View More

Φωτεινή Δάρρα - Του Έρωτα & Της Αμαρτίας

Label
Lyra
Κυκλοφορία
Δεκ-10
Βαθμολογία
3
avopolis.team
avopolis.team

 

 

Στον καινούργιο της δίσκο, η Φωτεινή Δάρρα ερμηνεύει 15 τραγούδια της δεκαπενταετίας 1960-1975, από αυτά που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «ελαφρολαϊκά». Τραγούδια του Μίμη Πλέσσα κυρίως, αλλά και των Αργύρη Κουνάδη, Νίκου Μαμαγκάκη και Γιώργου Μουζάκη. Κατά την ταπεινή μου άποψη –ας το ξεκαθαρίσω εξ’ αρχής– η προσπάθειά της αυτή αποτυγχάνει. Και μάλιστα ξεκάθαρα.

 

Η Δάρρα διαθέτει μια φωνή με καλά χαρακτηριστικά και με αρκετές δυνατότητες: ένα συμπαθητικό και φιλικό προς τον «μέσο ακροατή» ηχόχρωμα, έκταση και αρκετά καλή τεχνική. Είναι, επίσης, μια εκθαμβωτική γυναίκα –κάτι που η φωτογραφία του εξωφύλλου καταφέρνει να... αποκρύψει. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορώ να δεχτώ ότι είναι μία «από τις σημαντικότερες νέες τραγουδίστριες του σήμερα», όπως γράφει το δελτίο τύπου. Η «σημαντικότητα» ενός ερμηνευτή προκύπτει μόνο εάν αυτός έχει να επιδείξει σημαντικές ερμηνείες –και κάτι τέτοιο δεν το έχει ακόμα προσφέρει η Φωτεινή Δάρρα. Και με το Του Έρωτα & Της Αμαρτίας έχασε μια σημαντική ευκαιρία να το κάνει.

 

Δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στις αυθεντικές εκτελέσεις της Τζένης Βάνου για να αντιληφθεί τι πάει στραβά εδώ –οι αδυναμίες της Δάρρα στο λαϊκό ρεπερτόριο είχαν γίνει σαφείς και από προηγούμενες δουλειές της, άλλωστε. Καθίσταται δε σαφές ότι, στην προσπάθειά της να μην ακολουθήσει την πεπατημένη, πέφτει σε πολλές παγίδες. Μοιάζει π.χ. σε πολλά σημεία να μην ξέρει πού να «πατήσει», με αποτέλεσμα να τονίζει και να «σέρνει» τα σύμφωνα, ενώ αλλού –όταν ανεβαίνει τις συχνότητες– η φωνή της χάνει σε όγκο και ακούγεται τσιριχτή. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την έντονη ηδυπάθεια και θεατρικότητα που ούτως ή άλλως διακρίνουν το ερμηνευτικό της στυλ, οδηγούν δυστυχώς στο ακριβώς αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μάλιστα, αν άκουγα αυτό το άλμπουμ χωρίς να έχω υπόψη μου τις σοβαρές προθέσεις των συντελεστών του, μπορεί και να νόμιζα ότι πρόκειται για απόπειρα διακωμώδησης του συγκεκριμένου ρεπερτορίου. Δυστυχώς, κατόπιν των παραπάνω, οι διακριτικά εκσυγχρονισμένες και καλοπαιγμένες ενορχηστρώσεις, με την επιμέλεια του Νίκου Ορφανού και του Δημήτρη Παπαδημητρίου, περνούν σε δεύτερη μοίρα.

 

Είμαι από όσους θεωρούν απαραίτητη την επανεκτίμηση του «ελαφρολαϊκού» τραγουδιού, το οποίο –λόγω των γνωστών ιδεολογικών αγκυλώσεων που μαστίζουν την κοινωνία μας γενικότερα– έχει απαξιωθεί αδίκως. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει με απόπειρες σαν τη συγκεκριμένη. Η Φωτεινή Δάρρα είχε την ευκαιρία και την καλή πρόθεση να προσφέρει νέες προσεγγίσεις σε αυτά τα τραγούδια, αλλά τελικά μάλλον προδόθηκε. Προδόθηκε από την απειρία της στα λαϊκότροπα μονοπάτια αλλά και από τη μη βιωματική, όπως φάνηκε, σχέση της μαζί τους. Έχω την αίσθηση ότι ο μόνος δρόμος στο μέλλον για εκείνη είναι αυτός της αναζήτησης νέου υλικού, το οποίο θα έχει εξ’ αρχής γραφτεί για τη φωνή της.

 
Top