Κάποια άλμπουμ κουβαλούν μια "ατυχία" πάνω τους, άλλα μια "κατάρα" και άλλα γεννιούνται την «λάθος» στιγμή και καταδικάζονται να κουβαλάνε για δεκαετίες το βάρος μιας παρεξήγησης. Το England Screaming είναι ένα από αυτά. Και τώρα, σαράντα χρόνια μετά, ο Wreckless Eric επιστρέφει σε εκείνο το σημείο μηδέν των 80s όχι για να ξαναγράψει την ιστορία, αλλά για να την πει, ίσως πιο σωστά.
Πάμε πίσω στις αρχές των 80s. Ο Eric Goulden έχει μόλις αποχαιρετήσει τη Stiff Records, αφήνοντας πίσω του την power pop αθωότητα του θρυλικού "Whole Wide World" και μπαίνοντας με φόρα σε πιο δηλητηριώδη νερά. Οι καιροί είναι γεμάτοι από Θατσερικό δηλητήριο, κοινωνική ψυχρότητα, ταξικό κυνισμό και ανασφάλεια. Εκεί γράφονται αυτά τα τραγούδια, αρχικά για τους Captains of Industry, ένα βραχύβιο σχήμα με τον Mickey Gallagher (Ian Dury & The Blockheads) στα πλήκτρα. Γεμάτα αυθεντική βρετανική σάτιρα, Beatles-ικές μελωδίες και λόγια που δάγκωναν το χέρι του συστήματος, την τάξη και την χώρα, αλλά τραγουδισμένα με μια σχεδόν αφελή, τσιριχτή αισιοδοξία που μπέρδευε (ίσως) το μήνυμα.
Το αποτέλεσμα τότε; Mια παταγώδης αποτυχία. Ο ίδιος ο Goulden το έχει περιγράψει εμφατικά: σαν να ήταν όλοι σε ένα 80s πάρτι γεμάτο κόκα κι εκείνος μόνος, μεθυσμένος και αηδιασμένος σε μια γωνία, προσπαθώντας να γράψει έναν δίσκο για την πραγματική ζωή κάτω από το θατσερικό καθεστώς, την ώρα που κανείς δεν ήθελε να τον ακούσει. «Η παραγωγή με πρόδωσε», παραδέχεται. «Όταν βγήκε το Different Class των Pulp, κατάλαβα ότι αυτός ήταν ο δίσκος που ήθελα να κάνω, απλώς δεν ήμουν ακόμη έτοιμος».
Fast forward στο σήμερα. Έχοντας περάσει μια ζωή σατιρίζοντας τον καπιταλισμό, τη μικροαστική φιλοδοξία και την εθνική αυταπάτη, ο Wreckless Eric αποφασίζει να επιστρέψει σε αυτά τα τραγούδια. Χωρίς καμία διάθεση νοσταλγίας, μόνο με πείσμα. Τα ξαναηχογραφεί με την τωρινή του μπάντα (με την Amy Rigby, πρωτεργάτρια της νεοϋκορκέζικης punk σκηνής, να ενισχύει τα ρεφρέν) και δηλώνει ξεκάθαρα στο εξώφυλλο: «Ήταν ένας δίσκος που κανείς δεν αγάπησε, λιγότερο απ’ όλους εγώ. Αλλά αυτά τα τραγούδια σηματοδοτούν την ενηλικίωσή μου ως τραγουδοποιού».
Και έχει δίκιο. Το England Screaming ακούγεται σήμερα απολύτως εναρμονισμένο με τη σύγχρονη φάση του: ωμό, μελωδικό, με λόγια που εκτοξεύονται από τη χαρακτηριστική, ελαφρώς τρεμάμενη φωνή του και ρεφρέν που σκάνε με ειρωνεία και μια γεύση από τον νεαρό Bowie της Decca εποχής. Δεν υπάρχουν fillers εδώ. Ούτε «ιστορικό υλικό». Είναι κανονικά, ζωντανά τραγούδια.
Το "Land of the Faint at Heart" είναι το προφανές highlight: ξεκινά σέρνοντας την αγανάκτησή του μέσα από τη συμμορφωμένη Αγγλία των 80s («raise a cheer for the Nobel Prize for ignorance») και ξαφνικά ανοίγει σε ένα all-hands ρεφρέν που κολλάει επικίνδυνα. Είναι κατηγορητήριο και pop τραγούδι ταυτόχρονα, κι αυτή ακριβώς η αντίφαση ήταν πάντα το όπλο του Wreckless Eric. Το ίδιο ισχύει και για το "Food Factory", έναν αυτάρεσκο, φουσκωμένο ύμνο στα dead-end μεροκάματα, εκεί όπου η αξιοπρέπεια μπαίνει στο ψυγείο μαζί με το κρύο φαγητό. Ή για το "Playtime Is Over", με τις κοφτερές κιθάρες να λειτουργούν σαν χρονόμετρο: το παιχνίδι τέλειωσε, μεγάλωσες, πλήρωσε το ενοίκιο τώρα. Αλλά το "Lady of the Manor" είναι, για τα δικά μου αυτιά, το χτύπημα κάτω από τη ζώνη, μια χειρουργική σάτιρα της μικροαστικής υπερηφάνειας της κάθε ιδιοκτήτριας ακινήτου, ένα κομμάτι που θα ζήλευαν οι Pulp, τόσο καλοδουλεμένο που σχεδόν πιάνεις τον εαυτό σου να συμπονά την εμμονή της με τα παρτέρια, τα πλυντήρια και τη «λεμονάδα στον κήπο».
Όλο αυτό το υλικό (8 τραγούδια και ένα φευγαλέο outro) ανήκει στη στιγμή που ο Wreckless Eric πέταξε οριστικά από πάνω του το όνειρο του pop ειδώλου και άρχισε να σκάβει σε πιο σκοτεινά, και πιο σύνθετα χώματα. Δεν είναι περίεργο που τότε πολλοί δεν κατάλαβαν τη στροφή του, ειδικά όταν όλα εξακολουθούσαν να ακούγονται ύπουλα pop. Με την απόσταση του χρόνου, όμως, φαίνεται καθαρά: εδώ γεννιέται ο Goulden που ξέρουμε σήμερα. Πικρός, σαρκαστικός, αστεία θυμωμένος, αλλά πάντα κολλητικός. Και πάνω απ’ όλα: αυτά τα τραγούδια δεν είναι αρχειακό υλικό. Είναι ζωντανά, σφιχτά, και άξιζαν (με το παραπάνω) να σωθούν από τη λήθη και να ξαναουρλιάξουν.
Το England Screaming δεν είναι απλώς μια «δικαίωση» ενός παλιού λάθους. Είναι η απόδειξη ότι μερικά τραγούδια χρειάζονται χρόνο, ζωή και λίγη πίκρα για να βρουν τη σωστή φωνή. Και όταν τελικά τη βρίσκουν, δεν ουρλιάζουν. Γρυλίζουν, επίμονα, ειρωνικά, και πιο επίκαιρα από ποτέ.









