Tο Secret Love, τρίτο στούντιο των Dry Cleaning από το Νότιο Λονδίνο, άρχισε σε να παίρνει υπόσταση σε χώρους πρόβας στο Πέκαμ, με τα τέσσερα μέλη της μπάντας να γράφουν και να παίζουν μουσική ζώντας στο δωμάτιο και εξελίχθηκε μέσα από session στο στούντιο Loft του Jeff Tweedy στο Σικάγο και έπειτα με τους Alan Duggan και Daniel Fox της Gilla Band στα Sonic Studios στο Δουβλίνο. Την τελική επεξεργασία/παραγωγή ανέλαβε η Cate Le Bon στο στούντιο Black Box στην κοιλάδα του Λίγηρα. Μετά το Stumpwork (2022) είναι το πρώτο τους άλμπουμ που δεν έχει την παραγωγή του John Parish.
Το άλμπουμ εισάγεται με το "Hit My Head All Day" που οι ίδιοι δηλώνουν ότι εμπνεύστηκαν από το There's a Riot Goin' On των Sly And The Family Stone. Εκτείνεται σε έξι λεπτά. με διαστημικά όργανα και κιθάρες, dubby μπασογραμμές και την παιχνιδιάρικη χροιά της Florence Shaw να οδηγούν σε ένα θολό ψυχεδελικό σύμπαν. Οι στίχοι αναφέρονται γενικά στην χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τη διασπορά παραπληροφόρησης από την ακροδεξιά.
Η τραγουδίστρια Florence Shaw, που γράφει τα τραγούδια, δεν ακουγόταν ποτέ καλύτερα, ενώ εξίσου σφιχτοδεμένοι είναι και οι άλλοι τρεις μουσικοί: o ντράμερ Nick Buxton, o μπασίστας Lewis Maynard και ο κιθαρίστας Tom Dowse, που θέλγεται από τις κακόφωνες παραμορφώσεις.
Η noise-pop του συγκροτήματος λειτουργεί με την αμεσότητά της σε κομμάτια όπως το “Cruise Ship Designer” (με το αιχμηρό του riff) ή το “The Cute Things”, που έχουν τη φινέτσα του εναλλακτικού hit-single. Συνυπάρχουν ωστόσο με πιο βαριές στο ήχο και πολύπλοκες συνθέσεις, όπως το “Rocks” και το “Blood”, που θυμίζουν PIL και Magazine.
To "Let Me Grow and You'll See The Fruit", που προηγήθηκε της κυκλοφορίας του δίσκου είναι ένα spoken-word post-punk κομμάτι με επίμονο ρυθμό, που παραπέμπει στο ύφος τόσο σε κλασικά σχήματα του είδους όπως οι Au Pairs όσο και σε νεότερα όπως οι Life Without Buildings (η φωνή της Shaw συχνά συγκρίνεται με την Sue Tompkins των τελευταίων). Η ερμηνεία της Florence, σχολαστικά προσαρμοσμένη στα ηχοτόπια των συναδέλφων της, την κατατάσσει σε μια γενεαλογία καλλιτεχνών του προφορικού λόγου που εκτείνεται ως τη Laurie Anderson και τη Lora Logic.
Οι στίχοι της Shaw εξακολουθούν να είναι ευφάνταστοι ακόμα και όταν τραγουδάει για τα ζητήματα που λίγο-πολύ μας απασχολούν όλους: για την κατάσταση του κόσμου, για τις κοινωνικές ανισότητες, για την ανάγκη συγκρότησης παγκόσμιου αντιπολεμικού κινήματος (στο “Blood”), για τις μοχθηρές, αρπακτικές ελίτ που διευθύνουν τον πλανήτη, για τη θέση της γυναίκας στις σύγχρονες κοινωνίες και τους ρόλους που είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί (“My Soul / Half Pint”).
Από τότε που εμφανίστηκαν με το EP Sweet Princess του 2018, το κουαρτέτο του νότιου Λονδίνου έχει προσελκύσει επίθετα όπως «σουρεαλιστικό», «αινιγματικό» και «ακατανόητο». Τα περισσότερα από τα βρετανικά συγκροτήματα που εμφανίστηκαν περίπου την ίδια εποχή, φέροντας ένα περίπου ισοδύναμο μείγμα post-punk κιθάρων και φωνητικών που εξέπεμπαν συνθήματα ακούγονταν θυμωμένα ή σαρκαστικά ή άμεσα κωμικά. Οι Dry Cleaning, από την άλλη πλευρά, φαινόταν μυστηριώδεις. Οι στίχοι της Shaw ήταν κολάζ από ακούσματα, ανακυκλωμένα σχόλια στο YouTube, ατάκες από διαφημίσεις και ασυναρτησίες, που εκφωνούνταν με μια φωνή που ήταν πολύ παγωμένη για να ακούγεται ιδιότροπη. Η Shaw ήταν εικαστικός καλλιτέχνης πριν γίνει η frontwoman και στιχουργός των Dry Cleaning και τα πολυεπίπεδα, ιμπρεσιονιστικά λογοπαίγνιά της - αποσπάσματα από κρυφές συνομιλίες και μύχιες σκέψεις χωρίς περιεχόμενο έρχονται σαν κομματιασμένες στοχασμοί ενός κατακερματισμένου κόσμου, ζητώντας από τον ακροατή να κάνει τη δική του ερμηνεία. Eκφέρονται με ανέκφραστο ύφος και στήνονται σε έναν καμβά από νευρώδη riff κιθάρας και γραμμές μπάσου.
Το ύπουλο και παράφωνο “Evil Evil Idiot” είναι ίσως το πιο συναρπαστικό κομμάτι που έχουν γράψει μέχρι σήμερα. Mid-tempo στον ρυθμό και αρκετά βαρύ και πυκνό στον ήχο, με τις κιθάρες να σκληρίζουν από την παραμόρφωση, βρίσκει την Florence Shaw να κραυγάζει στο μικρόφωνο σαν Μαινάδα ή σαν άλλη Lydia Lunch – δικαιολογημένα το περιοδικό Mojo χαρακτήρισε το “Evil Evil Idiot” σαν «το δικό τους “Death Valley ‘69”».
Το Secret Love διαθέτει και πιο απαλές-μελωδικές στιγμές. Η Shaw δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σουρεαλιστικού ρομαντισμού στο "I Need You", στο οποίο λαχταρά έναν παρτενέρ να την βγάλει από ένα κουτί με ταλκ. Στο ευχάριστα καθηλωτικό "Let Me Grow And You'll See The Fruit", τα συναισθήματα ανεπάρκειας αντιμετωπίζονται με μια καταπραϋντική υπόκρουση από χάλκινα πνευστά. Το τελευταίο κομμάτι, το "Joy", αφήνει στους ακροατές ένα ισχυρό μήνυμα αποχαιρετισμού για την αντιμετώπιση ενός ολοένα και πιο τοξικού κόσμου: "Don't give up/On being sweet".









