Η εγκατάλειψη μιας σίγουρης φωλιάς που μπορεί να ονομάζεται μπάντα και το άνοιγμα των φτερών, που μπορεί να ονομάζεται ντεμπούτο σόλο άλμπουμ, δεν αποδεικνύεται ποτέ εύκολη υπόθεση. Η μπάντα δεν είναι πάντα μια ζεστή φωλιά, παρέχει εντούτοις σιγουριά, ενώ η φυγή λειτουργεί –μοιραία– ως αποκοπή από τον ομφάλιο λώρο και, μετέπειτα, ως απολογισμός. Κυρίως όμως φέρνει μια συναρπαστική αίσθηση ελευθερίας, την οποία θέλεις μεν κάτι να την κάνεις, αλλά την ίδια στιγμή σε φοβίζει.

Το 2008 ο Bill Ryder Jones ήταν για τους περισσότερους ο πρώην κιθαρίστας των Coral, ο οποίος, μετά την αποχώρησή του από το γκρουπ, «μετακόμισε» στον κόσμο του MySpace ανεβάζοντας demos ώστε να κρατήσει μια ελάχιστη επαφή με το κοινό. Την ίδια περίπου περίοδο, το ενδιαφέρον του κέντρισε η σχέση μουσικής και εικόνας και κάπως έτσι ξεκίνησε να συνθέτει scores για ταινίες. Αργότερα, το 2011, θα εξέπληττε ευχάριστα με την κυκλοφορία του πρώτου του προσωπικού δίσκου If…, πηγή έμπνευσης για το οποίο στάθηκε το βιβλίο του Ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Italo Calvino If On A Winter's Night A Traveler –ο Jones ουσιαστικά «έντυσε» μουσικά κάθε κεφάλαιο του βιβλίου με τις συνθέσεις του.

Δύο χρόνια μετά, λοιπόν, ο Bill Ryder Jones επιστρέφει με το A Bad Wind Blows In My Heart. Και πηγή έμπνευσης αυτή τη φορά δεν είναι κάποιο βιβλίο, αλλά η παιδική του ηλικία και τα βιώματα της πρώτης εφηβείας. Όσο για την έκθεση; Πολύ μεγάλη, όπως λέει και ο ίδιος, ο οποίος αγαπά τους χαμηλούς τόνους και την ασφάλεια μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας: «Η απόφαση να κάνω τον συγκεκριμένο δίσκο δεν λειτούργησε σε πρώτη φάση λυτρωτικά, ως κάθαρση. Ήταν περισσότερο μια μορφή άσκησης», λέει, δείχνοντας να μετανιώνει αρχικά για την απόφασή του να κυκλοφορήσει το άλμπουμ. Όμως οι άνθρωποι της Domino τον έσπρωξαν –ορθώς– να μπει στο στούντιο μετά από κάποια τραγούδια που τους έστειλε.

Η έκθεση, άλλωστε, ποτέ δεν αποδεικνύεται εύκολη υπόθεση για κανέναν και η προσέγγιση σε βιώματα τα οποία προκαλούν νόστο και άλγος είναι απολύτως προσωπική υπόθεση. Σε μια απόπειρα προσομοίωσης, ο Βρετανός μουσικός επιδιώκει εδώ να ξανασυναντήσει τον 14χρονο εαυτό του, να  καβαλήσει το ποδήλατό του και να τρέξει και πάλι στο αγαπημένο του μέρος μακριά από τον κόσμο: στους λόφους του West Kirby, έχοντας μαζί το discman του και μερικά CD αγαπημένων καλλιτεχνών –από τους Pink Floyd μέχρι τον Lee Perry. Ο 30χρονος Jones παρακολουθεί λοιπόν τον 14χρονο εαυτό του και γράφει για εκείνες τις μοναχικές εφηβικές στιγμές, φτιάχνοντας τη μουσική που πιστεύει ότι μπορεί να αποτελέσει το soundtrack εκείνης της εποχής.

Λυρισμός και αγγλοσαξονική μελαγχολία, ιστορίες για δύσκολες σχέσεις που διατρέχονται από την αίσθηση της ματαίωσης αλλά και του σαρκασμού, κιθάρες ακουστικές πάνω σε έναν πορτοκαλί ουρανό (όπως θα έλεγαν και οι Love) κι ένας βελούδινος μελωδικός ψίθυρος χωρίς σκαμπανεβάσματα να βγαίνει από το κέντρο του ηλιακού πλέγματος του Jones, μέσα σε ένα απόγευμα με άρωμα λεμονιάς και τσαγιού. Και στο φόντο, περάσματα από τις ατμόσφαιρες των Beatles και κέλτικη παράδοση με alt-folk και ποπ/ροκ αρμονίες, οι οποίες παραπέμπουν σε Βρετανούς τραγουδοποιούς μιας άλλης εποχής (Nick Drake, Syd Barrett), ενώ βιολί, ακορντεόν και πιάνο βυθίζονται σε αργόσυρτο χορό την ώρα που τα ντραμς βηματίζουν αργά, πλάι σε λυγμικά ηλεκτρικά ριφ.

Ο κόσμος του Bill Ryder Jones έχει λοιπόν ένα γλυκόπικρο soundtrack δίχως ξαφνιάσματα. Γλυκόπικρο και μελωδικότατο, χωρίς σπασμούς και εκρήξεις –μόνο υπόκωφες– με μια ποπ εσωστρέφεια και μια φωνή που διηγείται απαλά (και ίσως μονότονα) ιστορίες οι οποίες ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Ο Βρετανός μουσικός έχει κάνει πολύ καλή δουλειά στην ενορχήστρωση, με αποτέλεσμα ένα δεμένο ηχητικό αποτέλεσμα. Αλλά κι έναν δίσκο που συχνά μεν ακουμπάει στην ασφάλεια της πεπατημένης, ταυτόχρονα όμως χαρίζει απλόχερα εικόνες και μουσικές οι οποίες μπορούν να σε κρατήσουν κολλημένο στο έργο που λέγεται «νοσταλγία».

 

 

{youtube}bKF-g_tnrn8{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured