Πριν μερικά χρόνια βρέθηκα σε μια μάζωξη μουσικογραφιάδων, όπου ακούστηκε η πρόταση/παραίνεση να ανατραπεί επιτέλους η άποψη ότι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου βγάζει «μόνο καλούς δίσκους». Θυμάμαι ότι συμφώνησα τότε –και σε πρώτο χρόνο συμφωνώ και τώρα. Ένας από τους ρόλους της κριτικής, άλλωστε, είναι να εστιάζει στην ουσία, καταρρίπτοντας τους μύθους που μοιραία σχηματίζονται γύρω από όσους δημιουργούς βρίσκονται (ή βρέθηκαν κάποτε) στο επίκεντρο του καλλιτεχνικού zeitgeist, δημιουργώντας πλατιές συνεναίσεις μέσα στο ακροατήριο. Και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι σίγουρα ένας τέτοιος καλλιτέχνης.
 
Σε δεύτερο χρόνο όμως, αφού κάθισα να ακούσω αυτό το νέο του άλμπουμ αλλά και να αναδράμω στα προηγούμενα, σπάω το κεφάλι μου να βρω ποιοι είναι οι «μη καλοί» του δίσκοι. Γιατί, ενώ πράγματι δεν έχει βγάλει μόνο... Βραχνούς Προφήτες, συνάμα δεν μάς πάσαρε ποτέ κακή ή αδιάφορη δουλειά. Μπορεί δηλαδή από την Βροχή Από Κάτω (2006) και μετά να παρέμεινε κάπως στάσιμος συνθετικά/ηχητικά/ενορχηστρωτικά, όμως κάθε κυκλοφορία του –παρά τις εκάστοτε αδυναμίες– περιείχε ευάριθμα καλά έως και σπουδαία τραγούδια. Ακόμα και το «ανοσιούργημα» της συνεργασίας του με τον Διονύση Σαββόπουλο (Ο Σαμάνος, 2008), που πυροβολήθηκε τότε πανταχόθεν (όχι όμως και από το Avopolis, δες εδώ), ήταν κατάθεση με πολύ ψωμί, κατά τη γνώμη μου. Καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα ότι αισθητά χώλαιναν μόνο οι Μαγγανείες (2012) με τον Γιάννη Χαρούλη, όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει κι εδώ ο φίλος και συνάδελφος Γιώργος Τζαγάκης.
 
Στην Πρόσκληση Σε Δείπνο Κυανίου ο Παπακωνσταντίνου επιχειρεί με μεγαλύτερη στόχευση και συγκέντρωση απ’ ό,τι προηγουμένως να ανακινήσει τα κάπως λιμνάζοντα νερά. Και το κάνει όχι μόνο με τις ενορχηστρώσεις, αλλά και με τις ίδιες τις συνθέσεις. Πολλά από τα τραγούδια του ακολουθούν μια μακρόσυρτη και εμμονικά επαναλαμβανόμενη ανάπτυξη, μοιάζοντας με τζαμαρίσματα ανοιχτών άκρων έτσι όπως ξεπερνούν κάποιες φορές τα 5, 6 ή και 7 λεπτά διάρκειας. Οι μελωδίες, επίσης, αποφεύγουν συνήθως να είναι «στρογγυλές», υπηρετώντας απλά τις ανάγκες της αφήγησης –μιλάμε δηλαδή για μια δουλειά με, ως επί το πλείστον, «αντιτραγουδιστικό» χαρακτήρα. Δεν λείπουν βέβαια και δύο πιο στρωτά τραγούδια, τα οποία, μάλλον όχι τυχαία, ερμηνεύονται από τους παλιόφιλους Μελίνα Κανά ("Amor Fati") και Σωκράτη Μάλαμα ("Ηλιόπετρα").
 
Ως συνήθως στη Θανασέϊκη δισκογραφία, τεράστιο ρόλο στο τι ακούμε έχουν παίξει οι συμμετέχοντες μουσικοί. Γιατί ο Παπακωνσταντίνου έχει καταλάβει καλά –φαίνεται άλλωστε από όλη την πορεία του– ότι ένας από τους τρόπους για να παραμένει σε κίνηση είναι να αλλάζει συχνά συνεργάτες, βγαίνοντας από τις νόρμες που επιφέρει η συνήθεια και η οικειότητα. Και τούτη τη φορά, λοιπόν, δίπλα σε παλιότερους γνώριμους (Σωτήρης Ντούβας, Ανδρέας Πολυζωγόπουλος, Μπάμπης Παπαδόπουλος, Αντώνης Μαράτος κ.ά.) προστίθενται αρκετοί νέοι, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει νομίζω ο Κωστής Χριστοδούλου. Ο οποίος με το πιάνο και τα σύνθια του δίνει μια νέα αίσθηση στον ήχο, ενώ στην έντονα ηλεκτρική ενορχήστρωση σημαντικότατο ρόλο παίζουν και οι κιθάρες του Κώστα Παντέλη. Υπάρχουν πάντως κι άλλοι πολλοί συμμετέχοντες δεξιοτέχνες, οι οποίοι συμβάλλουν στο να βγει η Πρόσκληση Σε Δείπνο Κυανίου ιδιαίτερα πλούσια σε ηχοχρώματα και καλά χωνεμένες αναφορές: από την ποπ μέχρι την τζαζ και την εγχώρια παράδοση κι από το ροκ μέχρι την electronica και ό,τι λέμε «avant-garde».
 
Το μονίμως δυνατό όπλο της τραγουδοποιίας του Παπακωνσταντίνου παραμένει βέβαια ο στίχος του, ο οποίος κρατάει αξιοθαύμαστα τις ισορροπίες. Τούτη τη φορά ένιωσα μάλιστα ότι ο Λαρισαίος δημιουργός άφησε ακόμα πιο αμολητά τα λόγια του: ούτε καν με την ομοιοκαταληξία δεν ασχολείται σε πολλές στιγμές. Επίσης, τα μηνύματά του περνάνε πιο άμεσα, δεν νιώθεις δηλαδή ότι πρέπει να κατεβάσεις την 60τομη εγκυκλοπαίδεια για να καταλάβεις τι θέλει να σου πει. Και μου άρεσε που η θεματολογία κατέβηκε λίγο πιο πολύ «στον δρόμο», σε σχέση με προηγούμενες φορές. Γιατί, πέρα από τις εμμονές του (ο ύπνος, ο θάνατος, η μεταφυσική), ο Παπακωνσταντίνου καταπιάνεται εδώ και με πιο «πεζά» πράγματα: με την επαναστατικότητα της εφηβείας λ.χ. ("Η Αλίκη Στη Χώρα Των Τραυμάτων"), με τον έρωτα ("Ηλιόπετρα"), αλλά και με τον εκφασισμό της σύγχρονης Ελλάδας ("Ο Χομαγιούν Και Ο Βακάρ"). Κι όλα αυτά με τη γνωστή του ποιητική διάθεση, η οποία –σε συνδυασμό με τις όπως πάντα τραχιές μα τόσο ταιριαστές ερμηνείες του– οδηγεί και πάλι σε μια συνολική έκφραση που αναγνωρίζεται άμεσα ως απολύτως δική του.
 
«Χρωστάει επιτέλους έναν πολύ καλό δίσκο ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου», έχω ακούσει κάποιους να λένε. Αν και δυσκολεύομαι να δω την τέχνη με όρους «οφειλής», ακόμη κι έτσι, ο συγκεκριμένος δημιουργός έχει νομίζω από καιρό ξεπληρώσει το όποιο χρέος του απέναντι στο ελληνικό τραγούδι, στους μουσικόφιλους, στο κοινό του· και μπορεί επομένως να κάνει άνετα του κεφαλιού του (όπως έκανε πάντα άλλωστε). Κι αν είναι να μιλάμε για χρωστούμενα από τον Παπακωνσταντίνου, τι να πούμε αλήθεια για άλλους, για συνομηλίκους του που κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου ή για πολύ νεότερούς του, οι οποίοι υποτίθεται ότι κομίζουν φρεσκάδα, ενώ το μόνο που κάνουν είναι να μάς ζαλίζουν από ραδιοφώνου και τηλεοράσεως και μάλιστα στο repeat. 
 
Αυτό που κρατάμε στα χέρια μας τώρα, λοιπόν, αυτό που ακούμε, δεν είναι ένας δίσκος-εξόφληση, αλλά ένας δίσκος-δώρο. Αν δεν μπορούμε να το δούμε, τότε μάλλον δεν μάς αξίζει.
 

{youtube}uXan5RAv3Hc{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured