Η Norah Jones μετέτρεπε πάντα τις έγνοιες σε ζητήματα υποκοριστικά. Αυτή η καθόλου παράτολμη, μα κι ούτε απερίσκεπτη, ικανότητα εξασφάλισης της ανώδυνης easy going θαλπωρής, το σπιτίσιο jazz vocal δραμεντί βάθος, έθεταν πάντα τα εκτεινόμενα όρια ανάμεσα στο, συν πλην, μια χαρά.

Στον ένατο δίσκο της, για λογαριασμό της Blue Note, μας λέει πως η πλειονότητα των εμπνεύσεων πρόεκυψε λίγο πριν κοιμηθεί, και πως ο καταλληλότερος για να συμπράξει μαζί της, ήταν ο soul μάστορας Leon Michels (με τον οποίο είχαν βρεθεί και στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες της), πολυπράγμων εντός του Dap Kings, Menahan Street Band, El Michels Affair σύμπαντος. Επομένως, έπειτα και από το γλαφυρά τιτλοφορημένο “Pick Me Up Off The Floor”, ήταν βέβαιο πως μόνο και μόνο η δεξιοτεχνία του Leon, θα οδηγούσε τις ιδέες της Jones σε soulful κατασκευές. Το κρίμα είναι πως αυτές δεν υπερβαίνουν την κοινότοπη μελαγχολία και πως η όποια ανυψωτική διάθεση των συνθέσεων βρίσκει πάντα στον πήχη του “Come Away With Me”.

Αφουγκράσου μια επίσης τετριμμένη εικόνα, ανώδυνα γραμμένη για το πάλαι ποτέ Cosmopolitan. Βιβλία αυτοβελτίωσης, online σκρολάρισμα ψυχολογικών μελετών, ημιπροκάτ Starbucks latte ρόφημα, η retro pop playlist του Spotify, απόλυτη ιδιωτικότητα στα λίγα λεπτά που το νερό τρέχει στο ντους, τρέξιμο για τις παιδικές δραστηριότητες. Οι ίδιες συνθήκες μπορούν να αναπτυχθούν κι αλλιώς, λιγότερο προφανείς, με μπόλικες προσποιήσεις, υπονοώντας κι όχι εξηγώντας. Ας συμφωνήσουμε πως η ευθύβολη αμεσότητα ήταν πάντα το βασικό της αβαντάζ, η γειωμένη εκφορά, η καλώς εννοούμενη κλισέ γλυκερή ματιά της ακόμη για τα αβαρή κολάζ εικόνων σαν το παραπάνω. Είμαι βέβαιος πως αν σταχυολογήσει κανείς όλες τις κριτικές απέναντι στη δισκογραφία της, οι περισσότεροι μεροληπτούμε σε αυτό.

Οπότε, και για να το μαζέψω, μια χαρά θα περάσει κάποιος ακούγοντας το Visions της Norah Jones, με την προϋπόθεση να το πάρει με ακομπλεξάριστα ναΐφ μάτι. Το εναρκτήριο “All This Time” εξωραΐζει τα βάσανα, τα πουλάκια με βεβαιότητα θα τιτιβίσουν, η λογική της demo δημιουργίας υποσκέλισε τα πολλά-πολλά φτιασιδώματα (σωστά το κάνουν στο ομότιτλο “Visions”), και τα smooth τζαμαρίσματα των Michels/Jones (με τον Homer Steinweiss αλλά και τον σύζυγο Pere Remm να παραδίδουν με τη σειρά τους, το κατιτίς τους) παρέδωσαν ένα πολύ ωραίο single που θα πετύχει. Το οποίο single με τίτλο “Running”, ειπωμένο σε δύο ταχύτητες παραπάνω και με ένα φονικότερο horn section θα μπορούσε, 10 χρόνια πριν, να δώσει μια δεύτερη καριέρα στην Duffy. Διότι είναι σαφές πως τελικά η Norah Jones ποτέ δε θα επιδιώξει τέτοιες ταχύτητες, ποτέ δεν θα γίνει σαν τον Ray, όσο κι αν επανειλημμένως το ψιθυρίζει. Τραγουδά το “I Just Wanna Dance” ως Norah Jones, άρα το μέτρο του groove θα είναι να κάτσει τελικά στη γωνία του πάρτυ και να παρατηρεί. Που είναι το κακό θα πει κανείς.

“Swept Up In The Night”, “On My Way” και “Alone With My Thoughts”, λίγο πριν το φινάλε, μια σταθερή επιβεβαίωση των πάντοτε τίμιων παραγωγών της. Στα credits Brian Blade και Jesse Murphy για να κλείσουμε με το όλο πακέτο, όπου η Norah Jones με γλυκό χαμόγελο και σεμνό χαμηλωμένο βλέμμα, θα κοιτάξει προς τα πάνω, θα πετύχει στις γενικότητες, μα ειδικώς δε θα μας παρασύρει σε πολλές επαναλήψεις, παρά μόνο κατά ραδιοφωνική τυχαιότητα.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured