Το The Graduate (O Πρωτάρης) του Mike Nichols γεννήθηκε σε μια στιγμή ρωγμής, όταν το 1967 η Αμερική έσπαγε σε κομμάτια. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, τα κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα, η σεξουαλική απελευθέρωση, η κουλτούρα των campus, όλα συνθέτουν ένα τοπίο όπου η νεότητα δεν ήθελε να κληρονομήσει τον κόσμο των γονιών της. Ήθελε να τον αρνηθεί. Ο Benjamin Braddock δεν φωνάζει συνθήματα, δεν κατεβαίνει σε πορείες, δεν αρθρώνει ιδεολογία. Κι όμως, το βλέμμα του στην αρχική σεκάνς, πάνω στον κυλιόμενο διάδρομο του αεροδρομίου, συμπυκνώνει εκείνη τη σιωπηλή εξέγερση. Είναι ένας νέος που επιστρέφει σπίτι με πτυχίο και χωρίς καμία επιθυμία να μπει στη σειρά.
Τότε, η σύγκρουση ήταν σχεδόν απτή. Οι γονείς του εκπροσωπούν μια Αμερική αυτάρεσκη, βολεμένη, με σαφή ορισμό της επιτυχίας: καριέρα, γάμος, κοινωνική αναγνώριση. Η περίφημη λέξη «plastics» δεν είναι απλώς αστείο. Είναι σύμβολο ενός κόσμου συνθετικού, στιλπνού, όπου το μέλλον μοιάζει προδιαγεγραμμένο και άδειο. Ο Nichols κινηματογραφεί αυτό το περιβάλλον με καθαρές γραμμές, φωτεινά σαλόνια, πισίνες που γυαλίζουν στον ήλιο. Όλα φαίνονται τακτοποιημένα. Κι όμως, ο Benjamin μοιάζει πνιγμένος. Στη σκηνή με τη στολή κατάδυσης, ο ήχος περιορίζεται στην ανάσα του. Ο εξωτερικός κόσμος γίνεται υπόκωφος, σαν να μην τον αφορά. Είναι η ηχητική αποτύπωση μιας γενιάς που ένιωθε ότι ασφυκτιά μέσα σε μια ευημερία χωρίς νόημα.
Η σχέση με τη Mrs. Robinson δεν είναι μόνο ερωτική πρόκληση. Είναι μια σύγκρουση εποχών μέσα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Εκείνη κουβαλά μια ματαίωση που προέρχεται από επιλογές που έγιναν νωρίς και δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ. Εκείνος δοκιμάζει, σχεδόν μηχανικά, μια εμπειρία ενηλικίωσης που του προσφέρεται έτοιμη. Η ταινία δεν γιορτάζει τη σεξουαλική απελευθέρωση· τη δείχνει ως κάτι αμήχανο, χωρίς αληθινή επικοινωνία. Οι σιωπές ανάμεσά τους είναι πιο βαριές από τις αγκαλιές. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, ακούγονται οι Simon & Garfunkel σαν ένα υπόγειο σχόλιο για την αποξένωση μιας ολόκληρης εποχής.
Αν το κοιτάξεις σήμερα, το The Graduate δεν μοιάζει τόσο με χρονοκάψουλα του ’60 όσο με καθρέφτη που θόλωσε αλλά δεν έσπασε ποτέ. Τότε το καλούπι ήταν ορατό, σχεδόν απτό: καριέρα, γάμος, κοινωνική τάξη. Σήμερα τα καλούπια είναι διάχυτα, πιο ευγενικά στη μορφή τους, αλλά εξίσου ασφυκτικά. Δεν υπάρχει μία διαδρομή που να σε πηγαίνει «εκεί». Υπάρχουν δεκάδες. Και αυτή η πολλαπλότητα, αντί να ανοίγει δρόμους, συχνά τους ακυρώνει. Ο Benjamin του 1967 δεν ξέρει τι θέλει. Ο συνομήλικός του σήμερα πνίγεται στις επιλογές και πάλι δεν ξέρει. Η διαφορά είναι ότι η αμηχανία δεν διαβάζεται πια ως εξέγερση· είναι το default.
Η σκηνή στο λεωφορείο, ιδωμένη από εδώ, αλλάζει βάρος. Έχουν ξεφύγει από την εκκλησία, από το τελετουργικό της συνέχειας. Στην αρχή γελούν, σαν να τους πήρε το κύμα. Μετά το γέλιο ξεφτίζει. Τα πρόσωπα βαραίνουν. Ο Nichols κρατά το πλάνο λίγο παραπάνω απ’ όσο αντέχεις. Το ’67 μπορούσες να το πεις υπόσχεση. Σήμερα μοιάζει προειδοποίηση: η έξοδος από ένα σύστημα δεν γεννά αυτομάτως ένα άλλο. Η ελευθερία δεν έρχεται με manual.
Και η σχέση με τους γονείς μετατοπίζεται. Δεν είναι πια απλώς φορείς μιας πνιγηρής ηθικής· είναι μια γενιά που έσπασε κι αυτή κάπου στη μέση. Η Mrs. Robinson, με τα σημερινά μάτια, δεν είναι μόνο ο θύτης της ιστορίας. Είναι και το αποτέλεσμα μιας εποχής που δεν της άφησε χώρο. Ο Benjamin δεν είναι λάβαρο αντίστασης· είναι ένας νέος που ψάχνει νόημα μέσα σε έναν κόσμο που του προσφέρεται έτοιμος, συσκευασμένος. Αυτή η αναζήτηση δεν παλιώνει — απλώς γίνεται πιο σιωπηλή.
Το The Graduate δεν ανήκει πια στο ’60. Ανήκει σε κάθε κατώφλι ενηλικίωσης, στη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι οι έτοιμες απαντήσεις δεν σε χωρούν. Στην εποχή της μόνιμης έκθεσης και της αδιάκοπης σύγκρισης, η αμήχανη σιωπή του Benjamin μοιάζει σχεδόν ριζοσπαστική. Θυμίζει ότι πριν από κάθε απόφαση υπάρχει ένα κενό. Και ότι το θάρρος δεν είναι πάντα να διακόπτεις έναν γάμο τρέχοντας προς την εκκλησία. Μερικές φορές είναι απλώς να παραδεχτείς πως ακόμη δεν ξέρεις ποιος θέλεις να γίνεις.






