Συχνά επιστρέφω σε μια πεποίθηση που μπορεί να ακουστεί προβοκατόρικη: η μουσική δεν είναι κάτι που βρίσκεις· είναι κάτι που σε βρίσκει. Και, εντελώς υποκειμενικά μα επανειλημμένα αποδεδειγμένα, αυτό συμβαίνει συνήθως όταν ένας δίσκος παραμένει για καιρό ακίνητος στις ψηφιακές βιβλιοθήκες, περιμένοντας. Η στιγμή που τελικά θα παίξει στα ηχεία μου είναι σχεδόν πάντα η ακριβής στιγμή που έπρεπε να ακουστεί — για να ντύσει μια περίοδο, να επανεκκινήσει μια σκέψη ή να μεταβολίσει κάτι που ήδη κυοφορείται.
Κάπως έτσι το Nights on the Folkway της Demi Spriggs, που εκτός από ψηφιακά κυκλοφορεί σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων από την Submersion Records με βρίσκει στην ελληνική επαρχία, κοντά στη θάλασσα, σε θερμοκρασίες που πλησιάζουν το μηδέν, κάτω όμως από έναν ήλιο πεισματικά θερμό. Ένας δίσκος υπέροχα άχρονος και τρυφερά οικείος, που μοιάζει να μην ανήκει αυστηρά ούτε στο παρόν ούτε στο παρελθόν, αλλά να κινείται εκεί όπου η μελωδία και το storytelling συναντιούνται.
Η Spriggs κινείται στον ευρύ, αλλά απαιτητικό χώρο της βρετανικής folk, χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτόν. Αν και η μουσική της συνομιλεί ανοιχτά με την παράδοση, δεν μοιάζει να προσκολλάται σε αυτή. Αντίθετα, την προσεγγίζει ως έδαφος για εξερεύνηση και όχι ως όριο, μέσα από επαναληπτικές δομές, πολυφωνικές και αρμονικές υφές, ευφορικά σημεία και στιγμές ελεγχόμενης ωμότητας, συγκροτώντας μια ηχητική αφήγηση με έντονη αίσθηση ιστορίας και πρόθεσης.
Οι επαναληπτικές αυτές δομές λειτουργούν σχεδόν υπνωτιστικά. Η αφήγηση δεν είναι ποτέ γραμμική αλλά κυκλική, σαν ανάμνηση που επιστρέφει ξανά και ξανά, κάθε φορά ελαφρώς αλλοιωμένη. Υπάρχει κάτι ακατάστατο και σχεδόν τραχύ στον τρόπο που ξεδιπλώνονται τα τραγούδια, σαν να ακούμε ιστορίες που δεν έχουν εξομαλυνθεί πλήρως από τον χρόνο - και ακριβώς γι’ αυτό παραμένουν ζωντανές.
Στο “Craggen Rogg”, με εμφανή jazz στοιχεία, η Spriggs ανακαλεί έναν φαντασιακό τόπο: το μέρος όπου τοποθετείς την αγωνία σου όταν η αγάπη σε απορρίπτει. Αντίστοιχα, το “Fiddler’s Green” παραπέμπει στον ναυτικό παράδεισο της ιρλανδικής λαϊκής παράδοσης, λειτουργώντας ως χώρος παρηγοριάς αλλά και απώλειας. Αυτοί οι τόποι —πραγματικοί ή μυθικοί— γίνονται δοχεία συναισθημάτων, χώροι όπου η μνήμη και η επιθυμία συνυπάρχουν.
Ιδιαίτερη στιγμή αποτελεί ”A Boy Called Ear”, με τα διακριτικά σφυρίγματα που διακόπτουν τη ροή και προσθέτουν μια παιδική, ανάλαφρη διάσταση, αλλά και στο “Cruel Mornings”, όπου το πιάνο λειτουργεί ως συναισθηματικός άξονας, χωρίς περιττές εξάρσεις. Οι τρυφερές μπαλάντες “Hold On” και “Noam’s Song” αποτυπώνουν την ικανότητα της Spriggs να γράφει τραγούδια που ισορροπούν ανάμεσα στην απλότητα και το βάθος, χωρίς να γίνονται ποτέ εύκολα.
Τα μελίσματα, διακριτικά αλλά ουσιαστικά, παίζουν καθοριστικό ρόλο, εκφράζοντας τη συναισθηματική ένταση, ενώ ταυτόχρονα κάνουν τον χρόνο να «απλώνει», επιτρέποντας στην αίσθηση να προταχθεί έναντι της πληροφορίας. Στο “Water Color” εμφανίζονται πιο καθαρά οι πειραματισμοί της, ενώ στο πιο ποπ “To Miroloi” ξεχωρίζω προσωπικά μια στιγμή όπου η μελαγχολία συναντά μια απρόσμενη αμεσότητα.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει επίσης μια ιδιαίτερα όμορφη διασκευή στο “The Auld Triangle” ,το τραγούδι του Dick Shannon, συχνά αποδιδόμενο στον Brendan Behan, που έγινε γνωστό μέσα από το θεατρικό The Quare Fellow του 1954. Η Spriggs προσεγγίζει το κομμάτι με σεβασμό αλλά και προσωπικό τόνο, αποφεύγοντας τη μουσειακή αναπαραγωγή.
Οι επιρροές από Joni Mitchell, Cat Power, Judee Sill και Nick Drake είναι παρούσες, αλλά ποτέ καταπιεστικές. Το Nights on the Folkway δεν προσπαθεί να μιμηθεί, αλλά να συνομιλήσει. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, λόγω της ιδιαίτερης χροιάς της Spriggs, που καταφέρνει να παρασύρει τη φαντασία σε μισοξεχασμένες ιστορίες και σιωπηλά τοπία.
Ίσως γι’ αυτό το Nights on the Folkway μοιάζει ιδανικό άκουσμα για το τέλος μιας χρονιάς, καθώς δεν επιλέγει το θόρυβο, δεν επιβάλλεται, δεν ζητά να καταγραφεί ως γεγονός. Αντίθετα, στέκεται διακριτικά σαν ένας δίσκος που εμπιστεύεται τον χρόνο και τον ακροατή του. Κριτικά μιλώντας, πρόκειται για ένα ντεμπούτο με σαφή καλλιτεχνική πρόταση, εσωτερική συνοχή και αξιοσημείωτη αυτοσυγκράτηση — έναν δίσκο που ξέρει πότε να υποχωρεί, πότε να επανέρχεται και πότε να αφήνει τον χώρο να δουλέψει για λογαριασμό του. Και προσωπικά, αισθάνομαι είναι από εκείνα τα άλμπουμ που δεν τα ακούς για να τα «τελειώσεις», μολονότι ακούγεται απνευστί, αλλά για να επιστρέφεις σε αυτά, ξανά και ξανά, κάθε φορά από λίγο διαφορετικό σημείο. Στην εκπνοή του χρόνου, όταν η ανάγκη για απολογισμούς συγκρούεται με την επιθυμία για ησυχία, η λιτή ομορφιά του Nights on the Folkway είναι ίσως το πιο γενναιόδωρο πράγμα που μπορεί να προσφέρει ένας δίσκος.









