Υπάρχει ένα κομμάτι του ελληνικού metal που αρνείται πεισματικά να προσαρμοστεί. Αυτό είναι πολύ συνειδητή απόφασh και δεν έχει σε καμία περίπτωση να κάνει με αδυναμία προσαρμογής, αλλά ως αποτέλεσμα μιας γενικότερης στάσης ζωής. Μιας στάσης ζωής που τους βρίσκει απέναντι σε νεοτερισμούς και εξελίξεις στο όνομα της εξέλιξης. Ένα ιδίωμα που δεν ενδιαφέρεται για μοντέρνες υπερ-παραγωγές, μηδενικά παντού, djent ή όποιο άλλο flavor of the month βγει στην επιφάνεια και άλλες τέτοιες λέξεις που πιθανότατα δεν μπορούν να προφέρουν.
Εδώ θα μιλήσουμε για το Χατζημέταλ, το παραδοσιακό heavy/epic/power revival με ρίζες στο NWOBHM και σε ένα μικρότερο βαθμό στο USPM. Πόσο μάλλον την ελληνική του εκδοχή. Βουνίσια ή νησιώτικη, γκιαούρικη και βάρβαρη επιβιώνει ως τελευταίο οχυρό. Πατροπαράδοτο, ευθύ, με riffs που μυρίζουν ιδρώτα, ρυθμούς για παλινδρομήσεις καραφλοχαιτών και στίχο που μιλά για μάχες, τιμή, φαντασία και εσωτερικές συγκρούσεις.
Οι κυκλοφορίες για το 2025 ήταν ομολογουμένως πολύ λιγότερες από ότι την προηγούμενη χρονιά. Το 2024 ήταν ίσως το έτος του διαφωτισμού για το ελληνικό metal όσον αφορά τη μετά-90s εποχή. Αν το ελληνικό χατζημέταλ του 2025 δεν μπορεί να κατηγορηθεί για τόλμη, μπορεί όμως να υπερασπιστεί την ποιότητά του. Οι 5 δίσκοι για τους οποίους θα μιλήσω παρακάτω, αποτελούν παραδείγματα και όχι εξαιρέσεις του κανόνα.
Dragon Skull – Chaos Fire Vengeance
Οι Dragon Skull είναι από εκείνες τις νεοεμφανιζόμενες μπάντες που δεν χρειάζονται πολλά για να σε πείσουν πως κάτι σοβαρό έρχεται. Από τα πρώτα τους live μέχρι την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους που τιτλοφορεί Chaos Fire Vengeance, έδειξαν το πόσο καλοί είναι στο να παρέχουν Α΄ ποιότητας καθαρόαιμο epic heavy metal, χωρίς φτιασίδια, και χωρίς υπερβολές. Αγνό ατσάλι και ιδρώτα μάχης πάνω σε στιβαρές κιθάρες σωστή χρήση μελωδίας και τύμπανα που θυμίζουν βήματα στρατιάς με πορεία προς τον θάνατο ή την αιωνιότητα. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα του "Brethren" ερχόμαστε απέναντι σε έναν δίσκο που παρέχει ανθεμικά πολεμοχαρή έπη σαν από δεύτερη φύση. Ιαχές μάχης ελαφρώς πιο επεξεργασμένες από ότι θα ήθελα αλλά δεν μπορώ να πω πως με πέταξαν έξω σε καμία φάση. Τα φωνητικά του Άρη είναι από τα πρώτα στοιχεία που τραβούν την προσοχή, με την επιβλητική τους ορμή σε ένα performance που αναβλύζει τεστοστερόνη. Δεν κυνηγάει κανένα στερεοτυπικό power metal ύφος ούτε τα επιβλητικά vibrato. Μου αρέσει αυτή η άρνηση προς τα κλισέ του είδους και μοιάζουν περισσότερο με Full House Brew Crew παρά με Helloween αν μπορώ να γίνω αντιληπτός. Πιο κοντά στον Mats Nilsson των Brothers of Metal παρά στο γελοίο gimmick των Sabaton. Χρειαζόμαστε πιο πολλές αντίστοιχες φωνές στο heavy metal. To "Dragon Riders" είναι άλλο ένα ανθεμικό banger, όμως τo επόμενο, "Skull Crusher" με το αδιανόητα εθιστικό bass intro και solo είναι ίσως το highlight του δίσκου. "Nampat" σημαίνει "Θάνατος" στη black speech, και όπως έχω αναφέρει στο παρελθόν «δίσκος με αναφορές σε Tolkien > δίσκος χωρίς». Είναι επίσης πολύ ενδιαφέρουσα η προσέγγιση με τους στίχους να προέρχονται από την μεριά των Orc. Οι κιθάρες συνολικά έχουν εντονότερα στοιχεία μελωδικού death metal, παρά του συνηθισμένου power metal τόσο όσον αφορά τα riffs, όσο και στην ύπαρξη breakdowns που οφείλω να ομολογήσω πως μου απογείωσαν την εμπειρία. Όλα δένουν άψογα σε έναν στιβαρό αποτέλεσμα. Σε μια περίοδο που η παγκόσμια σκηνή διψάει για ελληνικό heavy/epic/power metal, πιστεύω πως οι Dragon Skull θα μας απασχολήσουν πολύ στα επόμενα χρόνια.
Black Sword Thunder Attack – Black Sword Thunder Attack
Η μεγάλη επιστροφή μιας από τις πιο cult αγαπημένες μπάντες του ελληνικού underground γίνεται πραγματικότητα. Oι Black Sword Thunder Attack από την Καλαμπάκα of all places, κυκλοφορούν επιτέλους το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ. Με την ιστορία τους να ξεκινά από ένα demo του 2002 και την ουσιαστική τους δράση από το 2011, η μπάντα είχε ήδη χτίσει πυρήνα οπαδών που περίμενε αυτή τη στιγμή. Ο νέος δίσκος δικαιώνει την προσμονή σε όλους τους τομείς. To "The Black Sword" εισάγει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον κόσμο των Black Sword Thunder Attack. Η σχολή των Lordian Guard είναι ξεκάθαρη εδώ και δανείζονται την ίδια "αναγεννησιακή" αισθητική. Οι μεν μέσω των θεματικών τους, οι δε αναγεννώντας το κλασσικό ατσάλι που μας μεγάλωσε. Αν το παλιακό Sword & Sorcery είχε όνομα, τότε αυτό θα ήταν των BSTA (εντάξει και των Arysithian Blade μην γίνομαι άδικος). Φοβερές κιθάρες που πρωταγωνιστούν, τα χαρακτηριστικά γυναικεία φωνητικά της Mareike και μια αύρα αυθεντικού epic metal που σπανίζει στις μέρες μας. Νομίζω πως είναι από τα αγαπημένα μου στοιχεία του δίσκου. Έχουν μια απροσδιόριστη στιβαρότητα και ένα λυρικό ύφος που δεν θυμάμαι να έχω αντικρίσει ξανά πρόσφατα. Έχει την μαγική αυτήν ικανότητα ταυτόχρονα να μπορεί να "ψάλει" τους στίχους σαν άλλη Lady of the Lake ("On the Way of Acheron", "Last Flight Of The Eagle") εξίσου καλά με τον επικό τόνο που απαιτεί ένας πολεμικός ύμνος ("Anvils of War", "Evil Sorcery", "The Black Sword"). Οι κιθάρες είναι το έτερο χαρακτηριστικό σημείο του δίσκου, όμως δεν μπορώ να κάνω overstate το πόσο λατρεύω τις κιθάρες. Δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν με κούφια τεχνική, αλλά με μια βαθιά πνευματικότητα και αυθεντικότητα που σπανίζει στο σύγχρονο metal. Η ικανότητά τους να αναβιώνουν τη λυρική κληρονομιά του Τσάμη, να συνδυάζουν αυτήν την επική μελαγχολία με μια σχεδόν μεσαιωνική απλοϊκή ατμόσφαιρα, ζωντανεύει έναν θρύλο μπροστά στα μάτια μας. Τα riffs επιστρεύουν ως μελωδικά leads και όλα χτίζουν γύρω από ένα ενιαίο έπος. Έχουν πολύ γρήγορα εξελιχθεί σε μία από τις αγαπημένες μου heavy metal μπάντες. Το μόνο που μένει είναι να ξεκινήσουν τις συναυλίες, και θα μιλάμε επισήμως για τους Έλληνες Smoulder. Προς το παρόν, απολαύστε την πιο true cult heavy metal μπάντα που έχει να προσφέρει τούτος δω ο τόπος.
Stygian Path – The Lorekeeper
Θυμάστε εκείνα τα κλισέ που κοροϊδεύαμε κάποτε αλλά συνεχώς βρίσκονταν και πάλι μπροστά μας; Ένα από αυτά είναι μια φράση που σιχαίνομαι όσο λίγες... η φράση «για τα ελληνικά δεδομένα». Τόσο φαινομενικά ασήμαντη, αλλά και τόσο βαθιά προσβλητική που ο χρήστης της συχνά δεν καταλαβαίνει καν το υποτιμητικό του πράγματος. Ο νέος δίσκος των Stygian Path λοιπόν δεν είναι απλά καλός για τα ελληνικά δεδομένα. Είναι (ίσως μαζί με το Helm's Deep) ο καλύτερος power metal δίσκος του 2025. Τελεία. Υπάρχουν δίσκοι που γράφονται για να εντυπωσιάσουν και άλλοι που γράφονται για να κατοικήσουν μέσα στον ακροατή. Το The Lorekeeper των Stygian Path ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Ξεκινά με μιά επική συμφωνική εισαγωγή, βάζοντας με κατευθείαν σε έναν φαντασιακό κόσμο όπου η μαγεία κυριαρχεί και οι θρύλοι γεννιούνται. Οι επιρροές είναι ευδιάκριτες, αλλά ποτέ κραυγαλέες. Manilla Road, Iron Maiden, αρκετό Blind Guardian αλλά και ίχνη από USPM και κλασικό heavy metal. Δεν μπορώ να πω πως οι Stygian Path προσπαθούν να ακούγονται “σαν” κάτι, ακόμα και αν υπάρχουν πολλά στοιχεία που του συνδέουν με τους Γερμανούς Βάρδους. Όλα περνούν μέσα από ένα φίλτρο που δεν αναπαράγει, αντιθέτως μοιάζουν πιστοί σε μια αισθητική, πάντα με σεβασμό και κυρίως μια υπέρμετρη μεγαλοπρέπεια. Στο κιθαριστικό επίπεδο, το album λάμπει μέσα από τη συνοχή του, αποτελώντας το αδιαμφισβήτητα ατού του The Lorekeeper. Τα riffs έχουν μια κυρίως μελωδική υφή και τα πολληπληθέστατα solos γεμίζουν τα κενά, λειτουργώντας περισσότερο ως συναισθηματικές κορυφώσεις παρά ως τεχνικές επιδείξεις. Αυτή η συγκράτηση είναι που δίνει στον δίσκο τη σοβαρότητα και το βάρος του. Τα φωνητικά του Πάνου είναι στιβαρά, χωρίς να ανεβαίνουν ούτε πολύ ψηλά αλλά ούτε και πολύ χαμηλά, με τις δεύτερες φωνές να τα αγκαλιάζουν άψογα και να δημιουργούν αυτήν την επικότητα που φέρνει ρίγος σε ολόκληρο το δέρμα και κορυφώνει κάθε ρεφρέν. Δεν κυνηγούν την power metal υπερβολή, ούτε την θεατρική μεγαλοστομία. Τα περισσότερα κομμάτια έχουν σαν κύρια ηχητικά βάση το επικό και mid tempo, χωρίς να λείπουν όμως και οι πιο βαριές/γρήγορες guitar-driven στιγμές ("Unholy Land", "The Eagle and the Lion", "Le Chateau du Deuil"). Το "The Tides of Time" ξεκινάει Running Wild και καταλήγει σαν τις πιο γλυκές αφηγήσεις των Blind Guardian ακριβώς όπως και το "The Wanderer". Δεν ξέρω αν προσπάθησαν να γράψουν το "The Bard's Song" ή το "Noldor" τους, όμως σίγουρα έφτασαν κοντά στην αναπαραγωγή αυτής της συναισθηματικότητας. Ο ήχος του The Lorekeeper είναι ζεστός, οργανικός και προσεγμένος, χωρίς καμία αστοχία που να κόβει από το immersion αυτού του παραμυθένιου ταξιδιού στον κόσμο των ηρώων και της φαντασίας. Αυτή θα έλεγα πως είναι και η μεγαλύτερη νίκη των Stygian Path. Αυτό το immersion που λείπει από τους περισσότερους contemporaries τους. Αυτό που κυριαρχεί είναι η αφήγηση, όμως όσο σημαντική είναι μια καλή ιστορία, άλλο τόσο σημαντικός είναι ένας καλός αφηγητής. Έτσι λοιπόν οι Stygian Path φαίνεται να είναι από τους καλύτερους αφηγητές του νέου αίματος στο power metal και οι ιστορίες τους θα κοσμούν τις δισκοθήκες μας για πολλά χρόνια.
Darklon – Mind Reaper
Με το Mind Reaper, οι Darklon φτάνουν σε ένα σημείο ωριμότητας που δύσκολα αμφισβητείται. Ο τρίτος τους δίσκος τους βρίσκει πιο σίγουρους από ποτέ για το τι είναι και, κυρίως, για το τι θέλουν να παίξουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα album που πατάει γερά στην παράδοση του US power/heavy metal, αλλά δεν φοβάται να κινηθεί πέρα από τη στενή αναπαραγωγή της συνταγής. Είναι με σιγουριά στην καλύτερη φάση της καριέρας τους. Οι συγκρίσεις έρχονται σχεδόν αβίαστα. Omen, και όχι τυχαία, αφού ο Migus είχε τραγουδήσει στον προηγούμενο δίσκο τους. Jag Panzer της μεσαίας περιόδου, τότε που δοκίμαζαν να επεκτείνουν το λεξιλόγιό τους χωρίς να χάσουν τη σκληράδα τους, Sacred Steel εποχής Wargods of Metal με riffs που έκοβαν κεφάλια, και φυσικά οι πρώιμοι Vicious Rumors, τότε που μπορούσες βάσιμα να τους αποκαλέσεις μία από τις κορυφαίες US power μπάντες όλων των εποχών. Όχι κι άσχημο comp, ε; To "Powercast" έχει ένα από τα πιο αδιανόητα catchy riffs που άκουσα για πέρυσι, και γίνεται όλο και καλύτερο όσο ξεδιπλώνεται και προχωρούν τα λεπτά. Οι κιθάρες συνολικά θα έλεγα πως είναι το μεγάλο ατού τους, μιας και τα riffs σε ολόκληρο το Mind Reaper είναι ευθύβολα και αποφασιστικά, αλλά ποτέ μηχανικά. Όσον αφορά τα φωνητικά, ο Bill Chrepas των Wildfire είναι μια τρομερή προσθήκη, τόσο στα καθαρά αλλά κυρίως στις εκπληκτικές του ψηλές τσιρίδες. Γεμίζει επαρκέστατα το κενό που άφησε ο Migus μετά το The Redeemer και ο Nick Protonotarios (ο γνωστός Metalizer) του ντεμπούτου. Μοιάζει να είναι ο κρίκος που έλειπε για να δέσει ο ήχος τους. Το "Hell's Heroes" είναι το αγαπημένο μου κομμάτι στο δίσκο και αυτό που έχει τιμηθεί με τα περισσότερα plays, τόσο για το εκπληκτικό του ρεφρέν όσο και την εθιστική εισαγωγή με τον drummer να παραδίδει ένα masterclass. Τα τύμπανα γενικότερα είναι ένα από τα καλύτερα στοιχεία του Mind Reaper, και ο Geor Kana φαίνεται να έφερε μια ένταση που μου έλειπε από τους προηγούμενους δύο δίσκους. Ο δίσκος κλείνει με το "Psyched Out", ένα καθαρόαιμο έπος που ξεκινά μελωδικά αλλά στη συνέχεια εξαπολύει έναν riff-driven οδοστρωτήρα μέχρι και το τέλος. Στα ρεφρέν ακούμε επίσης πολύ Savatage (και σίγουρα η χρήση του εκκλησιαστικού οργάνου στο "The Mad Messiah" το εντείνει) όσο και Metal Church. Φαίνεται να έχει δωθεί μεγάλη έμφαση στο να σου μένουν οι ρυθμοί και να μπορείς να τραγουδάς μαζί τους, κάτι που με ιντριγκάρει ακόμα περισσότερο στο να τους δω ζωντανά. Οι Αθηναίοι θα έχουν αυτήν την ευκαιρία στις 23 του Γενάρη (αυτού ντε) να τους απολάυσουν μαζί με άλλες δύο υπερδυνάμεις της νέας γενιάς του ελληνικού χατζημέταλ, τους Stygian Path (βλ. ακριβώς πάνω) και τους Leatherhead που κράτησαν το λάβαρο ψηλά για το 2024 και θα το ξανακάνουν φέτος με το Violent Horror Stories τον Φλεβάρη.
Reflection – The Battles I Have Won
Ήθελα να κλείσω αυτό το μίνι αφιέρωμα με έναν honorable mention. Οι Reflection είναι το πιο ιστορικά φορτισμένο όνομα αυτού του αφιερώματος και το The Battles I Have Won ακούγεται ακριβώς σαν αυτό που υποδηλώνει ο τίτλος του: ένας απολογισμός. Οι Reflection δεν χρειάζονται συστάσεις, γράφουν πάνω από 30 χρόνια ιστορίας, και έχουν πολλές κερδισμένες μάχες στο δυναμικό και το portfolio τους. Επέστρεψαν λοιπόν το 2025, για να γιορτάσουν αυτό το long-lasting legacy. Οι “μάχες” εδώ δεν είναι μόνο πολεμικές, αλλά υπαρξιακές. Έχουμε έναν δίσκο ύμνο στην επιμονή, την αντοχή μέσα στον χρόνο και τις αντιξοότητες, και στο τί σημαίνει να συνεχίζεις όταν η εποχή έχει αλλάξει, αλλά εσύ παραμένεις πιστός σε αυτό που είσαι. Το The Battles I Have Won λειτουργεί σχεδόν μετα-σχολιαστικά αν μου επιτρέπονται οι Βαρουφακισμοί. Σαν μία... αντανάκλαση (sic) 33 ετών στο πιο ατόφιο υποείδος του πιο ατόφιου είδους. Μουσικά, πρόκειται για ένα ώριμο heavy/power metal album, όπου κάθε επιλογή μοιάζει μελετημένη. Οι μελωδίες είναι πιο συγκρατημένες, τα riffs πιο “βαριά”, τα τύμπανα πιο "στιβαρά" από ότι μας έχουν συνηθίσει και τα κομμάτια πιο memorable από ποτέ. To "Lord of the Wind" έχει ήδη μπεί σε συχνό rotation και ας μην είναι διασκευή Wotan, το ομότιτλο διαλύει τα πάντα στο πέρασμά του ενώ το "March of the Argonauts¨ είναι από τα καλύτερα κομμάτια της χρονιάς. Οι Reflection με την επιστροφή τους έκαναν μια ηχηρή δήλωση, τόσο ύπαρξης όσο και αλλά και επίδειξη δύναμης. The old guard stands tall.
Το ελληνικό χατζημέταλ του 2025 δεν διεκδικεί τον κόσμο. Δεν προσπαθεί να γίνει επίκαιρο, ούτε να μιλήσει σε νέο ακροατήριο με σύγχρονους όρους. Αντίθετα, επιμένει στην παράδοση, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε με πείσμα που αγγίζει τη στασιμότητα. Οι 4+1 δίσκοι που ξεχώρισαν φέτος δείχνουν ότι μέσα σε αυτή την επιμονή υπάρχει ακόμα χώρος για ποιότητα, προσωπική έκφραση και ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Κάντε την χάρη στους εαυτούς σας, μεταλλάδες και μη όλων των ηλικιών και δώστε μια ευκαιρία στο νέο αίμα... της παλιάς φρουράς.
Το ερώτημα δεν είναι αν το χατζημέταλ μπορεί να αλλάξει. Το ερώτημα είναι αν χρειάζεται. Και ίσως, για όσους συνεχίζουν να το υπηρετούν με συνέπεια, η απάντηση είναι ήδη γνωστή.









