Ο νέος δίσκος του Φοίβου Δεληβοριά παρουσιάζεται με μια εντελώς διαφορετική ηχητική ταυτότητα, αφού τις έξυπνες φωνητικές μελωδίες που ο ίδιος σκαρφίζεται, αυτή την φορά τις ερμηνεύει η Νεφέλη Φασούλη, η επί έτη στενή συνεργάτιδά του επί σκηνής και ταράτσας.

Είναι φυσικό επόμενο, ο έμπειρος δημιουργός να λαμβάνει υπόψη του τις ικανότητες, τις ανάγκες και τα χρώματα του τραγουδιστή που καλείται να ντύσει. Οι φωνητικές ικανότητες της Φασούλη είναι εύκολα αντιληπτές, μια καθαρή φωνή που μπορεί να γίνει πιο εύθραυστη στις pop κλίμακες αλλά και ταυτόχρονα να επιδείξει δυναμισμό στις λαϊκές τις στροφές. Οι ανάγκες της είναι και αυτές ξεκάθαρες, μιας και ως νέα καλλιτέχνιδα επιθυμεί να συστηθεί χωρίς να τοποθετηθεί σε κάποιο συγκεκριμένο στυλ. Ως προς το «χρώμα» του καλλιτέχνη, αυτό έχει περισσότερο σχέση με το ποια εικόνα θα σχηματίσει το ακροατήριο για τον καλλιτέχνη, ακούγοντας τον δίσκο. Ευτυχώς ή δυστυχώς, ο ακροατής για κάθε καλλιτέχνη διατηρεί μια εικόνα όταν ακούει την φωνή του. Ο πρώτος δίσκος της Νεφέλης Φασουλή τα πηγαίνει περίφημα στις δύο πρώτες κατηγορίες, όμως οι επιλογές του δημιουργού σίγουρα επιφέρουν προβληματισμούς για την τελική εικόνα που σχηματίζεται.

Ας ξεκινήσουμε με τις συνθέσεις που κερδίζουν τις εντυπώσεις. Η εξαιρετική ενορχήστρωση του «Η Βόλτα» ανοίγει θεαματικά και το vintage άρωμα που θα άφηνε ένα τυπικό τσα τσα, εξαφανίζεται όταν εμφανίζεται ένα solo φλάουτο στο τέλος του τραγουδιού. Η folk rock συνέχεια με το «Δεν Ξέρω Με τι Μοιάζει» είναι ένα τραγούδι που οι στίχοι του ουσιαστικά επεξηγούν σε έναν βαθμό τους «συνθετικούς» δανεισμούς στους οποίους καταφεύγει ο Δεληβοριάς.

Το ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ, είναι η άπιαστη ποιοτική κορυφή που θα βρείτε στα 10 τραγούδια και αυτό έχει να κάνει με το ότι ο Φοίβος Δεληβοριάς εδώ συνθέτει κάτι πολύ κοντά στο δικό του στυλ, ίσως χωρίς να σκεφτεί για ποιον γράφει το τραγούδι. Κάτι που κατάλαβε και ο The Boy και αντίστοιχα έντυσε με ταιριαστές εικόνες το βίντεο του τραγουδιού. Οι φωνητικές μελωδίες τοποθετούνται υπέροχα από την φωνή της Φασούλη και το κυριότερο, καταφέρνουν να αναδείξουν την ερμηνεύτρια ως κάτι πιο νεανικό, πιο φρέσκο σε σχέση με ό,τι είχαμε ακούσει από αυτήν μέχρι σήμερα. Από κοντά ακολουθούν και το «Για Ένα Καλοκαίρι» όπως και το «Όταν Θα Πέσεις», που αν και δεν έχουν το ίδιο στιχουργικό εκτόπισμα παλαιότερων δουλειών του Δεληβοριά, τουλάχιστον λειτουργούν θετικά και αποτελούν τραγούδια που θα ξανάκουγα.

Το ίδιο δεν συμβαίνει δυστυχώς για τις πιο λαϊκές συνθέσεις. Τόσο «Η Φωνή», όσο και το γύφτικο «Στην Αχερουσία» αλλά και το ντουέτο με τον δημιουργό του δίσκου «Η Ζωή και η Σκηνή» δε διαθέτουν αυτή την ειλικρινή λαϊκή τσαχπινιά που μπορούν να τα καταστήσουν πειστικά. Σίγουρα το ενναλακτικό κοινό, σε ένα live περιβάλλον μπορεί να εκτιμήσει το παραγόμενο «κέφι» αλλά καλλιτεχνικά, όλο αυτό θα το εντάξω σε ένα sketchy τουριστικό δρώμενο, χωρίς βάθος και μοιραία, χωρίς σοβαρή αντοχή στον χρόνο. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από την απόπειρα να συγκεραστούν το hip hop του Δημήτρη Μεντζέλου με τα σκυλάδικα, στο «Θα Σου Πω Εγώ». Και μένα μου αρέσουν οι πλάκες και ο χαβαλές, μόνο έτσι μπορώ να εκλάβω το εγχείρημα και η αλήθεια είναι δεν επετεύχθη το γέλιο αλλά το αυθεντικό cringe.

Συνολικά, ο δίσκος είναι μια ευχάριστη πρόταση, με ποικιλία που ενώ συστήνει την Νεφέλη Φασούλη και τη φωνή της, δεν καταφέρνει να της προσδώσει ένα συγκεκριμένο φως, ένα συγκεκριμένο «χρώμα» όπως γράφτηκε και στην εισαγωγή. Μπορείς να τραγουδάς εντελώς διαφορετικά στυλ, είδη όμως ταυτόχρονα πρέπει και να διαθέτεις ένα εκτόπισμα που θα τα καθιστά «κτήμα» σου, ώστε να αποτυπωθούν στον ακροατή με τη δική σου σφραγίδα. Αυτό δεν συνέβη και σίγουρα δεν μπορεί να συμβεί με τον πρώτο δίσκο, όταν αυτός χαρακτηρίζεται από σχετική πενία νέων ιδεών εκ μέρους του δημιουργού. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured