριστή ταυτότητα: οι reggae, dub και τροπικές μελωδίες αναμειγνύονται με παιχνιδιάρικα ρεφρέν και μαρίμπα που χορεύουν στο νερό. Οι Floor Toms παρουσιάζουν το "Ofrenda de Sangre", ένα τελετουργικό κόσμημα με τους Django, Django, Seye Adelekan και Mare. Άφρο κιθάρες, κουδουνάκια και ένα στοιχειωτικό μπάσο μπλέκονται με σκοτεινούς, δυνατούς στίχους. Είναι η προσευχή μιας μάγισσας να αφυπνίσει τις προγονικές δυνάμεις, να συνδεθεί με τη γη και να πυροδοτήσει μια φωτιά ανάμεσα στις ζούγκλες αυτού του κόσμου.

Το "Chucha" είναι ευφορία – από τους Son Rompe Pera, Joan As Police Woman, Otim Alpha, Ophélia και Mélissa Híe. Καθοδηγείται σε έκσταση τον ήχο του djembe. Τα κομμάτια όπου επιστρέφει η Luisa Almaguer θυμίζουν την έρημο, τη νοσταλγία και τη μοναξιά, συνοδευόμενα μόνο από μια κιθάρα. Υπάρχει μια νότα από Alan Vega στα τραγούδια της της. Συγκινητικά, μινιμαλιστικά και δυναμικά. Τα ασαφή μπλουζ των Imarhan, Nick Zinner και Albarn ολοκληρώνουν τη σκηνή σαν ηχητική νουβέλα.

Το "Darhan Oullhin" («ό,τι επιθυμεί η καρδιά») περιλαμβάνει μια κιθάρα και ένα πιάνο που συνομιλούν με μια προγονική φωνή που μοιάζει να αντηχεί από περασμένους αιώνες. Είναι μια στιγμή βαθιάς παύσης και εσωτερικής σύνδεσης.

Έπειτα έρχονται τα κόρνα – μια απαλή salsa που αφηγείται ιστορίες από τις γειτονιές, τη ζωή στους δρόμους. Αστικά χρονικά που αντανακλούν τις αντιφάσεις που μας καθορίζουν. Το "Invoction" είναι μια από τις ξεχωριστές στιγμές του άλμπουμ: μυστηριώδες, αισθησιακό, φουτουριστικό. Τυλίγει την jazz με μια ηχώ hip-hop α λα Gorillaz - η παρουσία του Damon Alba είναι δυνατή εδώ.

Το "Hacernos Así" , σε ερμηνεία της Luisa Almaguer, μιλά για την ψυχική κρίση και την κοινωνικό ασφυξία που μας βιώνουμε παγκόσμια. Στο "Frenemies" το βιολί και η άρπα χρωματίζουν και η La Bruja de Texcoco απαγγέλει μεξικανική σουρεαλιστική ποίηση. Στο "El Diablo y La Bruja" κυριαρχεί μια πανδαισία ήχων:  τούμπες, ταμπόρα, σαξόφωνα, χάλκινα της Οαχάκα. Ένα πειραματικό ψυχεδελικό κρεσέντο που συνδυάζει polka, waltz και κουβανέζικο son - υπέροχο .

Λίγο πριν από το φινάλε, το Mexican Institute Of Sound προσφέρει μια υβριδική σάτιρα που παλαντζάρει ανάμεσα σε ska και narcocorrido: "¡Cuelga al DJ!", "Hang the DJ" σε μεξικανική βερσιόν, ή αλλιώς μια ξέφρενη, χιουμοριστική διασκευή στο "Panic" των Smiths.  

Το τελευταίο κομμάτι, "Adiós Amigos", είναι ακριβώς το αντίθετο: μια πρόποση για τις νέες φιλίες. Βιολιά, κιθάρες, φωνές και ξύλινα πνευστά συναντιούνται σε μια χαρούμενη συζήτηση με τους Baba Sissoko, Luisa, Joan As Police Woman, Abou Diarra, Mélissa, Ophélia και Yende. Ένας αποχαιρετισμός που είναι συγχρόνως η αρχή μιας νέας συντροφικότητας. May The Circle Remain Unbroken.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network

Δεν υπάρχουν άρθρα για προβολή