Αν αποπειραθούμε με τη μνήμη μας να κάνουμε μια ανασκόπηση στην 25ετή καριέρα των Foo Fighters, θα μας έρθει στο μυαλό ο Dave Grohl να κάνει κάτι αξιολάτρευτο στο YouTube, να ολοκληρώνει γενναία μια συναυλία με σπασμένο πόδι, να λέει κάτι πνευματώδες σε ένα μουσικό ντοκιμαντέρ, να κάνει μια ωραία εμφάνιση στο SNL, να κάνει ντουέτο με τον Rick Astley ή με ένα 10χρονο πιτσιρίκι, να είναι χαμογελαστός δίπλα σε ένα icon ή να παίζει στην ορκωμοσία του Δημοκρατικού προέδρου και όλα να είναι υπέροχα. Τα πάντα γύρω από τον Dave Grohl τον κάνουν να μοιάζει με κάτι σαν τον Keanu Reeves της μουσικής. Μια θετική περσόνα που εμπνέει τιμιότητα και που κανένας δεν έχει λόγο να μη συμπαθεί. Αυτό που δεν θα έρθει εύκολα στο μυαλό μας, ειδικά από το 2000 και μετά, είναι η μουσική του συγκροτήματος. Όχι πως δεν έχουν γράψει όμορφα και αξιόλογα πράγματα οι Foo Fighters: το Wasting Light (2011) και το Sonic Highways (2014) ήταν μια χαρά δίσκοι, με πλούσιο υλικό. Και στον φετινό, 10ο στη σειρά δίσκο τους, Medicine at Midnight, φαίνεται ότι έχουν σπουδάσει άριστα όλες τις μορφές του ηλεκτρικού rock της δεκαετίας του ’70, με όλα αυτά τα "na na na", τα "ohhhh", τα εκρηκτικά solo και τις κραυγές εκτόνωσης.

Αυτό που κάνει τους Foo Fighters τόσο καλούς διασκεδαστές είναι η συνθετική αντίληψη του Grohl: καθαρή, με πηγαία αθωότητα και βαθιά πίστη στο ορθόδοξο –uptempo κυρίως– rock’n’roll τραγούδι. Ωστόσο, εκεί που αντιμετωπίζω συχνά ένα άλυτο πρόβλημα με τους αξιολάτρευτους Foo Fighters είναι στο ότι η ζυγαριά γέρνει συχνά υπέρ τους εξαιτίας της ενστικτώδους συμπάθειας που πηγάζει από τις αναμνήσεις που προανέφερα. Με απλά παραδείγματα, δεν ξέρω με σιγουριά εάν ο funky tempo ρυθμός του ομώνυμου “Medicine at Midnight” μου φέρνει στο μυαλό τους Rolling Stones (έστω, μετά το 1994) και το επιθετικό “No Son Of Mine” μου φέρνει στο μυαλό την πιο εμπορική πλευρά των Queens Of The Stone Age. Γιατί μου είναι επίσης αγαπημένα ονόματα και τους βάζω στην ίδια οικογένεια με την πρόσχαρη εικόνα του Grοhl. Δε μου φέρνουν στο μυαλό τον Kid Rock ή τον David Coverdale ή ακόμα και τον Billy Squier (βάλτε τη δική σας ανάλογη hating list στη θέση τους), επειδή μου είναι προσωπικά αντιπαθείς. Τα καινούρια τραγούδια των Foo Fighters από μόνα τους, δεν είμαι βέβαιος ότι είναι ανώτερα από τα συνήθη single των «αντιπαθητικών» που προανέφερα ή ότι έχουν παραπάνω δύναμη να διεκδικήσουν χώρο στην καρδιά ενός ακροατή και να μείνουν εκεί στο πέρασμα του χρόνου.

Το σίγουρο είναι ότι οι Foo Fighters εκτελούν με αξιοπρέπεια όλα τα κλισέ του δυνατού, δεινοσαυρικού rawwwk ήχου που προτιμάει να βγαίνει από φθαρμένα ηχεία. Προσφέρουν αυτή τη διαχρονική αγκαλιά από κιθάρα, μπάσο και ντραμς που έχει ανάγκη όλο και περισσότερο ο σημερινός μουσικόφιλος, ο οποίος εκτίθεται σωρηδόν σε καινούργιες πειραματικές φόρμες, μόνο και μόνο για να νιώσει άδειος την αμέσως επόμενη στιγμή που μία νέα ηχητική μόδα θα του υποσχεθεί εκ νέου ότι βρήκε το χώρο του για να ανήκει. Ο μεγαλοπαραγωγός Greg Kurstin (Adele) προκρίνει στα τραγούδια την ενέργεια του καθαρού fun και τα βοηθάει να αναδειχθούν στα κυβικά του ανθεμικού mega-rock (φυσιολογικό για μια μπάντα που από τα ξεκινήματά της διατράνωσε την πρόθεσή της να παίξει σε αρένες παρά στο μέσο κλαμπάκι των 500 ατόμων). Για όσους ενδιαφέρονται, υπάρχουν και γοητευτικές στιγμές όπως το “Shame Shame” αλλά και τραγούδια «καγκούρικης» αδρεναλίνης όπως το "Cloudspotter". Υπάρχει η ωραία ψυχεδελική μπαλάντα “Chasing Birds” αλλά και η βλάχικη ματσίλα του “Waiting On A War”. Όμως, τίποτα μέσα στο άλμπουμ δεν θα σας προγκήξει σοβαρά και τίποτα δεν θα σας συγκινήσει αληθινά.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured