View More

Matt Berninger - Serpentine Prison

Αρκετά διαμαντάκια από τον frontman των National, σερβιρισμένα με ιδανική ισορροπία folk μελαγχολίας και soul ζεστασιάς, για τα ήρεμα κυριακάτικα πρωινά, αλλά και τα (πιο δύσκολα) ήσυχα βράδια. 

Label
Book's Records
Κυκλοφορία
2020
Βαθμολογία
7,5/10
Τάσος Βογιατζής
Τάσος Βογιατζής

Θα μπορούσε να ενταχθεί εύκολα στην πληθώρα όσων από κάποια στιγμή και μετά στα προσωπικά τους project παρκάρουν τις μεσόκοπες folk μπαλάντες τους, αναζητώντας τη σύνδεση με το παρελθόν, τους γονείς και τα ακούσματά τους. Ο frontman των National, όμως, στο προσωπικό και πιο ώριμο άλμπουμ του, παρότι ξεκινάει από μια επιθυμία να φτιάξει ένα άλμπουμ κοντά στα ακούσματα που είχε ως παιδί στο σπίτι, δεν το έπαιξε ιδιαίτερα safe. Μάλιστα, ίσως αυτό το (χαλαρό) άλμπουμ να κάνει και καλό και στην πορεία των National που νιώθεις ότι έχει μπει ελαφρώς στον αυτόματο και σε κατηφορικό δρόμο.

Εντάξει, μην περιμένετε δραστικές αλλαγές. Η αισθητική βάση αυτού του άλμπουμ είναι οι πρώιμες folk-rock μπαλάντες των National. Υπάρχει, όμως, ένας καταλύτης, κι αυτός είναι ο θρυλικός μουσικός από το Memphis, Booker T. Jones (των Booker T. & The M.G.’s). Πριν δέκα χρόνια, ο τελευταίος κάλεσε τον Berninger να τραγουδήσει ένα κομμάτι στο άλμπουμ του, The Road From Memphis. Ο Berninger είχε ξεκινήσει να δουλεύει μια ιδέα ενός άλμπουμ διασκευών και σκεφτόταν να καλέσει σ' αυτό τον Jones, ο οποίος είχε κάνει την παραγωγή στο Stardust του Willie Nelson, μια συλλογή με standards και αγαπημένο δίσκο των γονιών του. Κάποια στιγμή υποθέτουμε ότι θα κυκλοφορήσει αυτό το άλμπουμ με τις διασκευές. Από εκεί, όμως, προέκυψε αυτό το άλμπουμ με το νέο υλικό.

Ο Jones έκανε την παραγωγή και είναι παρών σε πολλά κομμάτια, παίζοντας πιάνο, μπάσο και κυρίως hammond - το σήμα κατατεθέν του ήχου του. Ουσιαστικά δίνει τον τόνο εδώ και πραγματικά είναι μοναδική η συνύπαρξη των δυο τους - άλλοτε η συνεργασία τους τον κάνει πιο bluesy, άλλοτε πιο soul, πολλές φορές φτάνει στην alt.country, αλλά το βέβαιο είναι ότι ο χαρακτηρισμός soulful διαπερνά ακτινωτά ολόκληρο το άλμπουμ, όπου κι αν κινείται. Η παραγωγή εδώ δίνει ζεστασιά, βάθος και μια αίσθηση του γνώριμου, της ηρεμίας του κυριακάτικου πρωινού. Αν είναι και βροχερό, από αυτά στα οποία δεν θέλεις να κάνεις τίποτα άλλο από το να χαζεύεις στο παράθυρο, ακόμα καλύτερα. Ακόμα, όμως, κι αυτή η γειωμένη άποψη θα μπορούσε να παγιδευτεί σε μονολιθικά μονοπάτια αν δεν άφηνε ακόμα και την ενορχηστρωτική μεγαλοπρέπεια κάποιων σημείων να αναπτυχθεί δίπλα στο βαρύτονο της φωνής του Matt Berninger. 

Το κυριότερο, δε, είναι ότι γι' αυτό εδώ το άλμπουμ ο ίδιος κράτησε μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες συνθέσεις που έχουμε ακούσει εδώ και αρκετό καιρό και τις έντυσε με τους γνωστούς αινιγματικούς στίχους, με έξυπνες ατάκες ("My eyes are T-shirts / they're so easy to read / I wear 'em for you / but they're all about me"), με προσωπικές εμπειρίες που κάπου έχουν ειπωθεί ξανά, αλλά τις αντιμετωπίζεις σαν αυτές των παλιόφιλων. Τραγουδάει για θέματα όπως η αποξένωση των συντρόφων, αλλά και πολλά που θα περίμενε πλέον κανείς από την πιο sober και ώριμη εκδοχή του. Ως προς τις συνθέσεις, το γοητευτικά νηφάλιο "Distant Axis", που έγραψε μαζί με τον Walter Martin των Walkmen, στέκεται επάξια (και όχι μόνο αισθητικά) δίπλα στο "The Crane Wife" των Decemberists (στην εκδοχή των Marianne Faithfull και Nick Cave). Το “One More Second”, με το υπέροχο πιάνο και το όργανό του είναι ο αναπάντεχος, οργανικός / soul διάδοχος του "Cherry Blossom Girl" των Air που θα ακούς στο repeat τις βροχερές μέρες, ενώ στο χορταστικό αλλά ανεπιτήδευτα απλό “Loved So Little” είναι μοναδική η συνύπαρξη του βιολιού του Andrew Bird με τo πιάνο και το hammond του Booker T. 

Γίνεται ολόκληρη παρέλαση συνεργατών εδώ (βρίσκουμε τον Scott Devendorf των National, τους Walter Martin και Matt Barrick των Walkmen, την μπασίστρια του David Bowie, Gail Ann Dorsey, τον Andrew Bird κ.α.), αλλά το βασικό είναι ότι ο Matt Berninger βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα εδώ γι' αυτό που επιχειρεί να κάνει. Το πιο εύκολο για μια κριτική είναι η αποδόμηση με βάση τα ελαττώματα και για τον αναγνώστη η απλοϊκή απάντηση στο αιώνιο ερώτημα "είναι καλό ή όχι". Μάλλον άχρηστα όλα αυτά σε ένα άλμπουμ που περιβάλλει με αγάπη (και εκπλήξεις στην ενορχήστρωση) ακόμα και τις δυο - τρεις αδύναμες στιγμές, αλλά περιέχει κυρίως διαμαντάκια, σερβιρισμένα με ιδανική ισορροπία folk μελαγχολίας και soul ζεστασιάς (εδώ χτυπάει καμπανάκι Lambchop), που φτιάχνουν αυτά τα άλμπουμ ανεπιτήδευτης απλότητας και γλυκόπικρης μαγείας που δεν θα αλλάξουν τη ζωή σου, αλλά θα συντροφεύσουν πολλά ήρεμα κυριακάτικα πρωινά αλλά και τα (πιο δύσκολα) ήσυχα βράδια

Top