View More

Sin?ad O’Connor - I’m Not Bossy, I’m The Boss

Label
Nettwerk Music Group
Κυκλοφορία
Σεπ-14
Βαθμολογία
5
Μιχάλης Τσαντίλας
Μιχάλης Τσαντίλας
Στο μυαλό μου, η Sinéad O’Connor είχε καταχωρηθεί ως προσωπικότητα μάλλον γραφική. H εντύπωση, βέβαια, δεν μου έχει μείνει εξ αιτίας της μουσικής της δραστηριότητας, αλλά λόγω εξωμουσικών κινήσεων και δηλώσεών της: για παράδειγμα, το δημόσιο κάλεσμά της για ερωτικό σύντροφο ή η πρόσφατη φραστική επίθεσή της στη Miley Cyrus. Επειδή όμως αυτή η «τακτοποίηση» από τη μία δεν με είχε αφήσει να προσεγγίσω την παραγωγή της των τελευταίων χρόνων και από την άλλη μού φαινόταν ότι «έμπαζε», είπα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στην αγαπημένη φωνή από τα παλιά.
 
Το I’m Not Bossy, I’m The Boss εμπνέεται τον τίτλο του από μια φεμινιστική καμπάνια με σκοπό την απάλειψη του χαρακτηρισμού «bossy» (και των σεξιστικών συνειρμών αυτού) και είναι το 10ο άλμπουμ της Ιρλανδής ερμηνεύτριας. Όπως και στο προ διετίας How About I Be Me (And You Be You)?, στο κάθισμα του παραγωγού κάθεται ο John Reynolds, ο οποίος υπήρξε κάποτε και σύζυγος της O’Connor. Σε εκείνον τον δίσκο η συνεργασία τους ευτύχησε να καρποφορήσει σε μεγάλο βαθμό, αλλά τούτη τη φορά τα πράγματα δεν πήγαν το ίδιο καλά –χωρίς πάντως να χωρίζει και ποιοτικό χάος τις δύο κυκλοφορίες.
 
Αν κάτι χαρακτηρίζει το I’m Not Bossy, I’m The Boss είναι μια τυπικότητα, ένας κακώς εννοούμενος επαγγελματισμός: όλα δηλαδή είναι υπερβολικά καλοβαλμένα στα 12 αυτά νέα τραγούδια, υπερβολικά καθώς πρέπει. Από καλλιτέχνες ωστόσο όπως η Sinéad O’Connor, ζητάς εκ προοιμίου εκείνο το πάθος που μπορεί να κάνει τα πράγματα να πάρουν φωτιά –την ολίγον λοξή ματιά η οποία ανακατεύει την τράπουλα και αναδεικνύει ενδιαφέρουσες αποκλίσεις. Αυτό λοιπόν το στοιχείο λείπει και μάλιστα σε βαθμό ανησυχητικό. Ούτε τα άνευρα τραγούδια, ούτε ο προκάτ τρόπος με τον οποίον αποτυπώνονται έχουν να προσφέρουν ιδιαίτερες συγκινήσεις.
 
Τι μένει, επομένως; Ίσως το εναρκτήριο “How About I Be Me”, που θυμίζει κάτι από τα παλιά κατορθώματα της Sinéad O’ Connor, ίσως και τα “Harbour” και “James Brown”, τα οποία απελευθερώνουν έναν δυναμισμό που λείπει από τον υπόλοιπο δίσκο. Κρατάω επίσης τη φωνή της Ιρλανδής, η οποία αντέχει πολύ καλά και σε κάνει ανά στιγμές να νιώσεις ότι, αν είχε το κατάλληλο υλικό, θα μπορούσε να καταπλήξει. Από την άλλη, παρότι οι σκέψεις περί γραφικότητας για τις οποίες σάς έλεγα στην αρχή υποχώρησαν εντελώς, στη θέση τους ήρθε ο χαρακτηρισμός «προβλέψιμη». 
 
Ειλικρινά, δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι χειρότερο...
 

 
Top
0
Shares