Το δεύτερο άλμπουμ των Hotel Lux που ακολουθεί μετά το εντυπωσιακό τους ντεμπούτο Hands Across The Creek του 2023 από την αρχή μέχρι το τέλος του είναι σαν να του ζητάει να σταθείς όρθιος να αντέξεις, να τους καταλάβεις, να πάρεις μια ανάσα μπίρας, να κοιτάξεις γύρω σου και να παραδεχτείς ότι η Βρετανία που καίγεται, που στενεύει τα σύνορά της, που γκρεμίζεται από μέσα, εξακολουθεί να βγάζει τραγούδια με νεύρο, χιούμορ και ταξική μνήμη.
Ο τίτλος Τhe Bitter Cup δανείζεται το όνομά του από μια μπαλάντα του Billy Childish, αλλά το περιεχόμενο κάθε άλλο παρά μπαλάντα είναι, αφού πρόκειται για ωμό, ιδρωμένο post-punk που χτυπά σαν σπασμένο ποτήρι στο πάτωμα της pub, χωρίς ίχνος νοσταλγίας ή ευγένειας. Αυτή η περίεργη πεντάδα από το Portsmouth, γαλουχημένη στο Windmill του Νότιου Λονδίνου (εκεί όπου κάποτε ξεκίνησαν οι Scritti Politti, Stereolab, Bloc Party, Black Midi και Black Country, New Road) πιάνει το νήμα του post-punk όχι για να κάνει κάποιο revival, αλλά σαν να θέλει να δώσει μια άλλη συνέχεια που άλλοτε φέρνει στο μυαλό τον Devoto και τους Magazine της τελευταίας τους εποχής, άλλοτε τους The Dancing Did (χωρίς τους θρύλους) κι άλλοτε τους Fall και τον Mark E. Smith (ανεξαρτήτου εποχής), μόνο που αυτά τα φαντάσματα μπορεί να είναι παρόντα, αλλά δεν κάνουν κουμάντο.
Επίσης, οι Hotel Lux δεν παριστάνουν τους χαμένους. Ο Lewis Duffin τραγουδά σαν να έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι και συνεχίζει να ζητά κι άλλο. Οι κιθάρες των Sam Coburn και Max Oliver είναι κοφτερές αλλά όχι επιδεικτικές, το βιολί και το όργανο του Dillon Home δίνουν μια σχεδόν μεθυσμένη μελωδικότητα, ενώ τα τύμπανα του Craig MacVicared κρατούν το σύνολο δεμένο στο έδαφος... Στο πάτωμα της pub, όπως είπαμε, και όχι κάποιας ακαδημαϊκής σκηνής. Το The Bitter Cup είναι δική τους παραγωγή (και κυκλοφορία) και ηχογραφήθηκε live μέσα σε τέσσερις μέρες. Αυτό μπορεί να ακούγεται ως μια γρήγορη προχειρότητα, αλλά στην πράξη όταν ακούς το άλμπουμ δίνει μια άλλη υπόσταση, εκείνη του "επείγοντος". Χωρίς καμία οικονομική στήριξη για να φτιάξουν τον δίσκο, η μπάντα αναγκάστηκε να δουλέψει μέσα σε ασφυκτικούς περιορισμούς. «Το άλμπουμ γράφτηκε κυρίως σε ένα μπαρ που διατηρούσα στο Peckham, γιατί δεν είχαμε χρήματα ούτε για χώρο πρόβας, και σχεδόν ολόκληρο ηχογραφήθηκε live μέσα σε τέσσερις εξαντλητικές μέρες», λέει ο Home. Το αποτέλεσμα είναι κάτι αναπόφευκτα πιο τίμιο, πιο ωμό και, κάποιες φορές, επίτηδες άσχημο. Δέκα κομμάτια, το ένα καλύτερο από το άλλο, που μιλούν για γειτονιές που αλλάζουν χωρίς να ρωτούν ("Costermonger" ένα μικρό αριστούργημα για το gentrification της Μεγάλης Βρετανίας), για τον υπαρξιακό φόβο που γίνεται ρεφρέν-μαχαίρι στο "Fear", για απώλειες που συσσωρεύονται στο εξαιρετικό "Another One Gone". Και μετά η ίδια η "πικρή κούπα" του Childish, σαν μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι η παράδοση αυτή δεν χαρίστηκε ποτέ, κερδήθηκε με αγώνες και κόπο.
Στο σύνολό του, ο δίσκος λειτουργεί σαν ηλεκτρικό ταρακούνημα στο πολιτικό και κοινωνικό status quo, αλλά χωρίς κανένα μίζερο δάχτυλο στον αέρα. Εδώ υπάρχει rock 'n' roll, northern soul, pub-rock, χορωδίες που μοιάζουν να βγήκαν από μεθυσμένο πλήθος, στίχοι για συλλογικότητα και συνείδηση. Αν ακούσεις από μακριά Sleaford Mods ή Kae Tempest, μπορεί και να μην κάνεις λάθος, αλλά το πνεύμα στους Hotel Lux είναι λιγότερο πικρό και συχνά, χάρη και στην αιθανόλη, σχεδόν ευφορικό.
Το The Bitter Cup δεν υπόσχεται λύσεις. Υπόσχεται όμως κάτι πιο σπάνιο: ενέργεια, αξιοπρέπεια και την αίσθηση ότι το post-punk μπορεί ακόμη να μιλά για το τώρα χωρίς να κοιτάζει διαρκώς πίσω και βασικά, χωρίς να παγιδεύεται σε βλαμμένα "dark" κλισέ. Ειδικά, όταν κάποιες στιγμές, χαμηλώνει τον ρυθμό και αφήνεται σε πιο αργές, μελαγχολικές διαδρομές, εκεί όπου η συλλογική παρακμή και η δυσλειτουργία μοιάζουν λιγότερο με πολιτικό σχόλιο και περισσότερο με κάποιο όνειρο που ξεθωριάζει. Το "Evelyn" θρηνεί σιωπηλά τα άδεια ναυπηγεία, κάποτε ζωντανή φλέβα της βρετανικής κουλτούρας, τώρα βιομηχανικά κουφάρια που περιμένουν να μεταμορφωθούν σε εμπορικά πάρκα. Το ακορντεόν αιωρείται σαν πένθιμη ανάσα, χαρίζοντας στη σκηνή μια σχεδόν τελετουργική, απόκοσμη ελαφρότητα. Και στο κλείσιμο, το "Nod (to the Retrospect)" κατεβάζει απαλά την αυλαία, με μια γλυκόπικρη αποδοχή ότι οι ιστορίες και οι μνήμες ανήκουν κυρίως σε αυτό που έχει ήδη περάσει, σαν φως που μένει λίγο ακόμη στον τοίχο, αφού η μέρα έχει φύγει.
Στο τέλος, το The Bitter Cup μοιάζει με εκείνη την τελευταία μπύρα στο pub λίγο πριν κλείσει: όχι επειδή διψάς ακόμη, αλλά επειδή ξέρεις πως αν φύγεις τώρα, κάτι θα μείνει μισό. Οι Hotel Lux σηκώνουν το ποτήρι χωρίς πρόποση, χωρίς μεγάλα λόγια, μόνο με την ήσυχη αξιοπρέπεια ανθρώπων που ξέρουν ότι η χώρα τους αλλάζει, οι γειτονιές τους αδειάζουν και οι ιστορίες τους μπορεί να γερνάνε μαζί τους, αλλά το τραγούδι, όσο παίζεται δυνατά και συλλογικά, εξακολουθεί να κρατά ζεστά τα δωμάτια. Κι έτσι, ανάμεσα σε καπνό, γέλια και μια ελαφριά πίκρα στη γλώσσα, αυτός ο δίσκος μας ζητάει να μην σβήσουμε τα φώτα πριν τελειώσει η μουσική.






