Στα 10 χρόνια της «προσωπικής» διαδρομής του Παύλου Παυλίδη με τους B-Movies, δεν υπήρξε δίσκος που να μην είχε κάτι να πει. Τέσσερις στούντιο δουλειές κι ένα από τα καλύτερα live στη ντόπια δισκογραφία του 21ου αιώνα, το πιστοποιούν νομίζω καλύτερα απ' όσα θα έγραφα εν τάχει σε μια τέτοια εισαγωγή.

Αυτή όμως η πυρκαγιά στο σπιρτόκουτο, σαν να ξέσπασε κάπως ξαφνικά, σαν να ήρθε λίγο βιαστικά, ενόσω ακόμα «χωνεύαμε» τον περσινό δίσκο Στον Διπλανό Ουρανό. Και, σε πλήρη αντιστοιχία με τον τίτλο της, φαίνεται να εξαντλείται γρήγορα: στο κάτω-κάτω, δεν έχει παρά να κατακάψει ένα σπιρτόκουτο. Κάπου λοιπόν μεταξύ της ανάγκης του τραγουδοποιού να μιλήσει ξανά και των προσδοκιών (των δικών μου, εν προκειμένω), δημιουργείται ένα κενό. Το οποίο έχει γεύση εισαγόμενης φράουλας τον Δεκέμβρη· η ίδια μπορεί να είναι ΟΚ, μα εσύ δεν βρίσκεσαι στη φάση, γιατί είναι χειμώνας και τις φράουλες τις τρώμε τον Μάη.

Στην περίπτωσή μας, ωστόσο, τα φταίει κι η «φράουλα» κάπου. Δεν έχουμε δηλαδή εδώ τραγούδια που να μας ταρακουνήσουν, που να μας κάνουν να παραδεχτούμε πως, ναι, χρειαζόταν μια γρήγορη επιστροφή, γιατί υπήρχαν σημαίνοντα να ειπωθούν, να κοινωνηθούν, να τραγουδηθούν. Στο Μια Πυρκαγιά Σ' Ένα Σπιρτόκουτο λείπει η αμεσότητα της «ποπ» επιτυχίας, λείπει το μεγάλο κομμάτι, εκείνο που θα έβαζε φωτιά στα FM και θα το κοινοποιούσαν οι πολλοί στη σελίδα τους στο Facebook. Αλλά και ο δίσκος επενδύει γενικά λιγότερο στα τραγούδια και περισσότερο στο γενικότερο κλίμα και στην αίσθηση που αφήνεται –σε ό,τι διάφορες γκόμενες που γράφουν για μουσική χαρακτηρίζουν «ταξιδιάρικο».

Όμως το έδαφος δεν είναι άγονο. Ο τραγουδοποιός έχει και πάλι κάτι να πει. Αρχίζει μάλιστα με ένα χαρωπό άσμα για έναν σαλεμένο νου ("Τα Λουλούδια"), το οποίο χτίζει στην κληρονομιά που άφησε στην ποπ/ροκ κουλτούρα το "Maxwell's Silver Hammer" των Beatles. Στην πορεία, βέβαια, πολλά από τα μέσα που χρησιμοποιεί ηχούν οικεία, όμως δεν πέφτει εύκολα στην παγίδα της επανάληψης. Λίγο ένας στίχος εδώ ("Μια Πυρκαγιά Σ' Ένα Σπιρτόκουτο", "Ποτέ Ξανά"), λίγο μια κιθαριστική μελωδία παραπέρα ("Μια Φορά", "Navigator"), θέτουν τους τροχούς σε κίνηση, πείθοντάς σε να αράξεις και να ακούσεις για ακόμα μία φορά τις ιστορίες που αρέσουν στον Παυλίδη –εκείνες τις ρομαντζάδες στις οποίες η αγάπη λείπει ή αναμένεται.

Αν δώσεις λοιπόν προσοχή, θα βρεις ότι το μπαλανταδόρικο ροκ του Παυλίδη δεν μπήκε στον αυτόματο πιλότο για να πραγματοποιηθεί αυτή η νέα του εξόρμηση στη δισκογραφία. Οι ήρωές του εξακολουθούν να κατοικούν κάπου ανάμεσα σε δάκρυα που κυλάνε σε άγνωστους γκρεμούς, σε φωτεινές επιγραφές τυλιγμένες στην ομίχλη, σε αγάπες που κατέληξαν σαν χαμένα παιδιά παγιδευμένα στη ρωγμή του χρόνου, σε καλοκαίρια τα οποία μοιάζουν με αργόσυρτα φίδια. Είναι ένα «κοκτέιλ» που κινδυνεύει εν τέλει μόνο από την ίδια τη δική του μανιέρα. Και ίσως αυτή τη φορά ο Παυλίδης να περπάτησε πολύ κοντά στην επικράτειά της, πάντως δεν την έχασε την ισορροπία του. 

Υ.Γ. Να γράψουμε κι έναν καλό λόγο για το όμορφο εξώφυλλο, που βασίζεται σε έργα του Στέφανου Ρόκου, καθώς δεν βλέπουμε πολλά ωραία εξώφυλλα στα καθ' ημάς. 

{youtube}tY9R9Li-Z_k{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured