Σε μια μουσική εποχή που τα hyped ονόματα φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν με ταχύτητες άδετου μπαλονιού, μια πρώτη επιτυχία των Vampire Weekend είναι το ότι κάθε κυκλοφορία τους αποτελεί μέγα δισκογραφικό γεγονός εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια. Η τετράδα από τη Νέα Υόρκη, που στην πορεία έγινε τριάδα, πάντα φρόντιζε να εμπλουτίζει τον ήχο της με στοιχεία που ξεφεύγουν από τις στερεοτυπικές νόρμες αυτού που αποκαλούμε indie, ποντάροντας σε απροσδόκητες προσμίξεις ήχων με γέφυρες τόσο γεωγραφικές, όσο και χρονικές, μήκους συχνά αξιοσημείωτου. Κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίσει για την πάρτη της μια γωνιά στον σύγχρονο μουσικό χάρτη η οποία απέχει αρκετά από την τοποθεσία οποιασδήποτε άλλης μπάντας ή μουσικού, εισερχόμενη έτσι στην προνομιακή κατηγορία εκείνων που συγκρίνονται μόνο με τον εαυτό τους.

Ακόμα και μετά από μια κυκλοφορία σαν το Father of the Bride, το αξιόλογο μα κάπως φλύαρο και αποπροσανατολισμένο άλμπουμ του 2019, στο οποίο ο χρόνος δεν έχει φερθεί με τον καλύτερο τρόπο, το ενδιαφέρον για το επόμενο βήμα των Vampire Weekend δεν εξασθένησε. Ο δίσκος εκείνος (ο πρώτος που γράφτηκε και κυκλοφόρησε μετά την αποχώρηση του πολύτιμου Rostam Batmanglij) λογίζεται πια ως ένα σχετικά ευχάριστο (μεν) λοξοδρόμημα (δε) από την μέχρι τότε ηχητική πορεία της μπάντας, δοκιμάζοντας αρκετά διαφορετικά πράγματα, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία. Ήταν, επομένως, άξιο απορίας μέσα στους κύκλους της κοινότητας που ακολουθεί τους Αμερικανούς το ποια θα ήταν η επόμενη κίνησή τους και προς ποια μουσική κατεύθυνση θα στρέφονταν.

Η κυκλοφορία του Only God Was Above Us έδωσε φυσικά όλες τις σχετικές απαντήσεις, οι πρώτες από τις οποίες παρασχέθηκαν ήδη από τα singles που προηγήθηκαν του δίσκου και που προκάλεσαν έναν γενικευμένο ενθουσιασμό: έχουμε να κάνουμε με μια κανονικότατη επιστροφή στους ήχους της πρώτης τριλογίας, η οποία συγχρόνως συνοδεύεται από διακριτικές διαφοροποιήσεις στις ενορχηστρώσεις και φρέσκες πινελιές στην παραγωγή, που φέρνουν τον δίσκο στο 2024 και τον καθιστούν ανανεωμένο «τόσο-όσο», σε σχέση με όσους προηγήθηκαν.

Το παραπάνω γίνεται εμφανές σε στιγμές σαν το “Classical” -αδιαμφισβήτητο highlight σε έναν δίσκο πλούσιο σε εκπληκτικά κομμάτια. Το riff της εισαγωγής παραπέμπει στη μελωδική φρασεολογία του ντεμπούτου και «φωνάζει» το όνομα της μπάντας, ο τρόπος όμως που χτίζεται ενορχηστρωτικά το κομμάτι (με αποκορύφωμα το ανατριχιαστικά σπιρτόζικο πιάνο, τις συγχορδίες των έγχορδων και το jazz σαξόφωνο στη γέφυρα) προάγει τη σύνθεση σε κάτι ξεχωριστό από οτιδήποτε έχουμε ακούσει στο παρελθόν, ενόσω το συγκρότημα σχεδόν καταφέρνει να μας γεμίσει με τύψεις για τον θαυμασμό των κλασικών μνημείων, τα οποία στην εποχή τους αποτέλεσαν προϊόν σκληρότητας και καταπίεσης.

Αντίστοιχο παράδειγμα είναι και το “Capricorn”, lead single του δίσκου. Ακούς τη μελωδία στο πιάνο μετά τα ρεφρέν -κατευθείαν βγαλμένη από τα κλασικά ευρωπαϊκά πεντάγραμμα του 18ου αιώνα- και τα έγχορδα που ακούγονται στο μεγαλύτερο μέρος του κομματιού και βλέπεις αμέσως τη σύνδεση με κομμάτια σαν το “Taxi Cab” μέσα από το Contra (2010). Έρχεται όμως η ώρα της παραμορφωμένης κιθάρας και μεταφέρεσαι στην τριλογία του Βερολίνου ή κάποια άλλη απο τις παραγωγές του Brian Eno από την 1970s περίοδό του.

Για να μην πιάσουμε ένα ένα τα κομμάτια, ας πούμε ότι ο δίσκος βρίθει από ποικίλες επιρροές, άλλοτε γνώριμες και άλλοτε πρωτόγνωρες για τα δεδομένα των Vampire Weekend: κλασική μουσική, αφρικανική ρυθμολογία, ψυχεδέλεια, art rock κιθάρες, hip hop γκρούβες, jazz αρμονίες, ντραμιστικά rudiments, ska τρέλα και ένα σωρό άλλα στοιχεία που συνθέτουν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό το οποίο δεν ολισθαίνει ούτε στιγμή στη μονοτονία του οικείου, συνδυάζοντας τα ασυνδύαστα και κρατώντας τον ακροατή σε διαρκή εγρήγορση. Φανταστείτε, για παράδειγμα, μια old school, boombox ρυθμική βάση προερχόμενη από τα βάθη των 90s, jazz πιάνο, chamber pop έγχορδα και συγχρόνως κιθάρες και drum breaks βγαλμένα από την psych φάση των Beatles στα ύστερα 1960s, όλα μέσα στο ίδιο κομμάτι. Κι αν δυσκολεύεστε να συλλάβετε πώς μπορεί να ακούγεται ένα τέτοιο παράδοξο μίγμα, δεν έχετε παρά να ακούσετε το “The Surfer” -μια mid tempo στιγμή στα μέσα της tracklist που έρχεται να προετοιμάσει το έδαφος για τον σαρωτικό δυναμίτη που ακούει στο όνομα “Gen-X Cops” και που κονταροχτυπιέται με το “Classical”, το “Mary Boone” και μερικά ακόμη για τον τίτλο της κορυφαίας σύνθεσης του δίσκου.

Σε αυτό το «μερικά ακόμη» θα πρέπει να σταθούμε λίγο, για να κάνουμε μια ειδική μνεία στον τρόπο που κλείνει το Only God Was Above Us. Ο λόγος για το 8λεπτο “Hope”, το οποίο ηχεί ως ένα αυτοστιγμεί εμβληματικό φινάλε -και όχι εξαιτίας κάποιου είδους αξιώματος που θέλει τη μεγάλη διάρκεια ενός κομματιού να αποτελεί διαπιστευτήριο ποιότητας. Πρόκειται για μια μουσικά απλή πλην στιβαρή μελωδική κατάθεση, αλλά και για μια στιχουργικά γλυκόπικρη κατάληξη που λειτουργεί εξαίσια ως δύναμη αποσυμπίεσης ενός δίσκου γεμάτου από πολύπλοκες δομές και αρκετές εντάσεις. Είναι ένα από τα κομμάτια που πιθανότατα θα αποκτήσουν μακρά υστεροφημία ως fan favorites, μέσα σε έναν κατάλογο ήδη πλούσιο σε εντυπωσιακό υλικό στα 16 χρόνια της δισκογραφικής δραστηριότητας της μπάντας.

Ανάλογο αναμένεται να είναι και το αποτύπωμα του Only God Was Upon Us, συνολικά. Θα αποτελέσει έκπληξη εάν ο μουσικόφιλος του μέλλοντος δεν αποτιμήσει έναν δίσκο τόσο πυκνό σε ατόφια μουσικότητα, συνθετική υπεροχή και δημιουργική επιμέλεια ως έναν από τους πλέον εξέχοντες στην λίστα των κυκλοφοριών των Vampire Weekend, όπως αντίστοιχα και στη δισκογραφική σοδειά του 2024.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured