La Roux - Supervision

Έχει δίκιο η Elly Jackson να επιμένει να αποδείξει, εδώ και πάνω από μια δεκαετία, ότι έχει ένα σημαντικό synthpop αποτύπωμα να αφήσει;

Label
Supercolour
Κυκλοφορία
2020
Βαθμολογία
5/10
Ανδρέας Κύρκος
Ανδρέας Κύρκος

Το παλεύει πολύ η Elly Jackson τα τελευταία 11 χρόνια να γίνει υπολογίσιμη δύναμη στον χώρο της synthpop. Δεν το βάζει κάτω ακόμη και μετά τον καλλιτεχνικό χωρισμό της με τον παραγωγό Ben Langmaid, με τον οποίο ξεκίνησε σαν ντουέτο. Για κάποιο λόγο, θεωρεί ότι το brand name La Roux έχει ένα σημαντικό αποτύπωμα να αφήσει. Αν έχει δίκιο να επιμένει, δεν έχει φανεί στο Supervision.

Η επιτυχία που σημείωσε η Elly με τραγούδια όπως το "In for the Kill" και το "Bulletproof" στο ξεκίνημά της, δημιούργησαν προσδοκίες για να μια φρέσκια φωνή, η οποία θέλει τον «συνθετικό» ήχο της χαρούμενο και εξωστρεφή. Η ίδια απέδειξε από νωρίς ότι ξέρει πώς να γράφει μουσική γεμάτη μνήμες από την αθώα εποχή (του '60 ή του '80, αναλόγως ποια εποχή θεωρεί ο καθένας μας πιο αθώα), όταν οι άνθρωποι άρχιζαν να ανακαλύπτουν τις χαρές των πρωτόλειων ηλεκτρονικών οργάνων και να πειραματίζονται με τα πλήκτρα.

Η Elly Jackson σήμερα, γνωρίζει ότι οι αγνές new wave ευαισθησίες που βασίζονται στους χορευτικούς ρυθμούς των synths, θα έχουν πάντα την ικανότητα να ζεσταίνουν την καρδιά οποιουδήποτε ακροατή. Ποντάρει λοιπόν στα σίγουρα και καλά κάνει. Ωστόσο, πουθενά μέσα στον τρίτο δίσκο της δεν εντοπίζω μια αληθινή σπίθα έμπνευσης. Πουθενά δεν υπάρχει μια συναισθηματική φόρτιση ή ένα ξέφρενο πάθος για ρυθμό. Τίποτα σέξι και τίποτα θελκτικό. Τα τραγούδια της έχουν γραφτεί με άξονα την ευδαιμονία της πληκτροφόρας, ανέμελης pop και την ευρωπαϊκή synthpop μυθολογία.
 
Όλη αυτή η αισιόδοξη και ψυχαγωγική διάθεση ξέρει προς τα που να πάει και που ακριβώς να απευθυνθεί, με αποτέλεσμα να αιωρείται αμήχανα στο κενό και να εξατμίζεται. Ούτε το εφηβικό ακροατήριο της κουλτούρας του smartphone δεν θα τσιμπήσει με αυτό το αναχρονιστικό groove, ούτε τα ωριμότερα ακροατήρια θα βρουν ιδέες και ρεφρέν να ακουμπήσουν. Ίσως κάποιες στιγμές που πατάνε στην funky disco του '70, όπως το "Do You Feel" ή το "Otherside" να διασώζουν την τελική ηχητική εικόνα του δίσκου. Όμως η ατμόσφαιρα, παραμένει βαρετά καθαρή και υπερβολικά ιονισμένη για να είναι άξια λόγου.

Η θετικότητα και η καλή διάθεση δεν αρκούν. Συγγνώμη.  

Top
0
Shares