WU LYF - A Wave That Will Never Break

Οι WU LYF δημιουργήθηκαν στο Μάντσεστερ στα τέλη των 00s, σε μια περίοδο κατά την οποία η βρετανική ανεξάρτητη σκηνή αναζητούσε νέες μορφές έκφρασης και συλλογικότητας. Οι World Unite Lucifer Youth Foundation, όπως είναι το πλήρες όνομα της κολλεκτίβας, έχτισαν από πολύ νωρίς έναν κόσμο που έμοιαζε να εκτείνεται πέρα από τα όρια της μουσικής τους, αλλά και ως εξαίρεση στον κανόνα της τυπικής προώθησης αυτής. Το όνομά τους, αινιγματικό και προκλητικό, οι σπάνιες δημόσιες τοποθετήσεις, η αποφυγή των παραδοσιακών μηχανισμών προβολής, η σχεδόν μυστικιστική εικονογραφία που συνόδευε κάθε τους βήμα και η αίσθηση μιας κοινότητας που διαμορφωνόταν γύρω από το συγκρότημα με χαρακτηριστικά αίρεσης, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός μύθου ο οποίος εξακολουθεί να τους ακολουθεί μέχρι σήμερα. Όταν το Go Tell Fire To The Mountain κυκλοφόρησε το 2011, οι WU LYF έμοιαζαν να έχουν ήδη ξεπεράσει το στάδιο μιας ακόμη πολλά υποσχόμενης μπάντας. Μέσα από τις καθεδρικές αντηχήσεις των οργάνων, τη ραγισμένη, σχεδόν κηρυγματική φωνή του Ellery James Roberts και μια τραγουδοποιία που αντλούσε εξίσου από το gospel, το post-punk και μια βαθιά επιθυμία για υπέρβαση, το άλμπουμ απέκτησε γρήγορα διαστάσεις σύγχρονου cult έργου, το οποίο έδινε την εντύπωση ότι περιέγραφε μια ευρύτερη κατάσταση ύπαρξης. Ενώ μεγάλο μέρος της βρετανικής σκηνής είχε στραφεί προς την ειρωνεία, την αυτοσυνείδηση ή την κομψότητα, οι WU LYF έγραφαν σαν να διακυβεύονταν τα πάντα, χωρίς να φοβούνται τη μεγαλοστομία, ούτε και τη λέξη «πίστη». Δεν φοβήθηκαν την πνευματικότητα, ούτε και να ακουστούν υπερβολικοί. Η σύντομη διαδρομή του συγκροτήματος και η διάλυσή του λίγο αργότερα άφησαν αυτή την ιστορία μετέωρη, διατηρώντας ανέπαφη τη γοητεία ενός σχήματος που πρόλαβε να χαράξει το αποτύπωμά του περισσότερο μέσα από όσα υπαινίχθηκε παρά μέσα από όσα αποκάλυψε.

Δεκατέσσερα χρόνια μετά από το κλασικό, για πολλούς, ντεμπούτο τους, το σχήμα επέστρεψε τον Απρίλιο με το A Wave That Will Never Break, ένα άλμπουμ που συνεχίζει το νήμα από το σημείο όπου αυτό κόπηκε απότομα στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και καταγράφει μια μπάντα που κουβαλά πλέον διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικές αγωνίες και μια διαφορετική σχέση με τον χρόνο. Η γνώριμη πνευματικότητα παραμένει παρούσα, όπως παρούσα παραμένει και η αίσθηση κοινότητας που χαρακτήριζε εξαρχής το έργο των WU LYF, οι αναφορές όμως μετατοπίζονται προς ζητήματα όπως η απώλεια, η φθορά, η συλλογική θλίψη, η ανάγκη για σύνδεση και η αναζήτηση μιας μορφής ελπίδας μέσα σε ένα κοινωνικό και περιβαλλοντικό τοπίο που εμφανίζεται βαθιά τραυματισμένο.

Από τις πρώτες κιόλας στιγμές του A Wave That Will Never Break γίνεται σαφές ότι οι WU LYF επιστρέφουν με ένα διαφορετικό σύνολο συμβόλων, εικόνων και αναφορών. Αν η φωτιά αποτελούσε κάποτε το κυρίαρχο στοιχείο της μυθολογίας τους, ένα στοιχείο συνδεδεμένο με τη μεταμόρφωση, την καταστροφή και την υπόσχεση μιας επικείμενης αποκάλυψης, εδώ τη θέση της καταλαμβάνει το νερό. Τα κύματα διατρέχουν ολόκληρο τον δίσκο, εμφανίζονται στους τίτλους, επανέρχονται διαρκώς στους στίχους και λειτουργούν ως ο βασικός άξονας γύρω από τον οποίο οργανώνεται η θεματική του («Let the waves wash over you», «trust the waves», «these waves have made us who we are», «we're waiting on a wave that will never break»). Οι αναφορές στο υδάτινο στοιχείο πολλαπλασιάζονται από τραγούδι σε τραγούδι, διαμορφώνοντας μια γλώσσα που ενδιαφέρεται για τη διάρκεια, λιγότερο δε για τη ρήξη και περισσότερο για τη μεταβολή.

Μέσα από αυτή τη μετατόπιση, οι WU LYF επανεξετάζουν και τις μεγάλες θεματικές που πάντοτε απασχολούσαν το έργο τους. Ο κόσμος που περιγράφουν εξακολουθεί να βρίσκεται σε κρίση. Οι πόλεις καίγονται, το περιβάλλον καταρρέει, οι παλιές βεβαιότητες έχουν χαθεί, οι υποσχέσεις που κληρονόμησαν οι νεότερες γενιές μοιάζουν προδομένες, με τα διαγενεακά τραύματα τυπωμένα πάνω στο δέρμα τους. Οι στίχοι του Love Your Fate και του δεκάλεπτου Tib St. Tabernacle σκιαγραφούν ένα τοπίο συλλογικής απογοήτευσης, οικολογικής ανησυχίας και ιστορικής κόπωσης, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι αναζητούν επίμονα τρόπους να παραμείνουν συνδεδεμένοι με τον εαυτό τους και τους άλλους. Η απάντηση αναζητείται στη συντροφικότητα, στην κοινότητα, στο σώμα, στον χορό, στην αγάπη, στην αποδοχή της αβεβαιότητας και στην εμπιστοσύνη προς δυνάμεις που υπερβαίνουν τον ανθρώπινο έλεγχο.

Επίσης, η αίσθηση μιας παράδοσης στα γεγονότα διατρέχει το άλμπουμ με πολλούς τρόπους. Το “Letting Go” επιστρέφει ξανά και ξανά στην ιδέα ότι η ζωή αποκτά κατεύθυνση όταν εγκαταλείπεται η ψευδαίσθηση του ελέγχου, ενώ το “Wave” μετατρέπει το κύμα σε μια εικόνα διαρκούς συνέχειας, μιας κίνησης που δεν κορυφώνεται ποτέ σε οριστική λύση ή τελική δικαίωση. Ακόμη και το επαναλαμβανόμενο «it is what it is» του καταληκτικού κομματιού “At the end of the day” ακούγεται περισσότερο ως αναγνώριση της πραγματικότητας παρά ως έκφραση παραίτησης. Οι WU LYF μοιάζουν να ενδιαφέρονται για το πώς μπορεί να συνεχίσει κανείς να ζει, να αγαπά, να πενθεί και να ελπίζει όταν οι παλιές βεβαιότητες έχουν χαθεί, όταν οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν εξαντλήσει τη δύναμή τους και όταν η ιστορία δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις.

Αυτή η μετακίνηση σε σχέση με το ντεμπούτο τους προσδίδει στο A Wave That Will Never Break έναν χαρακτήρα λιγότερο αποκαλυπτικό και περισσότερο στοχαστικό, σχεδόν νιτσεϊκό, χωρίς να μειώνει στο ελάχιστο τη συναισθηματική του ένταση. Η πνευματικότητα που χαρακτήριζε ανέκαθεν τους WU LYF παραμένει παρούσα, μόνο που πλέον εκφράζεται μέσα από εικόνες συνύπαρξης, φροντίδας και κοινής εμπειρίας.  Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο επέλεξαν να διαθέσουν το άλμπουμ, μέσα από τη δική τους πλατφόρμα και με έμφαση στην κοινότητα που συγκροτήθηκε γύρω από το όνομά τους, επιβεβαιώνει ότι το ενδιαφέρον τους παραμένει στραμμένο στην οικοδόμηση σχέσεων και όχι στην προσαρμογή στις επιταγές ενός ολοένα και πιο αλγοριθμικού μουσικού περιβάλλοντος.

Ηχητικά, το άλμπουμ κινείται με μεγαλύτερη διαύγεια, διατηρώντας όμως την ίδια αίσθηση μεγαλοπρέπειας που χαρακτήριζε εξαρχής τον κόσμο τους. Οι καθεδρικές αντηχήσεις παραμένουν παρούσες, μόνο που τώρα ανοίγουν περισσότερο στον χώρο, αφήνοντας τις μελωδίες να αναπνεύσουν, ενώ η ρυθμική βάση αποκτά μια πιο γήινη σταθερότητα που φέρνει τα τραγούδια πιο κοντά στο σώμα. Η φωνή του Ellery James Roberts, σίγουρα πιο ευδιάκριτη, συνεχίζει να λειτουργεί ως επίκετρο, αλλά πλέον δεν μοιάζει να κηρύσσει μια επικείμενη αποκάλυψη. Κι εδώ, ίσως, βρίσκεται η επιτυχία του άλμπουμ. Οι WU LYF δεν επέστρεψαν για να υποκριθούν τους νεώτερους εαυτούς τους. Ο δίσκος αυτός έχει τις δικές του μεταπτώσεις, κύματα σαρωτικά αλλά και καθαρτήρια, έχει τη δική του ανεξάρτητη ύπαρξη.

Γι’ αυτό και η επιστροφή αυτή, έχει μέσα της κάτι βαθιά συγκινητικό. Σε μια εποχή όπου οι επανενώσεις συχνά λειτουργούν ως ασκήσεις νοσταλγίας, οι WU LYF επιλέγουν να συνεχίσουν την ιστορία τους αντί να την αναπαράγουν. Και κάπου εκεί βρίσκεται η ομορφιά του A Wave That Will Never Break, στην αίσθηση ότι ακούς μια μπάντα που εξακολουθεί να πιστεύει στη μεταμορφωτική δύναμη της μουσικής, της κοινότητας και της κοινής εμπειρίας, χωρίς να χρειάζεται να επιστρέψει στο 2011 για να το αποδείξει.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured