Από σύμπτωση, έτυχε να παραβρεθώ στη συναυλία με την οποία οι Whereswilder παρουσίασαν τούτο το πρώτο τους άλμπουμ, τον περασμένο Γενάρη στο Six d.o.g.s. Ο χώρος είχε γεμίσει ασφυκτικά, κάτι, που εκτός από χαρά, μπορεί να τροφοδοτήσει και με άγχος ένα σχετικά νεοσύστατο συγκρότημα. Το συγκεκριμένο όμως, δεν μάσησε· πάτησε γερά στη σκηνή, παίζοντας τραγούδια που έδειχναν φτιαγμένα για εκεί. 
 
Με το CD ανά χείρας, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ομολογουμένως, η συναυλία δημιουργεί μια θετική προδιάθεση και αφού είναι δύσκολο να της ξεφύγουμε (επιμένει, έτσι κι αλλιώς, όσο πίσω στο μυαλό κι αν την εκτοπίσουμε), μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε ως αξιολογικό κριτήριο. Να δούμε, δηλαδή, αν ο δίσκος μπορεί να λειτουργήσει εξίσου καλά, όχι πλέον στη θέρμη μιας γεμάτης συναυλίας, αλλά στην άνεση της οικιακής ακρόασης.
 
Όσον αφορά στη χωροθέτηση του πράγματος, το αθηναϊκό κουαρτέτο έχει κάνει καλή δουλειά. Περιδιαβαίνει το ροκ το ψυχεδελικό σαν να ανθολογεί κάποιες από τις κυρίαρχες όψεις της ψυχεδέλειας που έχουν κατά καιρούς εκφραστεί στα πλαίσια της ηλεκτρικής τραγουδοποιίας: από εδώ οι παρεκτροπές των Beatles, από εκεί μια «σύγχρονη» αισθητική κάπου μεταξύ MGMT, Tame Impala και Black Angels και στη μέση λίγοι Kula Shaker (χωρίς, βέβαια, τον μεγαλοϊδεατισμό τους). Προφανώς, δεν πρόκειται για καμιά φοβερή καινοτομία. Φαίνεται όμως πως οι Whereswilder έχουν, κατά μία έννοια, ενσωματώσει αυτές τις επιρροές· έτσι, παρότι τις ακολουθούν αρκετά πιστά, καταφέρνουν να τις μπερδεύουν με τρόπο σχετικά φυσικό και επαρκώς «δικό τους». 
 
Δεν διστάζουν, επίσης, να πατήσουν και το γκάζι· μη λησμονώντας ωστόσο και τη χρησιμότητα του φρένου όταν τους τραβάει η κατηφόρα κάπως παραπάνω. Το Yearling διαθέτει μπόλικο νεύρο, με γεμάτα και «εμπροσθοβαρή» ρυθμικά. Έχει όμως και σημεία όπου μελωδίες και φωνή το στρέφουν προς έναν ρομαντισμό, μια κάπως νοσταλγική διάθεση. Και παρότι οι διακυμάνσεις στις δυναμικές θα μπορούσαν να ήταν ελαφρώς πιο λεπτομερείς, η ισορροπία υπάρχει και αποβαίνει αρκετά λειτουργική: ο δίσκος ούτε στη φρενίτιδα φθάνει, ούτε όμως και στο μελό. Σημαντικό, πως, σε όποιο από τα δύο και να τείνει, φροντίζει να κρατήσει την εξωστρέφειά του, βρίσκοντας επιτυχημένους τρόπους για να τη μεταδώσει στον ακροατή. 
 
Δεν διεκδικεί δάφνες ιδιαίτερου προοδευτισμού το Yearling. Είναι όμως δίσκος αρκετά σφιχτοδεμένος, με τραγούδια όπως λ.χ. τα “Captain Panic”, “Snow”, “In My Head” και “Bo”, τα οποία μπορούν να χαρίσουν στους Whereswilder ένα κάποιο ακροατήριο. Και –για να απαντήσουμε και το ερώτημα που τέθηκε παραπάνω– μπορεί να λειτουργήσει μια χαρά και στη συνθήκη της οικιακής ακρόασης. Αν και το σανίδι φαίνεται πως του ταιριάζει περισσότερο
 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured