Prolapse
Φωτ.: Geboren Wustmann
Εύη Παπαγιάννη

   

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, σε ένα περιβάλλον όπου το grunge και η brit pop καθόριζαν τους όρους της κυρίαρχης αφήγησης, οι βρετανοί Prolapse κατέθεσαν με το ντεμπούτο τους Pointless Walks To Dismal Places (1992, Cherry Red) μια πρόταση που οργανώθηκε εξαρχής γύρω από την ένταση, την επανάληψη και τη διαρκή τριβή φωνών και ρυθμών που συνομιλούσε περισσότερο με τους The Fall παρά με τους Oasis. Έκτοτε η διαδρομή τους, μέσα από τα άλμπουμ backsaturday, The Italian Flag και Ghosts of Dead Aeroplanes, διαμόρφωσε ένα συνεκτικό ιδίωμα όπου το krautrock υπόβαθρο, η noise αισθητική και η ιδιότυπη σκηνική τους δυναμική συνυφαίνονται σε μια ταυτότητα με σαφές αποτύπωμα στη βρετανική ανεξάρτητη σκηνή. Παρά τη σχετικά σύντομη δισκογραφική παρουσία τους δημιούργησαν ένα μύθο γύρω από το όνομά τους, που είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή τους στις ζωντανές εμφανίσεις το 2015 μετά από προτροπή των Mogwai. Η δισκογραφική τους επανεμφάνισή τους με το δίσκο I Wonder When They're Going to Destroy Your Face το 2025 επανενεργοποίησε τους βασικούς άξονες της γραφής τους και επανέφερε στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζουν τον ρυθμό και τον λόγο. Με αφορμή την επικείμενη εμφάνισή τους στην Αθήνα στις 19/02/2026 στην Αρχιτεκτονική, η Εύη Παπαγιάννη συνομίλησε μαζί τους για τη συνέχεια μιας πορείας που εξακολουθεί να εξελίσσεται με συνέπεια, ένταση και επίγνωση της ίδιας της ιστορίας της.


- Έχουν περάσει 26 χρόνια από την τελευταία σας κυκλοφορία, δύο δεκαετίας δηλαδή δεκαετίες μέσα στις οποίες ο κόσμος σε κοινωνικό, τεχνολογικό και πολιτισμικό επίπεδο άλλαξε σχεδόν ραγδαία. Τι σας έκανε να αποφασίσετε να παίξετε ξανά μαζί ως Prolapse σε έναν τόσο διαφορετικό περιβάλλον, και τι σημαίνει για εσάς αυτή η επιστροφή;

David J: Ο κόσμος έχει αλλάξει πάρα πολύ — αυτό είναι αλήθεια. Το διαδίκτυο κράτησε τη σχέση μας ζωντανή όλα αυτά τα χρόνια, ενώ ορισμένες κοινωνικές περιστάσεις ήταν που μας έφερναν ξανά κοντά: ο γάμος του Mick H και τα 50ά γενέθλια του Tim. Υποθέτω πως, σε κάποιον βαθμό, είχε λείψει ο ένας στον άλλον. Όταν μας ζητήθηκε να επανενωθούμε για τις επετειακές συναυλίες των Mogwai, διαπιστώσαμε ότι εξακολουθούσαμε να τα πηγαίνουμε καλά μεταξύ μας και νιώσαμε πως είχαμε κάτι μουσικά άξιο να μοιραστούμε με τον κόσμο. Δεν υπάρχει τίποτα ιδεολογικό ή πολιτικό στο ότι είμαστε ξανά μαζί... Και ναι, ίσως το ζωτικό δημογραφικό της εναλλακτικής μουσικής να έχει μετατοπιστεί ή διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει και μεγαλύτερες ηλικίες. Γιατί να είναι αποδεκτό οι κλασικοί μουσικοί να μεγαλώνουν και να γίνονται σεβαστοί, αλλά όχι οι indie rockers; Η όμως αντίδραση του κόσμου στις πρόσφατες κυκλοφορίες και στις ζωντανές εμφανίσεις μας μάς έχει συγκινήσει βαθιά. Μας κάνει να νιώθουμε πως έχουμε έναν λόγο, έναν σκοπό, να συνεχίσουμε.

Mick D: Δεν νομίζω ότι περιμέναμε ποτέ πως θα ξαναβρισκόμασταν, αλλά όταν τελικά συνέβη, δεν είχαν αλλάξει και πολλά. Δεν υπήρχε πανδημία και ο Trump ήταν ακόμη ένα πορτοκαλοπρόσωπο νούμερο-παράπλευρο θέαμα. Μόνο όταν ξεκινήσαμε να ηχογραφούμε τον δίσκο το 2018–19 (ναι, τόσο αργοί είμαστε) άρχισε ο κόσμος να διαλύεται. Δεν λέω ότι το φαινόμενο της πεταλούδας ξεκίνησε με το LP μας, αλλά υπάρχει μια κατάρα των Prolapse που μας ακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν είμαστε καταλύτης δυστυχίας. Ευτυχώς υπάρχει ζήτηση για τέτοιου είδους δυστυχία και χαίρομαι να πω πως μάλλον δεν θα ξεμπερδέψετε ποτέ μαζί μας.

Tim P: Αρχικά έγινε κατόπιν αιτήματος των Mogwai να τους υποστηρίξουμε το 2015, και αυτό μας οδήγησε στην πρώτη επανένωση. Από τότε, ουσιαστικά είμαστε ξανά συγκρότημα. Όμως για μεγάλο μέρος αυτού του διαστήματος δεν κάναμε και πολλά! Η ηχογράφηση του άλμπουμ υποτίθεται ότι θα γινόταν το 2020, αλλά φυσικά ο Covid τα σταμάτησε όλα. Τελικά καταφέραμε να μπούμε στο στούντιο το 2023. Είναι δύσκολο να κάνεις πολλά όταν είμαστε διασκορπισμένοι γεωγραφικά και έχουμε επτά οικογένειες και δουλειές να συντονίσουμε. Το να είμαστε ξανά μαζί ήταν υπέροχο και με βοήθησε πραγματικά να εκτιμήσω ότι, την πρώτη φορά, τα πήγαμε στην πραγματικότητα πολύ καλά. Η ανταπόκριση ήταν εκπληκτική.

Φωτ.: Geboren Wustmann

- Πώς η εμπειρία, η ζωή που έχετε ζήσει και η μουσική που έχετε συναντήσει όλα αυτά τα χρόνια αποτυπώνονται στον ήχο που δημιουργείτε σήμερα;

David J: Αυτή είναι ενδιαφέρουσα ερώτηση. Μουσικά, πάντοτε φέρναμε διαφορετικά στοιχεία στον «ήχο» των Prolapse και, παρότι είχαμε ανέκαθεν κοινό έδαφος —και οι προτιμήσεις μας εξελίχθηκαν μέσα από το να παίζουμε μαζί και να ανταλλάσσουμε ιδέες— το διάγραμμα Venn μας είναι μεγάλο και συνεχίζει να μας τραβά προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό αναπόφευκτα επηρεάζει το πώς ακουγόμαστε. Σε επίπεδο ζωής, είχα μια μακροχρόνια σύντροφο (πλέον σύζυγό μου) και το πρώτο μου παιδί πριν υπογράψουμε το πρώτο μας δισκογραφικό συμβόλαιο, οπότε πάντοτε έβλεπα την πιθανότητα μιας μουσικής καριέρας από μια ελαφρά απόσταση. Αυτή η οπτική επηρέαζε πάντα το πώς αντιλαμβανόμουν το τι είδους οντότητα ήμασταν (και είμαστε), αλλά δεν νομίζω ότι σκεφτήκαμε ποτέ τους Prolapse ως «δουλειά». Στόχος μας ήταν να κάνουμε αυτό που θέλουμε, χωρίς όμως να αγνοούμε όσους μας στηρίζουν — τον κόσμο που μας ακούει, τις δισκογραφικές μας, το management. Νομίζω ότι έγινε σαφές αρκετά νωρίς πως πηγαίναμε κόντρα στο zeitgeist των μέσων των 90s, ή τουλάχιστον σε εκείνη τη συνθήκη που θα μας επέτρεπε να περάσουμε στο mainstream. Όσο για το σήμερα, όλοι προσπαθούμε να παρακολουθούμε τι κάνουν τα σύγχρονα συγκροτήματα. Παρότι αγαπώ πολλές πιο πρόσφατες μπάντες, δεν νομίζω ότι αυτό επηρεάζει ιδιαίτερα τις πρόσφατες ηχογραφήσεις μας. Και δεν είναι επειδή είμαστε τεμπέληδες ή δεν εξελισσόμαστε· απλώς θεωρώ ότι υπάρχουν ακόμη πολλές πτυχές του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουμε τη δημιουργία μουσικής που δεν έχουμε εξερευνήσει πλήρως.

Mick D: Ήμασταν πολύ επιφυλακτικοί όταν επιστρέψαμε για πρώτη φορά στο στούντιο. Τι θα γινόταν αν είχαμε παραδοθεί στα μαλακά μαξιλάρια, την τηλεόραση και τα βράδια στο σπίτι; Η μουσική θα ήταν σίγουρα φρικτή — ένα υβρίδιο ανάμεσα στους Maroon 5 και τους Manic Street Preachers. Η πρώτη ηχογράφηση ήταν καθοριστική. Ξεκινήσαμε με έναν τοίχο θορύβου, διανθισμένο με φωνές και ουρλιαχτά — δεν υπήρχαν τραγούδια για μωρά ή για πόνους στη μέση, όλα ήταν εντάξει. Ευτυχώς, δεν είχαμε αφήσει ούτε καλές ούτε κακές επιρροές να εισχωρήσουν — όλα ήταν φυσιολογικά και οι Prolapse ήταν οι ίδιοι όπως πάντα. Οπότε όχι, προσπαθώ να μην αλλάζω τίποτα, και εξακολουθώ να νιώθω το ίδιο άγχος όπως πάντα.

Tim P: Από μουσική άποψη, δεν νιώθω διαφορετικά απ’ ό,τι όταν γράφαμε μουσική στα ’90s. Η βασική διαφορά είναι ότι πλέον είμαστε πιο χαλαροί και εκτιμούμε πολύ περισσότερο τις εμπειρίες. Τη δεκαετία του ’90 έμοιαζε περισσότερο με ανταγωνισμό· τώρα είναι σαν ένα απρόσμενο bonus round — εντελώς απρόσμενο και εξαιρετικά απολαυστικό.

Φωτ.: Geboren Wustmann

- Ήσασταν μέρος μιας σκηνής που έδινε χώρο στην αμηχανία, την παραδοξότητα και τον απαιτητικό ήχο. Σήμερα, σε έναν κόσμο που ευνοεί τη γρήγορη κατανάλωση, τα social media και τον αλγόριθμο, πώς βλέπετε τη θέση της «δύσκολης» μουσικής;

David J: «Plus ça change», που λένε. Το 1929, ο Salvador Dalí και ο Luis Buñuel δημιούργησαν το Un Chien Andalou. Ήταν ένα τεράστιο succès de scandale — φανταστείτε όμως αν αυτό είχε γίνει το πρότυπο πάνω στο οποίο θα διαμορφωνόταν ο κινηματογράφος έκτοτε. Στα τέλη των ’80s, οι The Chills και οι The Fall έβαζαν συχνά δίσκους στο Top 10 της Νέας Ζηλανδίας. Μπορούμε πάντα να ονειρευόμαστε. Κρατιέμαι από τέτοιες στιγμές, όπου το «δύσκολο» γινόταν συλλογικά ο κανόνας. Όπως οι Prolapse δεν ξεκίνησαν ποτέ με στόχο την επιτυχία, έτσι κι αν πιο απαιτητικές μορφές μουσικής γίνονταν mainstream, δεν νομίζω ότι θα προσπαθούσαμε να γίνουμε ακόμη πιο αδιαφανείς για να ξεχωρίσουμε. Άλλωστε, η μουσική αυτάρκεια τροφοδοτεί τη συμβατική κατανόηση αυτής της τέχνης και κάνει τους πάντες τεμπέληδες, απρόθυμους να διευρύνουν τους ορίζοντές τους.

Tim P: Πιστεύω πως η «δύσκολη» μουσική τα πηγαίνει αρκετά καλά σήμερα. Υπάρχουν μπάντες που παίζουν σε τεράστιους χώρους και αναρωτιέμαι πώς έφτασαν εκεί. Ολόκληρη η μουσική σκηνή είναι πλέον πολύ μεγαλύτερη, στα ’90s, στο Ηνωμένο Βασίλειο υπήρχαν δύο ή τρία φεστιβάλ, τώρα υπάρχουν εκατοντάδες, με πολύ περισσότερους καλλιτέχνες να παίζουν σε μεγαλύτερα venues. Αυτή η διεύρυνση έχει δημιουργήσει περισσότερο χώρο για ενδιαφέρουσες ή «δύσκολες» μπάντες να τα καταφέρνουν. Πιθανότατα χωρίς πολλά χρήματα — αυτά συγκεντρώνονται στην κορυφή. Περισσότερο από ποτέ, υπάρχει ανάγκη να βρίσκεις έναν χώρο διαφυγής από όλη την ανοησία του κόσμου, και η μουσική —ζωντανή ή ηχογραφημένη— μπορεί πραγματικά να βοηθήσει, είτε για να ξεχαστείς για μισή ώρα είτε για να ουρλιάξεις μαζί της από οργή.

Mick D: Συμφωνώ με τον Tim. Η «δύσκολη» μουσική είναι σήμερα πιο προσβάσιμη από ποτέ. Πριν από λίγα χρόνια ένα τραγούδι των Life Without Buildings έγινε viral στο TikTok και δεν μπορούσες να ανοίξεις το Netflix χωρίς να ακούσεις κάτι από τους Joy Division ή τον John Cooper Clarke. Θα έρθει και η δική μας στιγμή. Η μοναδική μας «στιγμή» στο mainstream ήταν όταν ένα κομμάτι μας έπαιζε στο background αμερικανικής ενημερωτικής εκπομπής τη στιγμή που συνέλαβαν τον Unabomber το 1997. Πολύ ωραίο — και δεν επαναλήφθηκε ποτέ. Όταν ανακαλύπτω μια μπάντα πραγματικά διαφορετική, δεν μπορώ να σταματήσω να την ακούω και νιώθω εκείνο το ανατρίχιασμα στον σβέρκο. Αυτό ελπίζω να προκαλούμε κι εμείς.

Φωτ.: Geboren Wustmann

- Στα τραγούδια σας, η ένταση χτίζεται μέσω της διάρκειας, της επιμονής και της αίσθησης ότι κάτι ξεδιπλώνεται αργά. Πώς βιώνετε αυτή τη δυναμική όταν παίζετε ή ηχογραφείτε;

David J: Εξαιρετική παρατήρηση – προφανώς έχετε κάνει βαθιά ακρόαση. Συχνά υπάρχουν δύο βασικά στάδια στα τραγούδια μας, το ορχηστρικό μέρος και η προσθήκη των φωνητικών, αν και όχι πάντα. Το πρώτο στάδιο λειτουργεί ως εγκαθίδρυση μιας γενικής δυναμικής, συνήθως επαναληπτικής και στιβαρής, ώστε οι τραγουδιστές να μπορούν να κινηθούν ελεύθερα. Παράλληλα, υπάρχει η δυνατότητα για εκτός πλαισίου πειραματικά ηχητικά στοιχεία. Η ένταση προκύπτει επίσης από την αλληλεπίδραση των δύο φωνητικών που μοιράζονται η Linda Steelyard και ο Mick Derrick. Πώς αποφασίζετε ποιος tτραγουδά πότε, και πώς αυτό διαμορφώνει την ενέργεια μεταξύ σας;

Mick D: Τραγουδάμε ταυτόχρονα και είναι σαν παιχνίδι «chicken» για το ποιος θα σταματήσει πρώτος — τουλάχιστον έτσι γίνεται στο στούντιο. Μου αρέσει ο ήχος δύο ανθρώπων που τραγουδούν μαζί, με πολλά μουρμουρητά και μισοακουσμένες φράσεις στο βάθος — κάτι σαν οι Gang of Four να συναντούν τους War του Eric Burdon. Συνήθως η Linda κι εγώ γράφουμε τα φωνητικά μας ξεχωριστά, αλλά όταν τα ακούμε μαζί, μοιάζουν με διάλογο δύο διαλυμένων φίλων ή εραστών. Δεν νομίζω ότι θα επιβιώναμε σε μια «κανονική» μπάντα αν έπρεπε να αφήνουμε χώρο ο ένας στον άλλον. Στους Prolapse υπάρχει μεγάλος χώρος για αυτοσχεδιασμό – χρειαζόμαστε αυτή την απρόβλεπτη διάσταση, αλλιώς θα κατεβάζαμε ρολά. Στο συλλογικό φαντασιακό ανήκετε σε μια γενιά συγκροτημάτων όπως οι The Fall και οι Pere Ubu, που διεύρυναν τα όρια της κιθαριστικής μουσικής. Έπειτα από τις απώλειες προσώπων και συγκροτημάτων μέσα στα χρόνια, εξακολουθείτε να αισθάνεστε μια αίσθηση κοινότητας ή ίσως η μοναξιά έχει καταστεί αναπόσπαστο στοιχείο της μουσικής σας εμπειρίας;

David J: Αισθανόμαστε μια παράξενη μοναξιά, μέσα στην οποία και οι δύο αυτές σπουδαίες μπάντες είναι διαρκώς παρούσες μέσω του διαδικτύου. Οι The Fall έλαμψαν τόσο έντονα και για τόσο μεγάλο διάστημα που αποτελούν ίσως ξεχωριστή περίπτωση από τους Pere Ubu, των οποίων η έκρηξη ιδιοφυΐας ήταν πιο σύντομη. Υπό αυτή την έννοια, η κληρονομιά είναι διαφορετική και ίσως οι The Fall είναι η πιο ασυνήθιστη περίπτωση. Μπορεί να ακούγεται συναισθηματικό, αλλά όπως ο Mark E. Smith δεν μπορεί να αντικατασταθεί, έτσι και μετά τον θάνατο του John Peel κάτι λείπει πολιτισμικά από το Ηνωμένο Βασίλειο — εκείνη η πεισματική κόντρα όχι μόνο στο mainstream ραδιόφωνο αλλά και στις προσδοκίες του ίδιου του κοινού του.

Mick D: Θα αφήσω τους The Fall στον Tim – είναι ο υπέρτατος fan. Οι Pere Ubu είναι πάντα ζωντανοί στο μυαλό μου. Το κομμάτι "Jackdaw" στο LP είναι αφιερωμένο στον David Thomas.

Tim P: Ως μεγάλος fan των The Fall, η απώλεια του Mark E. Smith άφησε τεράστιο κενό, αλλά η μουσική τους κληρονομιά έχει μεγαλώσει τα τελευταία χρόνια. Πολλές μπάντες χρησιμοποιούν πλέον Sprechgesang. Όσο ζούσε ο M.E.S., πολλοί φοβούνταν να «κλέψουν» τους The Fall -εκτός από εμάς (γέλια), αλλά τώρα πολλοί νέοι ακούνε τους δίσκους των γονιών τους και σκέφτονται «ναι, αυτό είναι κουλ». Θα ήθελα πολύ να μπορέσουμε να συνδεθούμε με αυτό το ρεύμα, γιατί υπάρχουν πολύ περισσότεροι νέοι που πηγαίνουν σε θορυβώδεις συναυλίες από ό,τι το κοινό μας των 50–60 ετών.

Φωτ.: Geboren Wustmann

- I Wonder When They’re Going To Destroy Your Face. Αυτός ένας τίτλος που αφενός προκαλεί, αφετέρου προειδοποιεί. Πώς συνομιλεί ο τελευταίος σας αυτός δίσκος με τον σημερινό κόσμο;

David J: Ο κόσμος είναι ένα χάος. Στα θετικά. το ότι είμαστε στους Prolapse και έχουμε καλούς φίλους είναι σωτήριο. Συλλογικά μισούμε το Brexit και τον αντίκτυπό του στη χώρα μας και στους Ευρωπαίους συμμάχους μας. Προσωπικά, σοκαρίστηκα λίγο όταν άκουσα τον τίτλο — συνήθως είμαι λίγο πίσω στα νέα της μπάντας. Για μένα, υπάρχουν οικολογικές αναφορές που μοιάζουν προφητικές, όπως η φράση «σκίζοντας το δέρμα της γης», που ειπώθηκε από μέλος ιθαγενούς φυλής του Αμαζονίου όταν αντίκρισε την αποψίλωση.

Mick D: Ο τίτλος προέρχεται από το τραγούδι "Poor Moon" των Canned Heat, που ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Το τραγούδι θρηνεί το γεγονός ότι, βάζοντας άνθρωπο στο φεγγάρι, στο τέλος θα καταστρέψεις και το φεγγάρι όπως και τη γη — είναι μια προειδοποίηση προς το ανθρώπινο είδος. Ο τίτλος του άλμπουμ, από την άλλη, εκπέμπει καθαρή οργή και αντί για μια ήπια σύσταση, εστιάζοντας σε μια αναμέτρηση με όσους πραγματικά την αξίζουν.

- Τι ελπίζετε για τη ζωντανή εμφάνιση στην Αθήνα στις 19/02/2026;

David J : Ενθουσιασμένοι για μια συναυλία των Prolapse σε μια νέα πόλη για εμάς. Μια αυθόρμητη, θετική αντίδραση θα ήταν ιδανική. Και δωρεάν εισιτήρια για έναν ποδοσφαιρικό αγώνα σε οποιαδήποτε ομάδα της Αθήνας, μεγάλη ή μικρή!

Mick D : Ανυπομονώ για τη συναυλία στην Αθήνα. Εσείς οι Έλληνες είστε πάντα ενθουσιώδεις! Ένας fan των Prolapse μου είχε δώσει κάποτε μερικά μπουκάλια σπιτικό τσίπουρο, όταν επισκέφθηκα τη Θεσσαλονίκη, και δεν θυμάμαι καν πώς γύρισα σπίτι. Μέχρι να φτάσουμε στην Αθήνα θα είμαστε σε πλήρη φόρμα. Να περιμένετε πονεμένους λαιμούς, βραχνές φωνές, κιθάρες στο τέρμα και θόρυβο. Θα τα δώσουμε όλα — και ελπίζουμε κι εσείς το ίδιο. Ραντεβού εκεί!

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured