Τα χρώματα στους δίσκους της Taylor Swift δεν ήταν ποτέ τυχαία. Το κόκκινο σηματοδότησε την ευθεία, ποπ στροφή της (στο «ομώνυμο» Red, 2012). Τα ξεθωριασμένα χρώματα μιας polaroid, τις νεοϋορκέζικες φαντασιώσεις της (1989, 2014). Οι παστέλ αποχρώσεις, τον θριαμβευτικό και ακομπλεξάριστο ποπ εορτασμό της αγάπης (Lover, 2019). Και το ασπρόμαυρο στην «εικονογραφία» της λειτούργησε με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους: ως την κακή πλευρά της φήμης μέσα από τους τόνους μελάνι των εφημερίδων, μαζί με ένα λάγνο twist (στο Reputation, 2017) και ως την αποτύπωση του γήινου, στο νέο της δίσκο Folklore που ήρθε από εκεί που δεν το περιμέναμε (well played, Taylor, well played…).

Το ατού της Taylor Swift, με όρους βιομηχανίας, είναι πως, οι όποιες «αλλαγές δέρματος» που επιχειρεί ανά τις κυκλοφορίες της, στην πραγματικότητα είναι πολύ «απαλές» μπροστά στις κραυγαλέες προσπάθειες άλλων ποπ σταρ να ενστερνιστούν άλλη μια πομπώδη περσόνα, τραγουδώντας υπερφορτωμένα από αναφορές κομμάτια (παίζει, βέβαια, καταπληκτικά το παιχνίδι σε επίπεδο επικοινωνίας -από το να διαιωνίζει την κόντρα της με τον Kanye West, μέχρι να τα βάζει με την μουσική βιομηχανία που την πλουτίζειταΐζει). Η Taylor Swift γράφει απλή, καθαρή ποπ (η ειρωνεία, μάλιστα, είναι ότι την μία φορά που προσπάθησε να το παίξει πιο «τσαχπίνα», τραγουδώντας “Look What You Made Me Do”,τα πήγε επιμελώς μέτρια...). Και με αυτό το όπλο, έγινε η “America’s sweetheart”, μεταμορφώθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες ποπ σταρ του πλανήτη και τώρα διεκδικεί τον τίτλο της τραγουδοποιού και ένα «εναλλακτικό» breakthrough, περισσότερο από ποτέ. Μην βιάζεστε, επ’ ουδενί δεν ξέχασε το κοινό της.

Στο Folklore, για το οποίο χρειάστηκε μόλις μισή μέρα promo (τι λέγαμε περί παιχνιδιού;) η Taylor Swift γράφει όλα εκείνα τα κομμάτια που θα ήθελαν να γράφουν οι ευαίσθητες singer songwriters που τραβούν ανά καιρούς το ενδιαφέρον του indie Τύπου, αλλά που είναι πολύ βουτηγμένες στην εναλλακτική τους τρυφερότητα για να τολμήσουν τόσο στρογγυλές και μεγάλες μελωδίες. Χωρίς σε καμία περίπτωση να μιλάμε για έναν indie ή πόσω μάλλον folk δίσκο, όπως υπονοείται (εμμέσως) στον τίτλο. Είναι κατά κύριο λόγο ένας ποπ δίσκος (και ίσως εδώ να έγκειται το «μάγκωμα» της προαναφερθείσας κατηγορίας μουσικών), με την όποια indie υπόνοια να παραμένει σε εξωτερικά στοιχεία, όπως τα ονόματα των αδελφών Desner (National) και του Justin Vernor (Bon Iver) στα credits (αν και όλα θα ήταν καλύτερα χωρίς τη φωνή του τελευταίου στο "Exile"). Συγχρόνως, γράφει την πιο ώριμη και απαλλαγμένη από το Νάσβιλ εκδοχή του δίσκου που ευελπιστούσε να γράψει με τις τρεις πρώτες δουλειές της. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: Οι Δίσκοι της Taylor Swift από τον Χειρότερο στον Καλύτερο

Η όγδοη δουλειά της ποπ σταρ προσπαθεί να κρατήσει indie αντίβαρο, αλλά τελικά παραδίδεται απλόχερα στην ποπ μελωδία. Ναι, υπάρχουν στοιχεία «μεγαλίστικα». Η Swift επιχειρεί να χρησιμοποιήσει πιο «δύσκολες» λέξεις (έπρεπε, ομολογουμένως, να ανοιχτεί λεξικό για εκείνο το “ricochet” στο “My Tears Ricochet”). Οι παγωμένα ενδόμυχες ενορχηστρώσεις ψάχνουν το δρόμο τους σε μεγάλα ακουστικά, κρεμασμένα πάνω σε κουλ t-shirts ή…”Cardigans”, για να μένουμε σε κλίμα Folklore. Και δεν το έχει σε τίποτα να «κλέψει» μερικούς φανς της Lana Del Rey, σε στιγμές όπως το “The Last Great American Dynasty” -κρατήστε τον τίτλο, βάλτε μια πιο κατσούφικη παραγωγή, κάντε το half tempo και έχετε ένα αξιοπρεπέστατο bonus track του Norman Fucking Rockwell!

Όπως και να ‘χει, όμως, ξαναγυρνάμε στα ίδια: σε τραγούδια (χαμένης) αγάπης. Κάπως πιο αποστασιοποιημένα αυτή τη φορά, μιας και η μουσικός δεν είναι πια η έφηβη που ζει ερωτικές απογοητεύσεις, αλλά η 30χρονη που τραγουδάει (και) για εφηβικούς έρωτες -στην άτυπη τριλογία κομματιών “Cardigan”, “August” και “Betty”, στο καθένα από τα οποία αναλαμβάνει άλλη οπτική γωνία στην αφήγηση. Το σημαντικότερο εδώ, πάντως, είναι πως η Taylor Swift ακούγεται σαν να έγραψε αυτά τα κομμάτια αβίαστα (ακόμη κι αν είναι εμφανώς δουλεμένα). Και φυσικά, θέλει να προβάλει μια εικόνα πιο προσιτή -βλέπε τα μικρά αρχικά γράμματα στους τίτλους, που για λόγους ψυχαναγκασμού, εδώ «μεγαλώνουν». Μην ψάξετε στο δίσκο για κάποιο single-σημαία. Ψάξτε, όμως, για όμορφα κομμάτια, όπως την άψογη «τριπλέτα», των “Mirrorball”, “Seven” και “August”, κάπου εκεί στη μέση του δίσκου. 

Το αστείο είναι πως, ενώ η Swift με αυτή της τη δουλειά μοιάζει να θέλει να κερδίσει λίγο παραπάνω ένα «υποψιασμένο» κοινό, προβάλλοντας την πιο «ενήλικη» ως τώρα μουσική της στιγμή, ο λόγος, τελικά, για τον οποίο μας κερδίζει στο Folklore είναι επειδή, ακόμη και με αυτό το πέπλο, μας (υπεν)θυμίζει την εποχή της απλότητας και της αθωότητας. Την ανεμελιά των χρόνων που, αν μπορούσαμε, θα επιστρέφαμε σε αυτά αιώνια ως ήρωες του John Hughes (δεν λείπουν, άλλωστε, οι κινηματογραφικές μεταφορές στους στίχους του Folklore). Η Taylor Swift τραγουδάει παραμύθια (θυμηθείτε και την αισθητική στο βίντεο κλιπ του “Cardigan”), αυτή τη φορά με μια ακουστική κιθάρα σε ασπρόμαυρο φόντο και γύρω από τη φωτιά της μαζεύει μικρά αλλά και μεγάλα, αιώνια ρομαντικά παιδιά, που θέλουν να ακούσουν για άλλη μια φορά τις ιστορίες της.  

Αυτό άλλωστε ψάχνουμε στην ποπ: το ψέμα, ως παροδική επαναφορά στη λήθη. Και μακάρι όλη η ποπ να έλεγε τόσο καλά ψέματα, όσο η Taylor Swift. Προσωπικά, θα συνεχίσω να τα πιστεύω, μέχρι τα σημάδια να με πείσουν για το αντίθετο. Πράγμα δύσκολο, εδώ που τα λέμε.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured