Μια γραμμένη κασέτα έπαιζε στο αυτοκίνητο καθώς μελαγχολικά διέσχιζα τους δρόμους της Εθνικής. Τα μάτια ήταν τόσο θολά όσο χρειαζόταν να οδηγώ χωρίς κίνδυνο, το αλκοόλ έρεε ελαφρώς στο κορμί μου. Ημασταν συντροφιά μόνο εγώ και τα Διάφανα Κρίνα. Οι τρομπέτες κατευναστικές και οι βαλς ρυθμοί ακολουθούσαν τους υαλοκαθαριστήρες που απλά διευκόλυναν την ορατότητα... Υπάρχουν πολλοί τρόποι και πολλοί ήχοι για να απολαύσεις τη βροχή, όμως, όπως θα 'χετε παρατηρήσει δε λειτουργούν πάντα και για όλες τις "παρόμοιες" στιγμές. Καλό είναι λοιπόν να αφήνουμε το ένστικτο να επιλέγει τις συνοδείες, για τις στιγμές αυτές... Σταμάτησα στη γειτονιά μου - ήταν ήδη ξημέρωμα... Μετά από αυτό το άκουσμα δεν ήταν πια ίδιος ο δίσκος. Πόσες φορές δε σας έχει τύχει;"Πρέπει να'σαι πάντα μεθυσμένος [...] Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή...", στίχοι από πεζό ποίημα του Baudelaire που επέλεξαν τα Διάφανα Κρίνα για να κλείσουν το καλαίσθητο dark βιβλιαράκι τους... Όταν το κρασί είναι ο ιδρώτας, ποίηση ο λόγος και η αρετή πηγάζει από τη ματιά; Τότε χρειαζόμαστε περισσότερο τους ήχους από ανθρώπους που ζουν το ίδιο έντονα όσο εμείς... Έστω κι αν η μία πλευρά αποτελεί το εφαλτήριο για τη στιχουργική έμπνευσή τους. Η μουσική τους, βέβαια, ξεφεύγει ανά στιγμές σε κολασμένα γιορτινά τοπία, πάντα όπως το επιθυμούν: έντονα. Αλλά ας μη γελιόμαστε: Τα Διάφανα Κρίνα εξακολουθούν να συντροφεύουν τα παιδιά με τα μαύρα δωμάτια. Λεπροί που θέλουν χάδια, γυμνές εικόνες, απόγνωση, θυμός, καταχνιά, κατατρεγμένοι που αγκαλιάζουνε σκοτάδια, έρημα δωμάτια... Μόνο που αυτή τη φορά... είναι κάπως διαφορετικά: Το γλυκά μελαγχολικό ηχητικό χάδι τυλίγει περισσότερο τις μελοδραματικές ερμηνείες και ένα συννεφιασμένο πέπλο φαινομενικής ηρεμίας καλύπτει τις μικρές στιγμές αυτής αστροφώτιστης αγκαλιάς, πριν η τρικυμία της ψυχής τους την παρασύρει στους ίδιους κόσμους των σακάτηδων ουρανών, των μαύρων σύννεφων και των τοπίων θλίψης. Σα να ισορροπούν καλύτερα από ποτέ και ως άνθρωποι, χωρίς η ισορροπία να έχει να κάνει με αυτό που η μάζα θεωρεί ως standard. Αυτό είναι ορατό και στιχουργικά, όπου δεν αναλώνονται στα μελοδραματικά τσιμπήματα - φράσεις των πρώτων δύο album που θα επέτρεπαν την άμεση απορρόφησή του από το πονεμένο κοινό (χωρίς άμεσα -αυτοκαταστροφικά μα αληθινά για ορισμένες περιόδους της ζωής μας- συνθήματα και σπαρακτικές διαπιστώσεις όπως "Δεν είναι η αγάπη τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα"). Πιο ώριμο, ίσως περισσότερο επιτηδευμένο στιχουργικά αλλά όχι με την κακή έννοια, μοιάζει να μην ξεπήδησε από ένα "Μπλε Χειμώνα" αλλά από την δική τους -ξεχωριστή πάντα- Άνοιξη που όμως περιγράφει, όπως πάντα, τα πάντα σουρεαλιστικά και διογκωμένα, και ίσως χάνεται και σε λεκτικούς συνδυασμούς που απλώς ενισχύουν την πεσιμιστική διάθεσή μας, χωρίς ούτε να την τσιτώνουν, ούτε να την κατευνάζουν. Με λίγα λόγια αυτή τη φορά συνθέτουν απλά την ατμόσφαιρα και τις εικόνες.Ας τα πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Οι "Μικρές Αλήθειες" (που προσφέρουν δωρεάν τα Διάφανα Κρίνα σε mp3 σε όλους τους αναγνώστες του Avopolis) ξεκινούν με δυνατές κιθάρες και σύντομα μια οικεία γλυκειά μελωδία αναλαμβάνει να συνοδέψει το τραγούδι ως τα μισά, μέχρι να το αναλάβουν -αναμενόμενα- τρομπέτα και κιθαριστικές κορυφώσεις στο στυλ τους. Ίσως η πιο σπαρακτική στιγμή του album. Ήρεμα και ακόμα πιο γλυκά συνεχίζει η "Νύχτα", ένα βαλσάκι στη γνωστή noir ατμόσφαιρα ακολουθεί ρυθμικά στα χνάρια του Βάλτε να Πιούμε. Το πιανο του Θάνου Ανεστόπουλου λειτουργεί κατευναστικά όσο οι γνώριμες κιθάρες φεύγουν κι έρχονται.Για τη συνέχεια οι ρυθμοί ανεβαίνουν ελαφρώς για να αναδυθεί μια περίεργη ευφορία από την εκφορά (παρά τη θεματολογία) των στίχων και τη σύνθεση του "Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ'την κόλαση" (ένα κομμάτι που είχαμε ακούσει -αν θυμάμαι καλά- από τον Ιανουάριο του 99 στο Ρόδον). Ξαφνικά στη μέση ξεφυτρώνει η παραπονιάρικη τρομπέτα για να κόψει το ρυθμό και να τον δυναμώσει ευθύς αμέσως σε ένα -προσωρινό- κλασικό -και ίσως ρουτινιάρικο- θορυβώδες ροκ ξέσπασμα.Το "Τα γλυκά απελπισμένα σου αντίο" που ακολουθεί, αγγίζει εξίσου γλυκά και δραματικά, και οι κιθάρες -στο τέλος- λυσσομανούν, και το "Το σώμα αυτό είναι δειλό" χαρακτηρίζεται από τη χαμηλότονη, τρεμάμενη, μελοδραματική ερμηνεία του Θάνου Ανεστόπουλου, το υποβλητικό όργανο και κάποιες καλές ιδέες στην παραγωγή. Από τα κομμάτια που σε προκαλούν να χαθείς μέσα τους σιγά σιγά. Ακολουθεί το πιο γρήγορο κομμάτι του δίσκου ("Στο πλάϊ σου"), γυρίζοντας μας στις νεοκυματικές εμμονές του πρώτου δίσκου. Ταπεινή μου γνώμη είναι ότι δεν πλησιάζει τις καλύτερες τους, χωρίς να σημαίνει ότι είναι ένα άσχημο κομμάτι -κάθε άλλο. Δυστυχώς, αυτό είναι και το κομμάτι που θα ακουστεί, αλλά αυτό δε μας πειράζει, έτσι δεν είναι; Το "Σ'ένα όνειρο από χιόνι", διαπνέει μια γνώριμη, γλυκειά ακουστική κιθαριστική μελωδία που -μαζί με το δειλό πιανάκι- επίσης αποτελεί ένδειξη του "ξανοίγματος" του ήχου τους. Το "Απ' τ' άπειρο σε σένα" ανήκει σίγουρα στις κορυφαίες τους στιγμές, αν και είναι δύσκολο κανείς να προβεί σε τέτοιους διαχωρισμούς. Ξεκινά μελαγχολικά με ακουστική κιθάρα και τρομπέτα, ξεσπάει σε γρήγορους ρυθμούς και επανέρχεται στους πένθιμους αργόσυρτους παλμούς. Τη γλυκά μελαγχολική μυρωδιά βρίσκουμε και στις "Στιγμές", μια εξίσου καλή στιγμή που καταλήγει σιγά σιγά και αναμενόμενα σε μια βρώμικη ρυθμική κορύφωση με τις κιθάρες να λυσσομανούν. Το τέλος έρχεται εξίσου γλυκά. Το "Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι" αποτελεί μελοποίηση ποιήματος του Κώστα Ουράνη. Οι πανηγυρικές τρομπέτες, το αμυδρό πιανάκι και η ακουστική κιθάρα ντύνουν μινιμαλιστικά ένα πένθιμο, μακάβριο θέμα που όμως κρύβει ένα ιδιότυπο -πικρό- χιούμορ. Ισως η πιο συγκινητική και ανθρώπινη στιγμή.Εν πολλοίς, οι συνιστώσες που καθορίζουν το υλικό του του (πανέμορφου τίτλου) "Ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές" είναι και πάλι η (ίσως αδιέξοδη) μανιοκατάθλιψη και ο ιδιότυπος λυρισμός που διαπνέει ήχο και λόγια. Οι μαθητές της πεσσιμιστικής σχολής επενδύουν αυτή τη φορά στις εικόνες παρά στις διαπιστώσεις. Η μουσική από την άλλη, αναμένει μόνιμως να ξεφύγει. Όχι και τόσο υπομονετικά, περιμένει το τέλος των μελoποιημένων ποιημάτων ουσιαστικά (των δύο μελών: του Θάνου Ανεστόπουλου και του Παντελή Ροδοστόγλου) για να απελευθερωθεί και να αυτοσχεδιάσει. Έτσι σχεδόν πάντα οι αναπτύξεις είναι μακρόσυρτες και επίσης σχδόν πάντα οι κιθάρες βρωμίζουν κάποια στιγμή τον ήχο ανελέητα σχηματίζουντας ένα περίεργο συννεφιασμένου λυρισμού και ελληνοροκάδικης αισθητικής. Δεν υπάρχει όμως ούτε ο οργανικός εκλεκτικισμός του δεύτερου album και οι πολλές διαφορετικές τάσεις, ενώ μόνο οι τρομπέτες και περιστασιακά το πιανάκι ή το δειλό όργανο μοιάζουν να χρωματίζουν ή να αναδύονται από χαοτικές στιγμές. Η φωνή του Θάνου Ανεστόπουλου είναι, πλέον, περισσότερο γυμνή από ποτέ. Σταθερή, πιο φυσική, γήινη, ανθρώπινη, χωρίς διφωνίες, βρίσκεται πιο κοντά σ'αυτό που ακούμε live αλλά λιγότερο κοντά σ'αυτό που συμπαθούσα περισσότερο. Προσωπική, άλλωστε, η γνώμη. Η παραγωγή, τέλος, μοιάζει να πήρε κάτι από τη φινέτσα αλλά όχι από την ουσία του Coti K., αλλά η πολυμορφία είναι εκείνη που θα εξύψωνε το συγκεκριμένο υλικό, χωρίς να σημαίνει ότι τα effects και οι ουκ ολίγες ιδέες που ντύνουν ακόμα και τις νεοκυματικές τους αναμνήσεις και τις μετα-πανκ κιθάρες, δεν ντύνουν πανέμορφα τα υποσυνείδητα φαντάσματα που τους κυριεύουν.Συμπερασματικά, το "Ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές" αποτελεί αδιαμφισβήτητα μία από τις κορυφαίες ελληνικές κυκλοφορίες της χρονιάς και ουσιαστικά περνά με επιτυχία το test του λεγόμενου "κρίσιμου τρίτου album". Ποιητικό, είτε κατανυκτικό, είτε οργισμένο, κρύβει τη συνήθη υπαρξιακή οδύνη και τα σκοτεινά ταξίδια τους σε ήχους που αποκαλύπτονται σιγά σιγά. Ένα album που θα ικανοποιήσει -έστω και πιο καθυστερημένα- τους λάτρεις της μουσικής τους και πολλούς ακομπλεξάριστους μουσικόφιλους. Για κάποιους, δε, ίσως έχει ακόμη πιο μεγάλη -προσωπική- σημασία.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured