Αν και στη μέχρι σήμερα μουσική της διαδρομή η St. Vincent άλλαξε διάφορα ηχοχρώματα, η συνεκτική ουσία όλων των δίσκων της ήταν η γόνιμη αφομοίωση των πάγιων art rock και art pop επιρροών της και η μετεξέλιξη της κληρονομιάς τους σε κάτι το σύγχρονο και εμπροσθοβαρές. Στον έκτο solo δίσκο της, ωστόσο, η χαρισματική κιθαρίστρια και τραγουδοποιός δίνει την αίσθηση ότι επιχειρεί να εισέλθει σε μια νέα φάση στη δισκογραφία της, από την οποία για πρώτη φορά απουσιάζει η art εκκεντρικότητα, ο pop πειραματισμός και το ιδιοσυγκρασιακό avant-garde στοιχείο που χαρακτήριζε τόσο έντονα τις προηγούμενες δουλειές της.

Στο Daddys Home –τίτλος που αναφέρεται στην αποφυλάκιση του πατέρα της μουσικού και την επιστροφή του στο σπίτι– οι συνήθεις ύποπτοι Kate Bush και David Byrne διαγράφονται από τη λίστα των αναφορών της και αντικαθίστανται από έναν ήχο συντονισμένο σε συχνότητες από τα βάθη της δεκαετίας του 1970, ο οποίος μετά βίας δείχνει προθυμία να συνδιαλεχθεί με το παρόν. Απεναντίας, πρόκειται για δίσκο εμμονικά, θα έλεγε κανείς, προσκολλημένο στο ρετρό, ο οποίος ηχεί ως μια μουσική ανθολογία της εν λόγω δεκαετίας, αναπαράγοντας ένα σωρό κλισέ του rock και της soul της εποχής –πιο χτυπητό, ίσως, παράδειγμα τα πανταχού παρόντα και τοποθετημένα με εντελώς παλιομοδίτικο τρόπο γυναικεία back vocals, που έχουν εκλείψει από τη soul εδώ και δεκαετίες.

Tο πρώτο single του δίσκου και πιο προβεβλημένο μέχρι στιγμής κομμάτι του, “Pay Your Way In Pain”, μοιάζει βγαλμένο μέσα από το δισκογραφικό πέρασμα του David Bowie από τη soul με το Young Americans˙ προσέξτε τον τρόπο που εκφέρονται οι λέξεις “pay” και “pain” στις καταλήξεις των στίχων, παραπέμποντας στο “Fame” από τον δίσκο του 1975. Το τρίτο και ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, από την άλλη, δανείζεται τo βραδυφλεγές του groove και τα synths του πρώτου μέρους από την παρακαταθήκη του Stevie Wonder. Ενώ στο αιθέριο “Live In The Dream”, ο δίσκος κάνει βουτιά στα prog απόνερα των Pink Floyd –πού να πρωτοσταθεί κανείς: η σύνθεση βροντοφωνάζει The Dark Side of the Moon (το οποίο μάλιστα εξασφάλισε και στιχουργική αναφορά και στο δεύτερο single του δίσκου “The Melting of the Sun”), οι στίχοι ξεκινούν με “Hello…” θυμίζοντας αναπόφευκτα το “Comfortably Numb”, ενώ η φωνή που ακούγεται στο βάθος στο 5:01 και στο 5:12 δεν μπορεί παρά να οδηγήσει συνειρμικά στο ανατριχιαστικό “Great Gig In The Sky”.

Όλα τα παραπάνω παραδείγματα, παρότι ενδεικτικά της ξεκάθαρης αναβιωτικής στόχευσης του δίσκου και σε καμία περίπτωση μοναδικά, θα είχαν καταφέρει να με απωθήσουν εάν -plot twist- το Daddys Home δεν ήταν τόσο εξονυχιστικά δουλεμένο, σε βαθμό που να θέτει υποψηφιότητα για την καλύτερη παραγωγή των τελευταίων χρόνων στα ευρύτερα pop λημέρια. Η γνωστή συνθετική δεινότητα της St. Vincent, σε συνδυασμό με το μαγικό ραβδί του Jack Antonoff (ο οποίος συνυπογράφει την παραγωγή και κάποιες από τις συνθέσεις), έχουν ως αποτέλεσμα έναν πολυεπίπεδο ήχο με αμέτρητες στρώσεις και λεπτομέρειες που «κεντάνε» σε όλα τα πλάτη και μήκη των ηχογραφήσεων, με τρόπο υποδειγματικό. Έτσι, υπερτονίζονται οι αρετές έξοχων κομματιών σαν το “Down And Out Downtown” με την υπέροχη ψυχεδελική του soul (σεμιναριακού επιπέδου μίξη και ενορχήστρωση), ή το “Down”με την εθιστική funky ρυθμολογία του, ενώ ακόμα και πιο αδύναμες στον σκελετό τους συνθέσεις, σαν το “The Laughing Man” ή το οριακά cheesy “My Baby Wants A Baby”, διασώζονται χάρη στην προστιθέμενη αξία που τους έχει γενναιόδωρα προσδώσει η κονσόλα. Την ίδια στιγμή, τα περίφημα κιθαριστικά solo της Annie Clark –που δεν λείπουν ούτε από αυτόν τον δίσκο– αποκτούν νέα, ραφιναρισμένη χροιά, με εκείνο στο outro του “Live In The Dream” να ξεχωρίζει. Στο συμπαθέστατο δε “Somebody Like Me”, ένας και μόνο στίχος (“Walk straight down the aisle / To the violin strings”) πυροδοτεί ένα ξαφνικό κρεσέντο εγχόρδων, το οποίο σβήνει μετά από τρία δευτερόλεπτα και δεν επανέρχεται. Τίποτα –κυριολεκτικά τίποτα– δεν είναι αφημένο στην τύχη του˙ όποια σπιθαμή του δίσκου κι αν πιάσεις στα 43 του λεπτά, είναι βάλσαμο για το αυτί. Τέτοια είναι η ποιότητα της παραγωγής του.

Έπειτα από επανειλημμένες ακροάσεις, το Daddys Home αποκαλύπτεται ως κάτι περισσότερο από έναν «δίσκο παλαιάς κοπής», επιβιβασμένο στο βαγόνι της ρετρομανίας. Φαντάζει σαν ένα art project πάνω στη δεκαετία του 1970 ή ίσως ένα OST προορισμένο για ταινία που απεικονίζει την εποχή, πλην όμως αριστοτεχνικά δουλεμένο και απέχον παρασάγγας από τη λογική της προχειρότητας ή της επιφανειακής ανακύκλωσης γνώριμων συνταγών που προσβλέπουν στην εύκολη σαγήνη της οικειότητας. Και παρόλο που εξακολουθεί να εγείρει το ερώτημα κατά πόσο η φύση του αυτή συνάδει με τις ανάγκες της σύγχρονης, φτωχής σε φρέσκες ιδέες pop πραγματικότητας, τελικά αποδεικνύεται ικανό να «τουμπάρει» εκείνους που ιεραρχούν την ποιότητα της μουσικής ψηλότερα από την ικανότητά της να προτείνει νέες κατευθύνσεις. Και εν πάση περιπτώσει, εδώ άλλοι χτίζουν καριέρες εξ’ ολοκλήρου πάνω στην αναβίωση˙ αν κάποια δικαιούται ένα διάλειμμα από την αυτόφωτη δημιουργία, ας είναι η St. Vincent.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured