Keeley Forsyth - Debris

Στη σκιά μιας βαριάς κατάθλιψης, το ντεμπούτο της Βρετανίδας καλλιτέχνιδας ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στα όρια της μουσικής, της performance και της ποιητικής ανάγνωσης...

Label
The Leaf Label
Κυκλοφορία
1/2020
Βαθμολογία
7,5
Άγγελος Κλειτσίκας
Άγγελος Κλειτσίκας
«Is this what madness feels like?
The smooth space after all boundaries have been dissolved»

Αυτό διερωτάται αγωνιωδώς η Keeley Forsyth στην αρχή του “Lost”, στα μέσα του δισκογραφικού της ντεμπούτο Debris. Μιας σπαραχτικής συλλογής 8 οδυνηρά όμορφων τραγουδιών, που βρίσκουν τη Βρετανίδα καλλιτέχνιδα να αποτυπώνει παραστατικά την προσπάθειά της να μαζέψει τα ψυχικά συντρίμμια που άφησε πίσω μια βαριά κατάθλιψη. Και παρ' όλο που η ίδια προέρχεται από τον χώρο της ηθοποιίας, βρήκε παρηγοριά και λύτρωση στη δύναμη του ήχου, της μουσικότητας και της φωνής της. Αποδεικνύοντας εδώ ότι οι τέχνες μπορούν να λειτουργήσουν ως φυσικά, συγκοινωνούντα δοχεία, διαλύοντας έτσι κάθε συμβατικό, εννοιολογικό όριο.

Επομένως, το Debris δεν είναι ένας ακόμη δίσκος με τη στενή έννοια του όρου: ισορροπεί κάπου ανάμεσα στα όρια της μουσικής, της performance και της ποιητικής ανάγνωσης. Αρχικά, είναι η εύπλαστη, επείγουσα, ελεγειακή φωνή της Fosyth, η οποία καταλαμβάνει και καταπίνει κάθε χώρο. Φέρνει ασυναίσθητα στο μυαλό τον συγκινητικό λυρισμό της Anohni και την εκφραστική ποιητικότητα της Nico, ενώ οι απότομες εναλλαγές στο ηχόχρωμά της και η έντονη εκφορά των λέξεων προσθέτουν δραματουργικό βάρος.

Έπειτα, έρχεται η σωματικότητα. Γιατί, μέσα από τις σκελετώδεις συνθέσεις, αναδεικνύεται μία πάλη του σώματος, που συντονίζεται με την αιμορραγία της ψυχής: όπως βλέπουμε δηλαδή τον ψυχικό και σωματικό πόνο να συγχέονται στον πρωταγωνιστή της τελευταίας ταινίας του Pedro Almodóvar Pain and Glory, με τον ίδιο τρόπο η Forsyth κοινωνεί εδώ έναν πόνο ολικό, ο οποίος απορρέει από το βάρος της ύπαρξης. Έτσι, ο ακροατής τη φαντάζεται απέναντί του με μία ψυχή και ένα σώμα έτοιμα να παραδοθούν στο απόλυτο κενό.

Και τελευταία έρχεται η μουσική. Ναι, οι συνθέσεις καθ’ αυτές, στη συμβατική τους αποτίμηση, κρίνονται αδύναμες. Είναι εντελώς απογυμνωμένες στα στοιχειώδη τους υλικά και μοιάζουν με ατροφικές, καχεκτικές υπάρξεις, οι οποίες περιμένουν την αναγέννηση της μητέρας τους. Ωστόσο, ο πειραματικός τζαζ μουσικός Matthew Bourne, ο ευρηματικός παραγωγός Sam Hobbs και ο κιθαρίστας Makr Creswell συνέλαβαν πλήρως το όραμα της Forsyth. Αντί λοιπόν να τις εμπλουτίσουν γενναιόδωρα, προσέφεραν σε εκείνες τις απολύτως απαραίτητες ορχηστρικές πινελιές –πιάνο, μερικά υποβλητικά έγχορδα, αόριστα synths και κυρίως χρυσή σιωπή– και τις τράβηξαν στο φόντο, ώστε να δώσουν χώρο στον αφηγηματικό σκοπό της ψυχικής λύτρωσης της πρωταγωνίστριας του δίσκου, που εκφράζεται μέσα από το πιο ισχυρό όπλο της όπλο: τη φωνή της.

Είναι η απέριττη, μαγευτική ροή του “Black Bull”, η εύθραυστη τρυφερότητα του “Look To Yourself” και το σκοτεινό παραμύθι “Butterfly” με τους αλληγορικούς, εικονοπλαστικούς στίχους, που ξεχωρίζουν μέσα σε αυτόν το κορμό των περίπου κομματιών. Το μεγάλο φινάλε, όμως, ο εξαγνισμός και σηματοδότηση της αλλαγής που προσφέρει το πιο στερεοτυπικά, «κανονικό» τραγούδι, δεν συγκρίνεται με καμία άλλη στιγμή του Debris: το στιλιστικά άψογο “Start Again” θυμίζει έντονα την πρόσφατη στροφή της Jenny Hval προς τον αριστίκ synth pop ήχο· και βρίσκει τη Forsyth να προσεύχεται για μία αστραπή να τη χτυπήσει, να τη λυτρώσει και να της χαρίσει ένα τέλος και μία νέα αρχή.

Στο Debris, λοιπόν, στο σημείο τομής της σπουδαίας δραματουργίας και της άνευ ορίων μουσικότητας, όλα βιώνονται στο μέγιστο. Και η ζωή κερδίζει τελικά, αφού πρώτα η Keeley Forsyth έχει αποτυπώσει τον πόνο αβάσταχτα αληθινά, στον πρώτο σημαντικό δίσκο του 2020.

Top
0
Shares
0
Shares