Ο κατάλογος της Βρετανικής Claremont 56 όπως και οι παραγωγές του ιδρυτή της Paul Mudd Murphy είναι ο ορισμός του if you know, you know στους κύκλους της balaeric, ορχηστρικής ατμοσφαιρικής μουσικής.

Η φινέτσα που διακρίνει κάθε κυκλοφορία από τα εξώφυλλα μέχρι την υψηλή ποιότητα παραγωγής και κοπής των βινυλίων καθώς και η περιορισμένη διανομή αυτών κυρίως στα μέλη της Claremont κοινότητας, έχουν εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες δημιουργήσει το απόλυτο comfort zone και ιδανικό δημιουργικό περιβάλλον ώστε ο Paul Murphy να εξελίξει το όραμα του, σε έναν ήχο που σε παγκόσμιο επίπεδο, τον βρίσκει άνετα σε πρωτοποριακή θέση.

Περιέργως, η τελευταία σόλο κυκλοφορία του ήταν πίσω στο 2006 και παρά το γεγονός ότι έκτοτε, μαζί με συνοδοιπόρους τους Benjamin J Smith (σαν Smith & Mudd) και Kevin Pollard (σαν Mudd & Polard) έχει τροφο δοτήσει την balaerica δισκογραφία με ουκ ολίγα «σπάνια» δισκάκια , κάπου ανάμεσα στο να μετατρέψει το label σε παγκόσμια κοινότητα και να συνεχίσει την παραγωγή θρυλικών project όπως οι Bison με τον Holger Czukay των Can , το σόλο πρότζεκτ Mudd μπήκε στον πάγο.

Μέχρι που στις αρχές του 2023, ο Μurphy άρχισε να δειγματίζει προσχήματα κομματιών σε κάποιους από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του (τον πλήκτρα και μπασίστα Michele Chiavarini, τον drummer / περκασιονίστα Patrick Dawes, τον κιθαρίστας Dave Noble) με στόχο να δημιουργήσει ένα στιβαρό concept album με 8 συνθέσεις που επιτέλους θα τον βοηθούσαν να αποτινάξει το περιοριστικό balaeric tag και να αποδείξει πόσο έχει ωριμάσει ως συνθέτης και παραγωγός από την τελευταία φορά που υπέγραψε μια σόλο προσπάθεια.

Το In The Garden of Mindfulness είναι μακράν η πιο πλούσια ενορχηστρωτικά και δουλεμένη στην λεπτομέρεια δουλειά του μέχρι σήμερα και θολώνει με ιδανικό τρόπο τα όρια μεταξύ άνευρης jazz-funk, downtempo, χειροποίητων synth-loaded krautrock jams, dubby grooves και ηχοτοπία που στις πρώτες ανοιξιάτικες μέρες συνυπάρχουν αρμονικά με το φως του ήλιου και το τεμπέλικο laid-back ήχο του Λονδίνου έτσι όπως θα έπρεπε να έχει εξελιχθεί αν οι αναλογικοί Filla Brazilia του Jump Leads συναντούσαν τους Bent του Programmed To Love.

To εναρκτήριο "Eighty Three" με τους ανάλαφρους synth κυματισμούς σε βάζει στο κλίμα. Αυτή την φορά, ο Paul και η παρέα του θέλουν να ευαγγελίσουν περισσότερο μια ώριμη jazz-funk διαδρομή με υπόγεια ηλεκτρονικά και space rock μοτίβα υπό την επίβλεψη του ζεστού αναλογικού μπάσου πάρα να κυνηγήσουν το εύκολο Ibiza chill out χιτ. Ίσως μόνο το πρόσφατο σινγκλ "Katanaboy", ανατρέχει στο παραδοσιακό ύφος του Murphy αυτό δηλαδή με την βραδύκαυστη disco ρυθμολογία και μαζί με τα "Afternoon Bob” είναι οι μόνες στιγμές που ακολουθούν τα φημισμένα 100 bpm. Οπουδήποτε αλλού από το κινηματογραφικό ομώνυμο κομμάτι μέχρι το φινετσάτο piano based boogie του “Hangsand” και από το εξωτικό "Bonne Anse" μέχρι το ταξιδιάρικο "Unka Paw" (του οποίου ο συνδυασμός υποβλητικού μπάσου, εκτεταμένων σόλο ηλεκτρικού πιάνου και ακουστικών κιθάρων θα μπορούσαν να ζηλέψουν μέχρι και οι Azymouth) προσκαλούν τον ακροατή σε μια σχεδόν υπερβατική εμπειρία εκτίμησης των ήχων με τα μάτια κλειστά.

Ακόμη και αν απαιτήσει κανείς να απομονώσει στιγμές η Ιαπωνο-βρετανική λαμπρότητα του "Hangsang" (με τα χαριτωμένα πιάνα που θυμίζουν pitch down εκδοχή του "I’m Not Moving" editτου "I’m Not Moving" editτου "I’m Not Moving" edit που είχαν κάνει οι φίλοι του Idjut στον Phil Collins) αναδεικνύουν ξεκάθαρα την λαχτάρα της ομάδας να προσεγγίσει μελωδίες της Άπω Ανατολής . Eνώ αμέσως μετά, η μακροχρόνια αγάπη του Murphy για το ζεστό, βαρύ μπάσο, τα υπνωτικά grooves της ντίσκο, τους πολύχρωμους αναλογικούς ήχους του synth και τις τζαζ κιθάρες κάνουν το "Afternoon Bob" συνδέουν το νέο ήχο με την Claremont 56 κληρονομιά και όλα αυτά πριν το άλμπουμ καταλήξει θριαμβευτικά στην στακάτη piano jazz funk του "Late In March".

Αν θυμάστε αυτό το μακρόσυρτο και άκρως εγκεφαλικό remix στο "In A Small Place" των Sillyboy’s Ghost Relatives, o Paul Murphy δεν έκρυψε ποτε την αγάπη του τόσο για τις παραγωγές με βάθος όσο και για την ανάγκη του να αφήνει την μουσική να αναπνεύσει και οργανικά να αναπτυχθεί μέχρι να ακινητοποιήσει τις αισθήσεις σου. Και αυτό ακριβώς επιτυγχάνει στο δεύτερο σόλο album του. Μισή ντουζίνα ακροάσεις μετά και πληθώρα μουσικών λεπτομερειών, από εκρηκτικά τριπλά τύμπανα και απρόβλεπτα σόλο μπάσου, μέχρι γλυκά πιάνο παιξίματα και σύνθια που ακούγονται σαν επικά έγχωρδα αποκαλύπτονται, επιβεβαιώνοντας ότι όλο αυτό το διάστημα αποχής του, ο Murphy άκουγε, μελετούσε και τέλος έκανε δική του την προοδευτική μουσική επιπέδου Steely Dan.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured