Καμία καλλιτεχνική επανεφεύρεση δεν συμβαίνει χωρίς κάποιον βαθύτερο λόγο. Ειδικά στην περίπτωση του Λευτέρη Μουμτζή –ο οποίος έχει αποδειχθεί μετρ των αισθητικών μεταμορφώσεων και ελιγμών– η επιλογή να κυκλοφορήσει τον νέο του κορμό τραγουδιών υπό την αγγλοποιημένη εκδοχή του ονοματεπώνυμού του (Μουμτζής είναι ο Κηροποιός, εκ της τούρκικης λέξη mum που σημαίνει λαμπάδα ή κερί), διαθέτει ένα ειδικό βάρος. Να συμβολίζει άραγε την επιστροφή στους ήχους που νιώθει ως τον πυρήνα του; Να εκφράζει την ανάγκη για εύρεση της δικιάς του αλήθειας μέσα από τη μουσική την οποία δημιουργεί; Ή μήπως αποτελεί απλά ένα συνθετικό μοντέλο εξελιγμένο σε σύγκριση με εκείνο που μας παρουσίασε στον προηγούμενό του προσωπικό δίσκο;

Μπορεί να ισχύουν όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα ή και τίποτα από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, το Beaming Light λειτουργεί ως νέο κάλεσμα για τον δραστήριο Ελληνοκύπριο τραγουδοποιό, τον οποίον συναντάμε εδώ νεοβάπτιστο στα νερά μίας εύφορης μελωδικής νηφαλιότητας και εξωστρέφειας –και δεν μας είχε συνηθίσει σε τέτοια πράγματα.

Το Beaming Light αποδεικνύεται ένας καλαίσθητος art pop δίσκος υψηλών αξιώσεων, ο οποίος διαθέτει διαυγείς ιδέες, συνθετικό βάθος και στιλιστικό εύρος. Βέβαια, το στοιχείο-κλειδί που τον ανεβάζει τουλάχιστον ένα επίπεδο σε σχέση με ανάλογες εγχώριες κυκλοφορίες, είναι η αίσθηση του μέτρου, που ο πολυγραφότατος Μουμτζής έχει αποδείξει πολλάκις ότι διαθέτει. Δεν επιτρέπει δηλαδή σε κανένα από τα δημιουργήματά του να καταπιούν το ένα το άλλο· ως εκ τούτου, προκρίνεται μία αξιοθαύμαστη ισορροπία, η οποία με τη σειρά της προσφέρει χώρο στην αβίαστη ροή των τραγουδιών και στην αρμονία του συνόλου.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως αυτή η ζεν, μελωδική κατάσταση συντονίζεται και με τη θεματική καρδιά του δίσκου, η οποία σχετίζεται με την «επίτευξη εσωτερικής γαλήνης μέσω της συνεχούς αλλαγής». Και από τέτοιες συνεχείς εναλλαγές, το μενού είναι γεμάτο: το “Astral Body” πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να κατακτήσει τα εναλλακτικά ερτζιανά, το “Journey” είναι ένα αφράτο synth-pop γλύκισμα που θυμίζει εντονότατα τη ματιά του C. Duncan, το “Playground” εξελίσσεται συναρπαστικά συμβουλευόμενο μία prog πυξίδα, το “Silent Song” φλερτάρει με μεθυστικό, ανατολίτικο αέρα, ενώ το “Unfulfilled” είναι μία σπουδή στην ψυχική ελευθερία διαμέσου μιας ψυχεδελικής americana, η οποία παραπέμπει στον Steve Gunn, στον Mark Mulcahy, ακόμη και στον Jeff Buckley.

Ωστόσο, το πολύπλοκο, μα και περίτεχνο αυτό υφαντό δεν μπερδεύει τις αισθήσεις, αλλά αντίθετα εντυπωσιάζει ακριβώς με τη δύναμη της αλύγιστης ισορροπίας του. Είναι εκείνη που θρέφει και τρέφεται από τα τραγούδια, για να χαρίσει στο τελικό αποτέλεσμα την ικανότητα να αλλάζει μορφές με κάθε νέα ακρόαση. Να κατακτά περισσότερο χώρο και χρόνο στην ψυχή του ακροατή και να διεκδικεί προσοχή και αγάπη που, στην πρώτη επαφή, ίσως δεν περίμενες ποτέ να αφιερώσεις.

Φυσικά, βασικοί υπεύθυνοι γι' αυτήν την επιτυχία είναι και οι συμπαίκτες του Μουμτζή: ο Βασίλης Βλαχάκος (κιθάρες, πιάνο), ο Μιχάλης Καληπίδης (τύμπανα), ο Δημήτρης Χατζηζήσης (κιθάρες, βιολιά), ο Φώτης Σιώτας (βιολιά), ο Ορέστης Μπενέκας και ο Χρίστος Χατζηχρίστου (synths), συν τον Άλεξ Μπόλπαση στην παραγωγή. Όλοι τους προσφέρουν την αναγκαία προσαρμοστικότητα στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της κάθε σύνθεσης.

Εν τέλει, είναι η υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη, η πνευματική καθαρότητα και η λεπτομερώς φροντισμένη διαχείριση των τραγουδιών από τον δημιουργό τους που επισφραγίζουν το Beaming Light ως άξιο θαυμασμού, μα και ως άξιο μιας ανάλογα «περιποιημένης» ακρόασης, με δεκτικότητα και ανοιχτό μυαλό. Σαν ένας αληθινός τεχνίτης παλαιάς σχολής, αλλά με καινούριες ανησυχίες, ο Λευτέρης Μουμτζής φιλοτέχνησε έναν έξοχο δίσκο, ο οποίος θα ξεχωρίσει με τα χρόνια ανάμεσα στις πολυάριθμες, ποιοτικές δουλειές του.

{youtube}Wp0dTidh8pY{/youtube}

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured