Ο James Blake από το μακρινό 2011 έχει χαράξει τον τελείως δικό του δρόμο στο μουσικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι, παρουσιάζοντας μας τότε τον εαυτό του στον ομώνυμό του ντεμπούτο, ένα εκκωφαντικό καλωσόρισμα, με πολλά στοιχεία από glitch pop, alternative RnB, ambient και UK garage, με εκτενή χρήση synthesizers, glitchy ψηφιακά drums, πολλά εφέ και πειράζοντας εντελώς την φωνή του, δίνοντας μια εξωγήινη χροιά στη μουσική του. Με πάνω κάτω αυτά τα στοιχεία έχει πορευτεί μέχρι σήμερα στην καριέρα του, έχοντας την μουσική ευχέρεια και ταλέντο να τα αλληλοσυνδέει και να τα προσαρμόζει με κάθε δίσκο, δίνοντας κάθε φορά ένα διαφορετικό χρώμα στον καμβά του, με αποκορύφωμα τον τελευταίο του solo δίσκο Playing Robots Into Heaven, τον πιο αντισυμβατικό του μέχρι σήμερα, διαμορφώνοντας έναν έντονα dark wave κόσμο με φουτουριστικά garage ηλεκτρονικά στοιχεία, το οποίο ίσως ξένισε αρκετούς.
Έτσι, αν και στο άκουσμα της ανακοίνωσης του νέου δίσκου μου δημιουργήθηκε ένα μικρό μάγκωμα, ήρθε ο James με τα lead singles του να με διαψεύσει. Στο πρώτο χρονικά "Death of Love", σε καλωσορίζει με ένα επικό vocal sample από τον Leonard Cohen, να αγκαλιάζει τη σαγηνευτική φωνή του, με ήχους και drums από την γνωστή φουτουριστική του παλέτα, δημιουργώντας την αίσθηση μιας ανύψωσης στον ουρανό και ταυτόχρονα βούλιαγμα στον ωκεανό. Στο δεύτερο "I Had a Dream She Took My Hand", ένα soul sample που επαναλαμβάνει το τίτλο του κομματιού μας οδηγεί στο μελαγχολικό τραγούδι του James συνοδευόμενο με διακριτικά synths, τα οποία στο δεύτερο μισό δίνουν τη θέση τους σε μερικά ανατριχιαστικά κόρντα πιάνου, τα οποία σιγά σιγά με την ροή του κομματιού μετατρέπονται σε λαμπρά pads και old school drums, όσο το high pitched sample παίζει στο background.
Αμφότερα καταφέρνουν να προετοιμάσουν το κοινό για το τι πρόκειται να ακολουθήσει, καθώς λιγότερο ή περισσότερο παρόμοια συνταγή υλοποιεί και στον υπόλοιπο δίσκο, ακροβατώντας στον κόσμο του αναλογικού και vintage ήχου και στου σύγχρονου και ψηφιακού, επιτυγχάνοντας ένα τόσο αλλόκοτο πάντρεμα με τεράστια επιτυχία. Από τη μία ο δίσκος ξεκινάει με το μοντέρνο art pop-synth wave "Walk Out Music", όπου ο James με την αγαπημένη του τεχνική να πειράζει την φωνή του, να την pitchάρει και να την χρησιμοποιεί σαν extra layer και όργανο στις συνθέσεις του, θέτει άψογα τον τόνο του δίσκου, με smooth εναλλαγές, πόλλα synths και ανατριχιαστικά vocals. Από την άλλη, στο "Make Something Up", σε καλωσορίζει με chopped vocals του ίδιου τα οποία διαδέχονται ένα όμορφο guitar riff, με μερικά indie rock-ish drums, δημιουργώντας μια τελείως αναπάντεχη indie rock αισθητική, η οποία με τις πινελιές του James, κάθε άλλο παρά αμήχανη φαίνεται.
Ένα ακόμα τρανό παράδειγμα της λατρείας του να μπλέξει τους δύο αυτούς κόσμους, ενώ επιβεβαιώνει την λατρεία του να "σαμπλάρει" την φωνή του και να παίζει μαζί της, είναι το αιθέριο "Didn’t Come To Argue", όπου στο πρώτο μισό μερικά high pitched φωνητικά, εναλλάσσονται με την πραγματική του φωνή, μπλέκοντας πάλι αντίθετες αισθητικές, έναν κόσμο ηλεκτρονικής μουσικής και έναν πιο ορχηστρικό. Πριν καλά-καλά χωνέψεις το τι ακούς, έρχεται μια κλιμάκωση πλούσια σε strings, η οποία με ένα άκρως αρμονικό transition, μεταμορφώνεται σε ένα πιο groovy uk garage και moody κόσμο, τον οποίο συμπληρώνει υπέροχα με τη φωνή της η Monica Martin. Παρόμοιο μείγμα ανακατεύει και στο "Rest Of Your Life", όπου ένα vintage vocal sample, καταλήγει σε ένα groovy και ταυτόχρονα μελαγχολικό beat, το οποίο αν και δεν είναι τόσο της αρεσκείας μου, θα μπορούσε να παίζει σε κάθε rave party. Παρόμοια up-tempo και jungle αισθητική συνεχίζει και στο "Days Go By", χρησιμοποιώντας πάλι ένα vocal sample, με rhodes, synths και drums να εναλλάσσονται, καθιστώντας το μια ίσως αταίριαστη, αλλά άκρως ενδιαφέρουσα εμπειρία.
Ακόμη μια στάμπα του ταλέντου του είναι το "Doesn’t Just Happen" όπου με τον αγαπημένο του συνεργάτη, Dave, υπηρετούν αμιγώς rap στοιχείο – ο James με τα φωνητικά, τα samples και τα synths που χρησιμοποιεί καταφέρνει να το δένει αβίαστα με το υπόλοιπο μουσικό ταξίδι, ακόμα κι αν το διαδέχεται μια κλασσική μπαλάντα πιάνου, το "Obsession".
Ωστόσο, ενώ σχεδόν για δυο σελίδες του μπλέκω το εγκώμιο, ακόμα δεν έχω αναφέρει την αγαπημένη μου εκδοχή του James, η οποία αποτυπώθηκε άψογα στο δίσκο του Assume Form, όπου δίχως να υπερβάλλει με τα ηλεκτρονικά στοιχεία, διατηρεί μια πιο RnB, gospel αισθητική, η οποία κορυφώνεται με την υπέροχη χροιά του και τις έξτρα πινελιές του. Αυτό το πορτραίτο σχεδίασε και στο ομώνυμο τραγούδι του δίσκου, όπου μια κατά τα άλλα, ήπια κλασσική rock μπαλάντα, καταφέρνει με τη βοήθεια ενός vocal samples, της σπαρακτικής φωνής του και μερικών pads να διαμορφώσει κατ’ εμέ την πιο διαπεραστική συναισθηματικά στιγμή του δίσκου. Την πιο ορχηστρική και gospel πλευρά του μας παρουσιάζει εξίσου και στο πέσιμο της αυλαίας, με το "Just A Little Higher", όπου με λίγα strings και synths ντύνει την, ήδη αυτόφωτη φωνή του, κλείνοντας με μια χαρμολύπη και έναν γλυκόπικρο τόνο ο οποίος χαρακτηρίζει και τον υπόλοιπο δίσκο και τη φράση «Adjust Your Sights, ‘Cause They Are Playing Us, From a Great Height», δίνοντας έτσι μια ακόμα πιο κοινωνικοπολιτική χροιά στο τελικό αποτέλεσμα.
Δεν θα σταθώ και στο στιχουργικό κομμάτι, καθώς η ποιητικότητα και η λακωνικότητα του επιδέχεται διάφορες ερμηνείες, με κύρια θέματα όπως μελαγχολία, μοναξιά, εμμονές και αποξένωση να περιφέρονται στο δίσκο, σκιαγραφώντας γενικότερα ένα φορτισμένο συναισθηματικά τοπίο. Το Trying Times, αποτελεί για τον James Blake ένα ακόμα πολύτιμο λίθο στην ήδη πλούσια συλλογή πετρωμάτων που έχει χαράξει στη μουσική του καριέρα. Καταφέρνει πάντα να δημιουργεί νέες προκλήσεις και να χαράξει νέα ανεξερεύνητα μονοπάτια, παντρεύοντας διαφορετικά σύμπαντα και αισθητικές, τα οποία, εν ολίγοις, σπάνια θα ακουστούν αταίριαστα, όπου και έγκειται η μουσική του ευφυία. Και αν στο Playing Robots In Heaven υπερέβαλε και το έστριψε το τιμόνι πολύ απότομα, στο Trying Times βρίσκει τις ισορροπίες του, χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη φωνή πιο πολύ από ποτέ, φέρνει πολλά μουσικά είδη στα μέτρα του κάνοντας τα οίκημά του, ακροβατώντας μεταξύ "παλιού" και "νέου", δίχως να βουλιάζει την ανεπανάληπτη φωνή στον πάτο, και με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να δημιουργήσει ένα πρωτοφανές και γεμάτο συγκινήσεις νοερό μουσικό ταξίδι.






