Ο Γιώργος Πανταζόπουλος είναι ένας από τους πιο δραστήριους μουσικούς της νεότερης γενιάς της ελληνικής τζαζ σκηνής με συμμετοχές σε διάφορα τζαζ πρότζεκτ στο πλάι σπουδαίων μουσικών όπως ο Γιώργος Κοντραφούρης, ο Δήμος Δημητριάδης, ο Δημήτρης Αγγελάκης, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ο Gilad Atzmon, ο Amos Hoffman κ.α. Παράλληλα έχει συνεργαστεί σε project πλάι σε καταξιωμένους έλληνες καλλιτέχνες, όπως η Πέννυ Μπαλτατζή, o Σπύρος Γραμμένος και ο Mc Yinka. Eίναι μέλος του σχήματος Sunny Side Trio.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι απόφοιτος του Τμήματος Τζαζ του Ιονίου Πανεπιστημίου , με ειδίκευση στο τζαζ Κοντραμπάσο (Προπτυχιακό και Μεταπτυχιακό πρόγραμμα). Ξεκίνησε τα πρώτα του μουσικά βήματα σε πολύ μικρή ηλικία με μαθήματα κλασικής κιθάρας. Το 2017 ξεκίνησε τις σπουδές του στο τμήμα Jazz του Ιονίου Πανεπιστημίου. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, αφοσιώθηκε στη τζαζ μουσική και ασχολήθηκε με τον ρόλο του κοντραμπάσου σε μικρά και μεγάλα σχήματα. Σπούδασε με υποτροφία Erasmus στο Πανεπιστήμιο Codarts στο Ρότερνταμ (2021). Ήδη από το 2017 εργάζεται ως επαγγελματίας μουσικός σε μεγάλους συναυλιακούς χώρους, φεστιβάλ (Corfu Jazz Festival, Tinos Jazz Festival), κλαμπ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Την αφορμή για τη συζήτησή μας, μας έδωσε η πρόσφατη κυκλοφορία του πρώτου του άλμπουμ με τίτλο Some Things I’ve Never Told You (Puzzlemusic). Ένα μεστό ντεμπούτο όπου η αγάπη του για τους μεγάλους δασκάλους σαν τον Ray Brown, τον Paul Chambers και τον Charles Mingus ζυμώνεται με νέες ιδέες πάνω στην jazz και οι πρωτότυπες συνθέσεις εναλάσσονται με όχι και τόσο τυπικές εκτελέσεις σε στάνταρ του είδους.
- Γιώργο, θυμάσαι ποια ήταν η πρώτη επαφή σου με την jazz ή ποιο ήταν το πρώτο jazz album που άκουσες; Ποια άλλα είδη μουσικής άκουγες προηγουμένως;
Θα απαντήσω μάλλον αρχίζοντας από την τελευταία ερώτηση, γιατί μου κολλάει πολύ περισσότερο η σειρά χρονολογικά. Κατά τη διάρκεια των σχολικών χρόνων μου έπαιζα κιθάρα και άκουγα κυρίως ροκ και μπάντες που επηρέασαν περισσότερο ή λιγότερο τη γενιά μου. Κάποιες από αυτές ήταν οι Pixies, οι Sonic Youth, οι Blur, οι Joy Division για να ονομάσω μερικές, αλλά και όλο το Garage Rock και Brit Pop era με μπάντες όπως οι Strokes, οι Libertines οι Arctic Monkeys, οι Block Party κλπα. Στα σχολικά μου έτη σίγουρα αυτές οι μπάντες με διαμόρφωσαν και τότε δεν είχα πολύ ιδέα τι γίνεται με την τζαζ, δεν είχα ακούσει κιόλας. Η πρώτη μου επαφή με την τζαζ έγινε καθώς πήγαινα στο Μουσικό σχολείο Αλίμου. Εκεί γνώρισα τα πρώτα άτομα που άκουγαν και έπαιζαν αυτή τη μουσική, (Με τον Αλέξανδρο που γράψαμε το δισκάκι μαζί, βρεθήκαμε πρώτη φορά εκεί) και κάπως υποσυνείδητα άρχισε να δουλεύει μέσα μου όλο αυτό. Η αρχή με την τζαζ έγινε μετά τα σχολικά μου χρόνια. Νομίζω δυσκολευόμουν να ακούσω traditional jazz, αυτό που με έκανε να ψάξω τη μουσική και έπαιξε τρομερό ρόλο στο να μπω σε όλο αυτό, ήταν η συναυλία του Christian Mcbride το 2016 στο Gazarte. Ήταν μετά την κυκλοφορία του δίσκου “Out Here”, που μέχρι τότε δεν γνώριζα την ύπαρξη του. Αν κάποιος μου έλεγε ότι θα έβγαζα δισκάκι με κύρια αναφορά αυτό το άλμπουμ, περίπου 10 χρόνια μετά, θα γέλαγα. Μου είχε πάρει το κεφάλι το μπάσο εκείνη την μέρα, συγκλονιστική εμπειρία.
- Πώς πήρες τελικά την απόφαση να σπουδάσεις μουσική στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο;
Αρχικά, όλο αυτό έγινε όταν ήμουν κάπου στα 21-22 κι όχι στα 18. Αποφάσισα να παρατήσω το Ιστορικό Αρχαιολογικό και να ξαναδώσω πανελλήνιες. Γνώριζα αρκετά άτομα από το σχολείο που πήγαν εκεί. Ο Κωστής ο Φαναράς, η Νίκη η Κοκκόλη, ο Αλέξανδρος ο Λυκοθανάσης ήταν κάποιοι από αυτούς. Απ’οταν πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με τη μουσική πιο ενεργά, το να πάω να σπουδάσω στην Κέρκυρα, ήταν κάπως μονόδρομος. Είχα ένα feeling ότι κάτι γινόταν εκεί. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και το παλαιό Kεραμείο και κάποια φοβερά λαιβ που είδα εκεί ( Το γκρουπ του Τάκη Πατερέλη ή το αντίστοιχο του Κωστή Χριστοδούλου μου έρχονται εύκολα) , καθώς και η γνωριμία μου με τον Φούρη.
- Εκεί είχες μεταξύ άλλων ως καθηγητή τον Γιώργο Κοντραφούρη. Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τη «μαθητεία» σου μαζί του;
Ο Φούρης ήταν ο κύριος λόγος για να πάω στην Κέρκυρα. Γνωριστήκαμε στο “Κεραμείο” και ήταν αυτός που μου μίλησε πρώτος για όλο αυτό που γινόταν στο νησί. Δεν υπήρχαν και τότε μπάσα στη σχολή, οπότε μου έδωσε έξτρα ώθηση, να πάρω την απόφαση να πάω στο Πανεπιστήμιο. Με τον Φούρη στην Κέρκυρα πέρα από την ακουστική που ήταν υποχρεωτική για όλους, δεν κάναμε ποτέ μάθημα. Αλλά η έμπνευση και το πνεύμα του, ήταν αυτά που με οδήγησαν να εμβαθύνω περισσότερο στη μουσική, οι ατελείωτες ώρες συζήτησης και όλη αυτή η “ενέργεια” που δίνει απλόχερα αυτός ο άνθρωπος. Όλα αυτά, νομίζω εν τέλει είναι πιο σημαντικά από ένα απλό “μάθημα μουσικής”.
- Πότε και πού έγιναν οι πρώτες σου ζωντανές εμφανίσεις; Με ποιους μουσικούς έπαιξες; Και ποια ήταν η διαδρομή από εκεί ως την ηχογράφηση του “Some Things I’ve Never Told You”;
Τα πρώτα μου παιξίματα έγιναν στην Αθήνα, ως μαθητής, αλλά ουσιαστικά στη Κέρκυρα και στα φοιτητικά μου χρόνια, άρχισα να παίρνω πιο σοβαρά τα λαίβ και να εκτίθεμαι τακτικά στον κόσμο των λάιβ εμφανίσεων. Είχα την τύχη να μάθω μουσική, με άτομα που γνώρισα στο νησί, που όχι μόνο ήταν εξαιρετικοί μουσικοί, αλλά στη πορεία, γίναμε και αδελφικοί φίλοι. Το “Πολύτεχνο” ήταν το μπαρ και ο κύριος συναυλιακός μας χώρος στη Κέρκυρα, χωρίς αυτό το μέρος δε θα υπήρχε η τριβή που χρειαζόμασταν. Είχα την τύχη να παίξω με πολύ σημαντικούς μουσικούς, όπως ο Γιώργος Κοντραφούρης, ο Δήμος Δημητριάδης, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ο Δημήτρης Αγγελάκης, ο Βασίλης Ποδαράς κ.α. Αλλά, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε η δημιουργία του “Sunny Side Trio” (Αμαλία Παύλου και Γιώργος Μουστάκας), που με τα παιδιά αυτά, πέρα του ότι είμαστε πολύ δεμένοι, μάθαμε να παίζουμε από το μηδέν μαζί και βρήκαμε τις πρώτες μας δουλειές παρέα. Στην ουσία ωριμάσαμε μουσικά μέσα από τη δουλεία, παιξίματα σε λόμπι ξενοδοχείων και όπου μπορείς να φανταστείς. Ήταν πραγματικά υπέροχο σαν εμπειρία και θεωρώ ότι μάθαμε μουσική με πολύ αληθινό τρόπο, αποτέλεσμα η πρώτη μας δισκογραφική δουλειά που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2025. Εντωμεταξύ όλη αυτή η κατάσταση στη Κέρκυρα θύμιζε περισσότερο σε κολεκτίβα, παρά σε ένα αυστηρό ακαδημαϊκό περιβάλλον, πολλές μπάντες είχαν δημιουργηθεί ανά καιρούς και το παίξιμο δε σταμάταγε. Κάπου εκεί ξεκίνησε να πλάθεται η ιδέα για τη δημιουργία ενός piano trio. Γνώρισα τον Αλέξανδρο και τον Παναγιώτη, που αρχικά παίζαμε σε διαφορετικά project και group και σπανιότερα παρέα όταν τύχαινε. Πάντα μου άρεσε το δέσιμο που είχαμε μεταξύ μας. Στη συνέχεια ο Παναγιώτης έφυγε από το νησί, και κατέβηκε πιο γρήγορα στην Αθήνα. Με τον Αλέξανδρο συνεχίζαμε να παίζουμε μαζί και κάναμε τις διπλωματικές συναυλίες παρέα. Το Φθινόπωρο του 2023 αποφοίτησα από τη σχολή και κατέβηκα στην Αθήνα. Εκεί βρεθήκαμε ξανά με τον Αλέξανδρο και τον Παναγιώτη και τον Απρίλιο του 2024 αποφασίσαμε να μπούμε στο στούντιο και να γράψουμε τον δίσκο, μέσα σε ένα τρίωρο σέσσιον. Το αποτέλεσμα ήταν το “Some Things I’ve Never Told You”.
- Το άλμπουμ περιλαμβάνει πέντε δικές σου συνθέσεις και τρεις διασκευές. Ας ξεκινήσουμε από τα δικά σου. Με ποιον τρόπο συνθέτεις; Υπάρχουν κάποιες έτοιμες ιδέες πάνω στις οποίες αυτοσχεδιάζεις με την μπάντα στο στούντιο;
To “Some Things I’ve Never Told You” γεννήθηκε στην ουσία μέσα από τη διαδικασία των διπλωματικών εξετάσεων στη Κέρκυρα. Για να τελειώσεις τη σχολή, πρέπει να παρουσιάσεις ένα λάιβ με ορίτζιναλ μουσική και ένα λάιβ με ενορχηστρωμένα κομμάτια. Επειδή μου άρεσε η δουλειά που κάναμε, είπα να μπούμε στούντιο και να την γράψουμε. Τα ορίτζιναλ κομμάτια, αρχικά είχαν γραφτεί για κουιντέτο με κιθαρα και τρομπέτα. Νομίζω κυρίως εμπνευσμένος από την μουσική του Roy Hargrove. Έχω επηρεαστεί επίσης πολύ από τον μουσικό κόσμο του Ray Brown, του Christian Mcbride, του Joshua Redman, του Duke Ellington/Billy Strayhorn. Είναι κάτι σαν ήρωες για μένα. Θεωρώ ότι απλώς ακούγοντας μουσική που μου αρέσει, άρχισαν να “ζημώνονται” ιδέες και να δημιουργούνται ερεθίσματα. Νομίζω ότι δε μπορώ να γράψω μουσική, χωρίς να ακούω έντονα μουσική που λατρεύω εκείνη την περίοδο. Κάπως το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Ούτε πιστεύω ότι υπάρχει κάποια “Παρθενογένεση” στη σύνθεση και στη δημιουργία. Νομίζω ότι όσες περισσότερες αναφορές και εργαλεία διαθέτεις, κάπως σε βοηθούν, ώστε να σε οδηγήσει το ένστικτο σου σε κάποιο μονοπάτι. Κάπως έτσι γράφτηκε ο δίσκος, οι περισσότερες συνθέσεις γράφτηκαν μέσα σε ένα μήνα το καλοκαίρι του 2023 (όλες εκτός από το Night Ride που γράφτηκε στη καραντίνα). Τα θέματα είναι γραμμένα, οι κύριες μελωδίες και φυσικά κάποιες λεπτομέρειες στις ενορχηστρώσεις μέσα στα κομμάτια. Βοήθησε πολύ ο Αλέξανδρος και ο Παναγιώτης σε όλο αυτό, καθώς θεωρώ ότι ειδικά αυτό που κάνουμε βασίζεται πολύ στη συλλογικότητα, είναι μουσική που έχει να κάνει πολύ με το δέσιμο μεταξύ των μουσικών. Στο στούντιο επειδή είχαμε λίγο χρόνο, απλά έπρεπε να ήμασταν όσο το δυνατόν πιο έτοιμοι. Φυσικά είναι η δομή των κομματιών έτσι, που υπάρχει χώρος για αρκετό αυτοσχεδιασμό και πιο “ελεύθερα” μέρη.

- Το “Coffee Break” που ανοίγει τον δίσκο έχει ατμόσφαιρα Νέας Ορλεάνης, παρόλα αυτά δεν ακούγεται αυστηρά «παλιομοδίτικο». Πώς μπορεί κάποιος να προσεγγίσει με ανανεωτική διάθεση μια μουσική παράδοση τόσο καθιερωμένη;
Είναι πολύ ωραίο που το λες αυτό, διότι όταν έγραφα τον δίσκο, σκεφτόμουν πως θα γίνει να παιχτούν τα κομμάτια απλά, με αναφορές στα roots και στο traditional, αλλά με φρέσκο ήχο, που να έχει κάποια σχέση με την εποχή μας. Αυτό έγινε και με το “Coffee Break”. Εννοείται, θεωρώ ότι τα New Orleans Groove, δεν “παλιώνουν” ποτέ και δε θα φύγει η διαχρονικότητα τους. Ακούγοντας πολύ τη μουσική του Ray Brown και του Christian Mcbride, εμπνεύστηκα από τον χορευτικό τρόπο που αποδίδονται τα New Orleans, μέσα από το πιάνο τρίο. Στη συνέχεια, προσπαθήσαμε ο καθένας να βάλει την προσωπική χροιά του σε αυτό, χωρίς πολλές οδηγίες.
- Το “Night Ride” αντίστοιχα είναι blues, εδώ θα έλεγα ότι πέφτει βαριά η σκιά του Charles Mingus. Θα ήθελες να μας πεις δυο λόγια τη σχέση σου με τη μουσική του;
To “Night Ride” είναι το πρώτο “τζαζ” κομμάτι, που έγραψα ποτέ. Γράφτηκε στην καραντίνα κάπου το 2020. Το θέμα του είναι “bluesy” και ίσως κάπως πιο βαρύ, σε σχέση με τα άλλα κομμάτια του δίσκου, με πολύ ξεκάθαρες καταβολές στην παράδοση. Δεν έχεις άδικο, είναι φανερό ότι ακούγεται η επιρροή του Mingus εδώ πέρα και ειδικότερα από το intro του “Haitian Fight Song”, από τον δίσκο “The Clown”. Η μουσική του Mingus, είναι από τα πιο επαναστατικά πράγματα που έχουν συμβεί ποτέ στη τζαζ. Είναι τόσο προηγμένες και φρέσκιες οι συνθέσεις του, που για παράδειγμα αν μου έλεγες ότι ο δίσκος “Mingus Ah Um” βγήκε τώρα και ότι το 1959, θα σου έλεγα “ναι, ακούγεται”. Η ιδιοφυΐα στη μουσική του Mingus είναι σε τέτοιο βαθμό, που όπως για όλους του μεγάλους συνθέτες, η μουσική και οι συνθέσεις τους θα ακούγονται πάντα πρωτότυπες και αναλλοίωτες στο χρόνο. Πάντως για το “Night Ride” πέρα από την επιρροή του Mingus, νομίζω ότι είχα στο μυαλό μου τον dark ήχο του Oscar Pettiford, κατά τη σύνθεση του. Η κεντρική μελωδία δηλαδή, είναι έντονα επηρεασμένη από τον ήχο του Pettiford.
- Ποιοι άλλοι μπασίστες της jazz σε έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα;
Ο πρώτος που μου έρχεται εύκολα είναι ο Paul Chambers. Αυτός ο ζεστός ήχος που ακούς σε όλα τα κλασσικά δισκάκια του πρώτου κουιντέτου του Miles, σε κάνει να “λιώνεις”. Νομίζω η κύρια επιρροή μου εκεί θα είναι και πάντα εκεί θα γυρνάω. Ιδιαίτερη αγάπη έχω για τον Sam Jones και τον Oscar Pettiford. Φοβεροί μπασίστες και κάπως δεν ακούγονται όσο θα έπρεπε. Μετά είναι το κεφάλαιο Ray Brown και Christian Mcbride. Πάντα θα γυρνάω σε αυτούς, πέρα από την φοβερή τεχνική τους κατάρτιση πάνω στο όργανο, έκαναν το μπάσο να ακούγεται “φάνκι” μέσα από τη τζαζ και ο Ray πρώτα, κι ο Mcbride μετέπειτα, μπόρεσαν να αναδείξουν πολλά και διαφορετικά είδη, τη σόουλ, φανκ και το R'n'B, μέσα από πιο παραδοσιακά φορμάτ όπως το πιάνο τρίο. Τέλος, δε μπορώ να μην αναφέρω τον Ron Carter, που είναι ο πιο ηχογραφημένος μπασίστας στην ιστορία της τζαζ, άλλαξε όλο τον ήχο του μπάσου με τους ενισχυτές κατά τη δεκαετία του 70’-80’, αλλά και τον σπουδαίο Scott Lafaro, που αν και “έφυγε” πολύ νέος, μέσα από το Bill Evans trio, ακούς μια πραγματική ιδιοφυΐα του μπάσου.
- Το “In the end it’s all worth it” και το “It all started here” έχουν τίτλους που μάλλον φανερώνουν βιωματικές αναφορές. Το πρώτο μου θύμισε στο στυλ τις συνθέσεις του Billy Strayhorn – ο οποίος αναφέρεται και στις ευχαριστίες του άλμπουμ. Στο δεύτερο όμως, ποιο ήταν «το μέρος όπου ξεκίνησαν όλα»;
Φανερώνουν όντως και τα δύο βιωματικές αναφορές. To “In The End it’s All Worth it”, βασίζεται πράγματι στη μουσική του Billy Strayhorn που για μένα είναι από τους μεγαλύτερους συνθέτες της τζαζ, η μουσική του είναι απλά πανέμορφη. Όταν έγραφα το κομμάτι βρισκόμουν σε πολύ μεταβατική περίοδο και νομίζω ο τίτλος έχει αρκετά υπαρξιακό χαρακτήρα. Ίσως κρύβει και μια ερώτηση μέσα, αν όντως εν τέλη, αξίζουν όλα όσα κάνουμε τις θυσίες που πραγματοποιούμε, με σκοπό το κυνήγι των ονείρων και της εσωτερικής μας ισορροπίας. Νομίζω η τελική “κατάφαση”, εμπνέει μια θετική αύρα, ότι κάνουμε ότι κάνουμε για κάποιους λόγους και πολλές φορές πρέπει να είμαστε απλά εντάξει με αυτό, γιατί τελικά όλο αυτό, μάλλον άξιζε τον κόπο. Το “It All Started Here”, είναι ένα ξεκάθαρο reference στο “Πολύτεχνο”, το μπαρ στη Κέρκυρα, που δεν ήταν απλά το μέρος που τα πίναμε, αλλά εκεί μέσα μάθαμε μουσική. Ήταν ένα σημείο συνάντησης που κάναμε σέσσιον, παίζαμε λάιβ και γενικότερα δεθήκαμε πολύ εκεί μέσα, αναπτύξαμε φιλίες και δεσμούς που θα μείνουν για πάντα. Άπειρα βράδια, πολλά σκηνικά, σκέψου στην καραντίνα στέλναμε το 6 και μαζευόμασταν στο Πολύτεχνο για να παίξουμε μουσική. Έχει “γράψει” μέσα μας αυτό το μέρος.
- Σε ό,τι αφορά τις διασκευές, το “Confessin’” είναι από τα στάνταρντ που προσφέρονται για αυτοσχεδιασμό στο όρθιο μπάσο. Είχες στο μυαλό σου ως κατεύθυνση κάποια συγκεκριμένη εκτέλεση;
Έχει ηχογραφηθεί όντως κι από τον Paul Chambers, σε έναν από τους σπουδαιότερους δίσκους μπάσου, το θρυλικό “Bass On Top”, 1957. Έχω λιώσει τον συγκεκριμένο δίσκο και ήθελα να τιμήσω τον P.C., παίζοντας και γω αυτό το κομμάτι. Η κατεύθυνση είναι τελείως διαφορετική όσον αφορά την ενορχήστρωση, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ το take του Paul σε αυτό το τραγούδι, ο τρόπος που φραζάρει το θέμα είναι εκπληκτικός. Είναι το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για να τιμήσω τον αγαπημένο μου μπασίστα, έναν πραγματικό μάστερ του οργάνου. Γενικότερα δε ξέρω αν είναι ένα από τα κομμάτια που προσφέρονται για αυτοσχεδιασμό στο κοντραμπάσο, νομίζω το σημαντικότερο είναι να σου αρέσει το κομμάτι, έτσι ώστε να αφιερώσεις δημιουργικό χρόνο και να το κάνεις να λειτουργήσει σε οποιοδήποτε όργανο. Σίγουρα, το κοντραμπάσο έχει φυσικές δυσκολίες, που κάποια κομμάτια είναι αδύνατον να παιχτούν ή δεν “ταιριάζουν” τόσο σε αυτό, αλλά γενικά θεωρώ ότι τα περισσότερα τραγούδια της τζαζ μπορούν να παιχτούν στο κοντραμπάσο. Μετά είναι στο χέρι του καθενός να βρει τους μηχανισμούς, έτσι ώστε να εκτελεστούν τραγούδια με ωραίο τρόπο, έτσι ώστε να κινήσουν το ενδιαφέρον του ακροατή. Μου αρέσει γενικότερα στους δίσκους που Lead είναι ο μπασίστας, να υπάρχει ένα κομμάτι “Bass Featured”, δηλαδή το κύριο σολιστικό όργανο να είναι το μπάσο. Θεωρώ ότι κάπως έτσι αναδεικνύεται πολύ ωραία και το όργανο.
- Στο “Puttin’ on the Ritz” του Irving Berlin, αντίστοιχα, μου άρεσε πολύ η αντίστιξη ανάμεσα στο μπάσο και στο πιάνο: το πρώτο σαν να παίζει βαριά και ράθυμα την ίδια ώρα που το πιάνο ρολάρει πιο παιχνιδιάρικά. Να υποθέσω ότι το τραβάτε σε διάρκεια στα live;
Ωραία παρατήρηση. Το “Puttin’ on the Ritz”, είναι ένα από τα πρώτα τζαζ κομμάτια που είχα ακούσει ποτέ, ενώ κι ο τίτλος έχει πολύ ενδιαφέρον ιστορική σημασία. Η ενορχήστρωση είναι έντονα επηρεασμένη από το Ray Brown Trio, καθώς κι από την αντίστοιχη εκτέλεση του Larry Goldings. Λίγο μετά την εισαγωγή, το μπάσο μένει σε ένα οστινάτο με πέμπτες, ενώ το πιάνο και η ντραμς κινείται ελεύθερα. Το κόνσεπτ της ενορχήστρωσης είναι πολύ απλό, το μπάσο να κρατάει τον βασικό παλμό, ενώ τα άλλα όργανα κινούνται γύρω του. Δεν υπάρχει κάποια οδηγία, μπορεί να τραβήξει και να ανοίξει πολύ σε ζωντανή εμφάνιση, καθώς αυτό το part είναι ελεύθερο και ως κύριο στοιχείο του έχει είναι το free impro. Το συγκεκριμένο κομμάτι, είναι το μόνο που παίχτηκε μία φορά στο στούντιο, δηλαδή κάναμε μόνο ένα take, διότι έχει πολλά απαιτητικά parts και μόνο εύκολο δεν είναι να ηχογραφηθεί (έχει αρκετό παίξιμο με δοξάρι, είναι γρήγορο και έχει αρκετά γραμμένα μέρη). Μόλις τελειώσαμε το take, λέω κατευθείαν “πάμε, επόμενο”, γιατί έτσι κι αλλιώς είχαμε λίγο χρόνο στο στούντιο. Νομίζω ότι όλοι ήμασταν ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα.

- Ποια είναι τα σχέδια από εδώ και πέρα; Ένα κάπως γρήγορο δεύτερο άλμπουμ είναι μέσα στον προγραμματισμό;
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος κοντινός προγραμματισμός για ένα νέο άλμπουμ. Βέβαια δεν ξέρεις πως θα σου τα φέρει η μοίρα. Είμαι πραγματικά χαρούμενος που βγήκε η πρώτη μου προσωπική δουλειά, οι πρώτες αντιδράσεις από τον κόσμο είναι πολύ θετικές και αυτό είναι κάτι που με γεμίζει. Η αλήθεια είναι ότι υλικό υπάρχει και δουλεύω νέες συνθέσεις και ιδέες, για νέα πρότζεκτ που ετοιμάζονται. Ζούμε σε μια εποχή, που το να βγάλεις ένα τζαζ άλμπουμ στην Ελλάδα, δεν είναι από μόνο του εύκολο, το κόστος είναι υψηλό και η σκηνή δεν είναι και η μεγαλύτερη, ώστε να υπάρχει μεγάλη ανταπόκριση. Το πιο σημαντικό είναι να ξυπνάω το πρωί και να έχω όρεξη και ερεθίσματα να συνεχίζω να κάνω αυτό που κάνω. Νιώθω τυχερός που μπορώ να κάνω μουσική σε αυτούς τους καιρούς και προσπαθώ να συνεχίζω με τις όποιες δυσκολίες. Δεν ξέρω τι θα επιφυλάσσει το μέλλον, σκέφτομαι και το εξωτερικό για τα επόμενα χρόνια, αλλά τώρα που βρίσκομαι στην Αθήνα προσπαθώ να είμαι όσο πιο δραστήριος γίνεται και να συνεχίζω να κάνω αυτό που κάνω με αγάπη και αφοσίωση.






