In Trance 95: «Δεν σταματάμε ποτέ να ετοιμάζουμε κάτι. Η δημιουργία είναι διαρκής διαδικασία»
Αγγελική Λάλου

Λίγο πριν την ψηφιακή πρεμιέρα στο Onassis Channel στο YouTube, με αφορμή το Stages A/LIVE των In Trance 95 στο Universe Multivenue, συναντήσαμε τον Alex Μαχαίρα και τον Νίκο Βελιώτη σε μια συζήτηση που αφορά όλη τη μουσική τους πορεία. Guest, στη συζήτηση και ο σκηνοθέτης των Stages A/LIVE Χρήστος Σαρρής.

Τι θα ακούσουμε/δούμε την Κυριακή 22 Φεβρουαρίου στο Onassis Channel στο YouTube;

Alex: Θα παρουσιάσουμε ένα σετ που διατρέχει όλη τη διαδρομή των In Trance 95 — από τα πρώτα χρόνια μέχρι σήμερα. Θα ακουστεί ακόμη και ένα ολοκαίνουργιο κομμάτι. Η ροή ξεκινά ατμοσφαιρικά και σταδιακά χτίζεται, οδηγώντας σε ένα έντονο ηχητικό climax στο τέλος. Φυσικά, τα cult classics δεν θα μπορούσαν να λείπουν — σχεδόν όλα είναι εκεί, μαζί και το πρόσφατο “The Move”.

Νίκος: Είναι μια συμπυκνωμένη αποτύπωση σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών δημιουργίας – με όλες τις μεταμορφώσεις, τις εμμονές και τις σταθερές μας.

Σχεδόν 40 χρόνια μουσικής διαδρομής – τι έχει αλλάξει σε αυτό το χρονικό διάστημα ως προς τη μουσική σας φιλοσοφία;

Νίκος: Παραδόξως, ο πυρήνας δεν έχει αλλάξει. Εμείς, ως άνθρωποι, φυσικά έχουμε αλλάξει· όμως η βασική δυναμική της συνεργασίας μας παραμένει ίδια. Είμαστε δύο πολύ διαφορετικές –συχνά αντίθετες– προσωπικότητες και η μουσική μας γεννιέται ακριβώς μέσα από αυτή την ένταση. Το οξύμωρο είναι ότι αυτές οι αντιθέσεις όχι μόνο διατηρήθηκαν, αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν δημιουργικά μέχρι σήμερα.

Alex: Η ουσία δεν έχει αλλάξει. Επίσης παραμένουμε προσηλωμένοι στα αναλογικά synthesizers, αξιοποιώντας παράλληλα τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας. Σε φιλοσοφικό επίπεδο όμως, το κέντρο παραμένει ο ανθρώπινος παράγοντας. Τα μηχανήματα είναι εργαλεία — όμορφα εργαλεία — αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να εκφράσουμε συναίσθημα, ιδέες και καταστάσεις που μας εμπνέουν. Η τεχνολογία υπηρετεί την έκφραση, όχι το αντίστροφο.

Το MTV σας σύστησε ως «Kraftwerk από την Ελλάδα». Πώς νιώθατε τότε για αυτή τη σύγκριση και πώς την αντιμετωπίζετε σήμερα, τόσα χρόνια μετά;

Alex: Τότε ενθουσιαστήκαμε. Ήμασταν πολύ νέοι και δεν το περιμέναμε. Στη νυχτερινή ζώνη του MTV, ο Marcel Vanhilt παρουσίασε το “Brazilia” σχεδόν ολόκληρο, με το εξώφυλλο στην οθόνη — πριν καν κυκλοφορήσει το video του “Desire to Desire”. Προφανώς η σύγκριση είχε να κάνει με το γεγονός ότι δεν περίμεναν έναν τέτοιο ήχο από την Ελλάδα.

Λίγο αργότερα, εμφανιστήκαμε και στα MTV News με αφορμή το Code of Obsession. Για εμάς έχει κυρίως αρχειακή αξία. Μας αρέσει να ανακαλύπτουμε υλικό από το παρελθόν, αν και τότε δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα υπήρχε το διαδίκτυο και ότι όλα αυτά θα διασώζονταν με κάποιο τρόπο. Όσο για τους Kraftwerk — τους αγαπάμε. Το Radio-Activity είναι από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ για μένα.

Νίκος: To δεχτήκαμε περισσότερο ως τιμή παρά ως ταμπέλα. Εκείνη την εποχή το πήραμε σαν παράσημο. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, το αντιμετωπίζουμε με νοσταλγία και ένα χαμόγελο.

Η πρώτη σας εμφάνιση στο An Club το 1989 και η παραγωγή video clips ήδη από το 1988 ήταν πρωτοποριακές κινήσεις για τα ελληνικά δεδομένα. Πώς βιώσατε την υποδοχή του κοινού τότε και ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις;

Alex: Πρωτοποριακοί με την έννοια ότι ήμασταν η μόνη καθαρά ηλεκτρονική μπάντα εκείνη τη στιγμή, μόνο με drum machines και synths. Στο πρώτο μας live ήμασταν άπειροι αλλά πολύ προετοιμασμένοι. Το να παίξουμε ζωντανά μάς φαινόταν φυσική συνέχεια.

Το κοινό ήταν μικρό, όμως δημιουργήθηκε ένας πυρήνας. Μας αγκάλιασε περισσότερο η dark wave σκηνή — παίζαμε συχνά με τους Slow Motion και τους αγαπημένους μας South of No North. Όταν συμμετείχαμε σε φεστιβάλ με punk ή garage μπάντες, υπήρχαν και μπύρες που εκτοξεύονταν προς τη σκηνή. Εμείς, όμως, συνεχίζαμε ατάραχοι — με καπνό και strobe lights.

Όσο για τα video clips, πέρα από το ακριβό 16mm του “Desire to Desire”, γυρίσαμε και DIY videos για το “Presidente” και το “Something Better Than Nothing”, χωρίς να σκεφτόμαστε αν θα παιχτούν κάπου. Περισσότερο ήταν μια εσωτερική ανάγκη. Αργότερα, απέκτησαν αξία ως κομμάτι της ιστορίας μας.

Νίκος: Το An Club ήταν τότε το σημείο συνάντησης όλης της σκηνής. Η πρώτη μας εμφάνιση εκεί παραμένει μια από τις πιο έντονες και καθοριστικές εμπειρίες μας. Το κοινό ήταν πάντα παρόν και δεκτικό, τόσο τότε όσο και σήμερα. Όσο για τα video clips, εκεί κινηθήκαμε κυριολεκτικά στα τυφλά. Αποφασίσαμε απλώς να το κάνουμε. Δεν υπήρχε «οδηγός». Η άγνοια κινδύνου της νεότητας ήταν το μεγαλύτερό μας πλεονέκτημα.

Νίκο, η προσωρινή σας αποχώρηση στις αρχές των '90s και οι μετέπειτα συνεργασίες σας με τον Γιάννη Αγγελάκα και τους MMMD, πώς επηρέασαν αυτές οι εμπειρίες την προσωπική σας μουσική πορεία και τι αποκομίσατε από αυτές;

Νίκος: Η μουσική για μένα είναι μια ατελείωτη εξερεύνηση – σχεδόν εθισμός. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να κινηθώ πέρα από τα όρια της ηλεκτρονικής μουσικής. Έμαθα βιολοντσέλο μετά τα 20 και βρέθηκα στον χώρο της πειραματικής μουσικής σχεδόν φυσικά. Η συνεργασία με τον Αγγελάκα γεννήθηκε μέσα από την ένταση ανάμεσα στο mainstream και το πειραματικό στοιχείο που πάντα με απασχολούσε. Οι MMMD είναι ένα διαφορετικό κεφάλαιο, αλλά και εκεί η αναζήτηση της ισορροπίας ανάμεσα στην ποπ φόρμα και την πειραματική διάθεση παραμένει κεντρική. Όλες αυτές οι εμπειρίες με διαμόρφωσαν ως μουσικό – είναι κομμάτι της ταυτότητάς μου σήμερα.

Alex, πώς καταφέρατε να διατηρήσετε το όραμα των In Trance 95 ζωντανό κατά τη διάρκεια αυτής της «ρευστής» φάσης και τι σημαίνει για εσάς η «συνέχεια» του συγκροτήματος;

Alex: Όταν αποχώρησε ο Νίκος, συνέχισα να γράφω. Η μουσική των In Trance 95 ανήκει και στους δύο μας, όμως εκείνη την περίοδο άρχισε να συσσωρεύεται υλικό που ηχογραφούσα μόνος μου. Κάποια από εκείνα τα demos τα επανεξετάσαμε αργότερα μαζί, στο reunion.

Στη δεκαετία του ’90 υπήρξαν συνεργασίες και live με νέα μέλη, αλλά προς το τέλος της ένιωθα πως ο κύκλος είχε κλείσει. Το 2004 αποφάσισα να επανεκκινήσω το project, αξιοποιώντας πλέον τις δυνατότητες του home studio. Το 2006 πραγματοποιήσαμε το πρώτο live της νέας περιόδου, αρχικά ως Itenef, και το 2010 βρεθήκαμε ξανά με τον Νίκο.

Η «ρευστή» φάση ήταν κυρίως εσωτερική. Έγραφα ασταμάτητα, συχνά conceptual υλικό οργανωμένο σαν άλμπουμ ή EP, χωρίς να με απασχολεί αν θα κυκλοφορήσει. Η συνέχεια δεν ήταν στρατηγική επιλογή· ήταν εσωτερική ανάγκη. Σήμερα απολαμβάνω τη δημιουργία περισσότερο από ποτέ — και τα live μας είναι πιο ώριμα, πιο ουσιαστικά.

Τα άλμπουμ “Cities of Steel & Neon” και “Shapes In A New Geometry” σηματοδότησαν μια νέα εποχή. Πώς διαφέρει η δημιουργική διαδικασία σήμερα σε σχέση με τις πρώτες σας ηχογραφήσεις;

Alex: Σε πρακτικό επίπεδο, η δημιουργική διαδικασία σήμερα είναι πιο ευέλικτη. Η ανταλλαγή ιδεών γίνεται άμεσα μέσω διαδικτύου και η ηχογράφηση μπορεί να ολοκληρωθεί σε ένα πλήρως εξοπλισμένο home studio. Στα τέλη των ’80s και στις αρχές των ’90s, κάθε τελικό στάδιο έπρεπε να γίνει σε επαγγελματικό στούντιο, οπότε τα demos συχνά μεταμορφώνονταν στην πορεία.

Σε καλλιτεχνικό επίπεδο, συνήθως ξεκινάμε από ένα ρυθμικό μοτίβο και χτίζουμε σταδιακά τα layers· τα φωνητικά μπαίνουν στο τέλος. Ωστόσο, μπορεί όλα να ξεκινήσουν από έναν ήχο ή μια μελωδική ιδέα που λειτουργεί ως πυρήνας.

Νίκος: Στην ουσία δεν διαφέρει πολύ. Έχουμε τις ίδιες εμμονές, την ίδια αγάπη για τη λεπτομέρεια. Η διαφορά είναι μάλλον σωματική – κουραζόμαστε πιο εύκολα. Αλλά ο τρόπος που δουλεύουμε, η προσήλωση και η εσωτερική μας ένταση, παραμένουν ίδιες.

Πώς επηρεάζει η εμπειρία τόσων ετών τη σύνθεση νέας μουσικής; Υπάρχει κάποια αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβάνεστε την ακρόαση ή τη δημιουργία;

Νίκος: Η εμπειρία φέρνει ευκολία στο πρακτικό επίπεδο. Σήμερα μπορούμε πιο άμεσα να φανταστούμε έναν ήχο και να τον υλοποιήσουμε. Ως παιδιά της Gen X έχουμε, νομίζω, μια αξιοπρεπή και ισορροπημένη σχέση με την τεχνολογία. Η ακρόαση όμως παραμένει αχαρτογράφητη περιοχή. Είναι βαθιά υποκειμενική και επηρεάζεται από την ψυχολογία. Όσο κι αν συσσωρεύεις εμπειρία, η ακρόαση είναι μια κορυφή που ξέρεις ότι δεν θα κατακτήσεις ποτέ – κι όμως συνεχίζεις να την προσεγγίζεις.

Πώς βλέπετε την εξέλιξη της ελληνικής ηλεκτρονικής μουσικής σκηνής από τα δικά σας πρώτα βήματα μέχρι σήμερα; Υπάρχουν νέοι καλλιτέχνες που παρακολουθείτε;

Αlex: Όταν ξεκινήσαμε, δεν υπήρχε πραγματικά σκηνή. Υπήρχαν μεμονωμένες προσπάθειες. Σήμερα υπάρχει ένα σαφές ρεύμα, με καλλιτέχνες που συνδυάζουν minimal synth με darker αισθητική. Υπάρχουν επίσης πολύ καλοί DJs. Αυτό μας χαροποιεί ιδιαίτερα. Υπάρχει μια γενιά που έχει επηρεαστεί από synth-punk και synthwave, αλλά με δική της ταυτότητα.

Νίκος: Παρακολουθούμε τη σκηνή και έχουμε και αγαπημένους νέους καλλιτέχνες. Αυτό που έχει αλλάξει ριζικά είναι η κλίμακα. Στα πρώτα μας χρόνια ήμασταν μετρημένοι στα δάχτυλα — γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας και το τοπίο ήταν σχεδόν χαρτογραφημένο. Σήμερα η παραγωγή είναι πολύ πιο εκτεταμένη και πολυσυλλεκτική, κάτι που είναι εξαιρετικά θετικό. Το παράδοξο είναι ότι, μέσα σε αυτή την αφθονία, χρειάζεται πλέον περισσότερη αναζήτηση για να ανακαλύψεις πράγματα, ειδικά στην εγχώρια σκηνή. Δεν είναι όλα ορατά με την πρώτη ματιά. Προσωπικά όμως απολαμβάνω αυτή τη διαδικασία εξερεύνησης· μου θυμίζει γιατί ξεκινήσαμε να ψάχνουμε μουσική εξαρχής.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια για τους In Trance 95; Ετοιμάζετε νέα δισκογραφική δουλειά ή άλλες ζωντανές εμφανίσεις;

Alex: Τα σχέδια είναι πιο συγκεκριμένα από ποτέ. Κυκλοφορεί επιτέλους το Code of Obsession στην κανονική του μορφή, remastered και expanded από τη Minimal Wave. Το 1990 η κοπή του βινυλίου μάς αδίκησε, ενώ και η απόφαση να αντικαταστήσουμε την αρχική B-side με ένα dance πείραμα άλλαξε το αρχικό concept. Τώρα αποκαθίσταται.

Το πρόσφατο “The Move” θα κυκλοφορήσει και σε 12” με remixes από Sandwell District, Phase Fatale και An-i στη Cititrax.

Παράλληλα έχουμε ηχογραφήσει τέσσερα νέα κομμάτια, που ήδη παίζουμε live. Ακολουθούν εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό — επόμενος σταθμός η Βιέννη.

Νίκος: Δεν σταματάμε ποτέ να ετοιμάζουμε κάτι. Η δημιουργία είναι διαρκής διαδικασία – είτε οδηγεί σε δισκογραφία είτε σε ζωντανές εμφανίσεις.

Πώς πιστεύετε ότι η ψηφιακή εποχή, και πλατφόρμες όπως το Onassis Channel, επηρεάζουν τη διάδοση και την αντίληψη της ηλεκτρονικής μουσικής σήμερα;

Νίκος: Ο τρόπος με τον οποίο διαδίδεται η μουσική έχει αλλάξει ριζικά. Οι ψηφιακές πλατφόρμες είναι πλέον το βασικό μέσο. Είναι σίγουρα πιο εύκολο πλέον ένα αρχειακό υλικό ή μία ζωντανή εμφάνιση να μην έχουν εφήμερο χαρακτήρα αλλά διάρκεια ζωής. Μέχρι μία μεγάλη ηλιακή καταιγίδα. Πέρα από τα αστεία όμως ο ρόλος πλατφορμών όπως το Onassis Channel είναι καθοριστικός. Πέρα από τη φιλοξενία περιεχομένου λειτουργεί ως επιμελητής εντάσσοντας και την ηλεκτρονική μουσική σε ένα ευρύτερο πολιτιστικό πλαίσιο με ποιοτική παραγωγή και διεθνή προσανατολισμό.

Alex: Ζούμε πλέον σε μια καθολικά ψηφιακή εποχή — είτε είμαστε «αναλογικοί» είτε όχι. Η μουσική διαδίδεται κυρίως μέσα από το διαδίκτυο, και αυτό δεν είναι θέμα επιλογής αλλά πραγματικότητα. Αν κάτι όμως έχει ενδιαφέρον, είναι ότι η ψηφιακή διάδοση μπορεί να λειτουργήσει και ως αρχείο: διασώζει, επαναφέρει και επαναπλαισιώνει έργα που αλλιώς θα είχαν χαθεί.

Πλατφόρμες όπως το Onassis Channel παίζουν ουσιαστικό ρόλο σε αυτό. Το Ίδρυμα Ωνάση δεν περιορίζεται στη φιλοξενία μεγάλων ονομάτων της ηλεκτρονικής μουσικής, αλλά επενδύει συστηματικά και στη διάδοση πιο απαιτητικών, πειραματικών ή εντελώς underground καλλιτεχνών — χωρίς να θέτει ως μοναδικό κριτήριο την εμπορικότητα.

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, αντιμετωπίσατε διαφορετικά αυτό το live -γνωρίζοντας ότι βιντεοσκοπείται- από ένα «κανονικό» live;

Alex: Η συνεργασία με την ομάδα του Stages A/Live ήταν πραγματικά μια σπάνια εμπειρία. Γνωρίζαμε εδώ και καιρό ότι ο Χρήστος Σάρρης ήθελε να υλοποιήσει αυτό το project και είχε επεξεργαστεί σε βάθος την ιδέα μαζί με όλη την ομάδα. Από την πρώτη στιγμή νιώσαμε ότι δουλεύουμε με καλλιτέχνες που κατανοούν τον εσωτερικό κόσμο των In Trance 95. Το τελικό αποτέλεσμα μάς αντιπροσωπεύει πλήρως, τόσο αισθητικά όσο και συναισθηματικά.

Το γεγονός ότι το live βιντεοσκοπούνταν δεν μας επηρέασε· αντίθετα, οι άψογες τεχνικές συνθήκες και η συνολική φροντίδα της παραγωγής μάς επέτρεψαν να νιώσουμε ασφάλεια και ελευθερία. Σε αντίθεση με πιο ωμά live —όπως σε υπόγεια venues του Βερολίνου, όπου η ένταση είναι χαοτική και απρόβλεπτη— εδώ υπήρχε απόλυτη καθαρότητα. Αυτό, προσωπικά, μου έδωσε τη δυνατότητα να αποδώσω τα φωνητικά με μεγαλύτερη συγκέντρωση και αυθορμητισμό.

Τελικά, το σετ βγήκε αβίαστα, από μέσα μας — και αυτό είναι που μετράει.

Νίκος: Με μία λέξη: άψογη. Αυτό αρκεί. Για εμάς ήταν ένα απολύτως κανονικό live. Υπήρχαν όλα τα στοιχεία: η προσδοκία, η αδρεναλίνη, η ένταση. Η διαφορά ήταν η εξαιρετική τεχνική υποστήριξη – ήχος, φώτα, συνεργάτες – που ανέβασε την εμπειρία σε άλλο επίπεδο, χωρίς να αλλοιώσει τη ζωντανή της φύση.

Πώς βλέπετε τη θέση των In Trance 95 στην ιστορία της ελληνικής μουσικής; Ποια κληρονομιά θέλετε να αφήσετε πίσω σας;

Νίκος: Εμείς είμαστε ακόμα εδώ και συνεχίζουμε. Είναι πολύ νωρίς για τέτοιες σκέψεις!

Alex: Τη θέση μας δεν την αποφασίζουμε εμείς. Γνωρίζουμε όμως ότι ήμασταν από τους πρωτεργάτες του συγκεκριμένου ήχου στην Ελλάδα. Με λίγες κυκλοφορίες δημιουργήσαμε κομμάτια που απέκτησαν διαχρονική απήχηση.

Θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας περισσότερο έργο. Όχι για την υστεροφημία, αλλά γιατί η δημιουργία είναι ο λόγος ύπαρξης. Αν κάτι με απασχολεί φιλοσοφικά, είναι ότι σε βάθος χρόνου όλα θα ξεχαστούν. Εμείς, άλλοι μετά από εμάς, ακόμη και τα μεγαλύτερα ονόματα.

Και όμως — όσο υπάρχουμε, δημιουργούμε.

Και 2 ερωτήσεις στον πρωτεργάτη των Stages A/Live, Χρήστο Σαρρή: Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση σκηνοθετικά στο συγκεκριμένο Stages A/Live;

Χρήστος: Υπάρχει η συνήθεια όταν βλέπουμε λάιβ να υπάρχει μια τουλάχιστον πολυμελής μπάντα κιθάρες μπάσα ντραμς όργανα που προσφέρουν δράση με την κίνησή τους. Η μεγαλύτερη «πρόκληση» λοιπόν ήταν να περάσει η ενέργεια του ντουέτου των IT 95 στο κοινό που θα παρακολουθήσει. Είμαι πολύ τυχερός γιατί, αφενός γνωρίζω την μπάντα από το ξεκίνημά της τους οπότε τους έχω δει πάρα πολλές φορές ζωντανά, αφετέρου ο Άλεξ είναι ένας πολύ ιδιοσυγκρασιακός περφόρμερ και σε συνδυασμό με τη στιβαρή παρουσία του Νίκου δίνουν μια εξαιρετική ερμηνεία. Επίσης η διεύθυνση φωτογραφίας του Φίλιππου Ζαμίδη έδωσε μια μοναδική ατμόσφαιρα στην ταινία και βοήθησε πάρα πολύ την μπάντα ώστε να δώσει μια νέα διάσταση στην σκηνική της παρουσία.  

Ποιο είναι το επόμενο Stages A/Live που ετοιμάζετε;

Χρήστος: Το επόμενο Stages Alive που θα προβληθεί γυρίστηκε το καλοκαίρι του 25 κατά την διάρκεια της τρίτης παρουσίας στην Κόνιτσα του μουσικού φεστιβάλ της Στέγης «Γιατί είναι Μαύρα τα βουνά» το οποίο επιμελήθηκε ο βραβευμένος με Grammy και βαθύς γνώστης την βαλκανικής μουσικής ιστορίας Christopher King. Είναι μια μουσική ταινία με 9 διαφορετικά μουσικά σχήματα από τα Βαλκάνια, την Ουγγαρία, την Ήπειρο και την Κρήτη.

Διαβάστε περισσότερα

Το Stages A/LIVE παρουσιάζει τους In Trance 95

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured