View More

Sigmatropic - Dead Computer Blues

Label
Inner Ear
Κυκλοφορία
Νοε-14
Βαθμολογία
8
Χάρης Συμβουλίδης
Χάρης Συμβουλίδης
Σας αρέσουν οι λίστες; Λογικά ναι, αφού αρέσουν διαπιστωμένα στους περισσότερους από όσους γράφουν/διαβάζουν για μουσική. Οι λίστες λοιπόν είναι αποκαλυπτικές, αν μιλάμε για τον Άκη Μπογιατζή και για όσους συνοδοιπόρησαν μαζί του στους Sigmatropic, οι οποίοι δείχνουν πλέον πιο «συγκρότημα» από ποτέ. Διότι τονίζουν ξεκάθαρα κάτι που μάλλον έχει συσκοτιστεί από τη σποραδική τους παρουσία στα δισκογραφικά πράγματα. 
 
Τι εννοώ; Μια λίστα με τα καλύτερα εγχώρια άλμπουμ των 1990s οφείλει να εμπεριέχει το Random Walk. Μια λίστα με τα καλύτερα ελληνικά άλμπουμ των '00s θα είναι απλώς για πέταμα αν δεν έχει στο ρετιρέ το Sixteen Haikou & Other Stories. Και μια λίστα με τα άλμπουμ των '10s θα φιλοξενεί, πιστεύω, το Dead Computer Blues. Προφητείες, ίσως πείτε. Προφητείες, θα σας απαντήσω –ακόμα κι αν έχω με το μέρος μου την ετυμηγορία της συντακτικής ομάδας του Avopolis για το 2014, η οποία έστειλε το πρόσφατο Sigmatropic πόνημα στα 5 καλύτερα της χρονιάς που μας πέρασε (τσέκαρε εδώ). 
 
Εκτός από το ιντριγκαδόρικο παιχνίδι των τριών λέξεων του τίτλου, το Dead Computer Blues διαθέτει μια ενδιαφέρουσα αφήγηση, που θέλει έναν νεκρό (πια) υπολογιστή να διηγείται μια ιστορία η οποία ξεκινά από το τέλος της. Υπάρχει δε και μια εξίσου ενδιαφέρουσα κεντρική σύλληψη, την οποία ξετύλιξε ο ίδιος ο Μπογιατζής, μιλώντας στον Ανδρέα Κύρκο (δες εδώ): 
«Το άλμπουμ μιλάει για τη μονάδα –για κάθε έναν από μας, δηλαδή– μέσω του πρίσματος από το οποίο βιώνει την τεράστια κατηφόρα προς το άγνωστο. Κάποτε είχαμε ονειρευτεί έναν κόσμο, ή μάλλον είχαμε αναλάβει να υλοποιήσουμε ένα όνειρο που μας κληρονόμησαν οι προηγούμενες γενιές, μέσα από αναλαμπές της δικής τους κατρακύλας. Τα τραγούδια του άλμπουμ μιλούν για διάφορα στιγμιότυπα εκείνων των ονείρων και νοσταλγούν τις συνθήκες κάτω υπό τις οποίες είχαν εξυφανθεί».
 
Τι σχέση έχει όμως η αξία της μουσικής του Μπογιατζή με το αν ο ίδιος είναι ένας σκεπτόμενος άνθρωπος; Έχει, διότι υπάρχουν ευθείες αντιστοιχίες εδώ. Ο κομπιούτερ, λ.χ., δεν πεθαίνει μόνο σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο: ο υπολογιστής του Random Walk κείτεται νεκρός στο Dead Computer Blues. Παραγκωνίζεται από ραχοκοκαλιά του Sigmatropic ήχου χάριν του κυρίαρχου, πλέον, ηλεκτρισμού των φυσικών οργάνων. Οι στίχοι, επίσης, ακόμα κι αν αρκετές φορές μένουν σε υπαινιγμούς –όπως έγραψε και ο Αντώνης Ξαγάς στη δική του κριτική στο Mic.gr– σε αφήνουν εσκεμμένα στις δικές σου αναρωτήσεις καθώς ακούς τα στιγμιότυπα «εκείνων των ονείρων» να σφυρηλατούνται σε όμορφα Αγγλικά, στα πιο όμορφα ίσως Αγγλικά της εγχώριας αγγλόφωνης έκφρασης: μήπως ο Ιησούς περπάτησε τελικά στους δρόμους της δικής μας Αθήνας, των τελευταίων χρόνων ("When Jesus Walked The Streets Of Athens"); Μήπως εκείνα τα ανταρκτικά σύννεφα ("The Clouds Of Antarctica") είναι τελικά «μακρινές συναυλίες, οπάλινες σπίθες»; 
 
Αν βέβαια θες, μπορείς να αποδομήσεις το Dead Computer Blues με διάφορους τρόπους. Να πεις λ.χ. ότι πορεύεται τελικά στην ευθεία την οποία χάραξε το Dark Outside του 2007. Ότι στην τραγουδοποιία του Μπογιατζή βαραίνει πολύ, ίσως πάρα πολύ, ο David Bowie. Ότι από τα 10 τραγούδια, τα 2 βρίσκονταν ήδη σε δική τους τροχιά: το "Off Hand" είναι παλιότερο κομμάτι των Libido Blume και δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να το ακούσουμε σε αυτήν την εκδοχή, ενώ το "Astral Lullaby" το γνωρίσαμε πριν 4 χρόνια σε ένα ψηφιακό single και δεν (πολυ)πείθει για την οργανική του ένταξη στο εν λόγω σύνολο.
 
Μια τέτοια αποσπασματική ματιά, ωστόσο, μπορεί εύκολα να σε κάνει να χάσεις το δάσος για μερικά δενδρύλλια. Το δάσος δηλαδή που αποτελείται από τις τόσες και τόσες μελωδικές ιδέες που αναβλύζουν εδώ κι εκεί, τα κάμποσα εξαιρετικά τραγούδια, τα καταπληκτικά φωνητικά –τα καλύτερα κατ' εμέ του Μπογιατζή μέχρι σήμερα– το γεγονός ότι, ακόμα κι όταν η επίκληση στον  Bowie είναι ευθεία, αυτό δεν γίνεται ως «μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας», μα ως αφορμή για να φτιαχτεί ξανά μουσική με τις λαμπερές ιδιότητες του Ziggy Stardust. Για να φτιαχτεί, δηλαδή, ένα κομμάτι σαν το "Spaceface (A Slower Rocket)", που προσωπικά με οδηγεί να το τραγουδώ μανιωδώς σε άσχετες φάσεις της καθημερινότητας, ταυτιζόμενος απόλυτα με τον υπόγειο παροξυσμό του ρεφρέν του...   
 

 
Top