Είναι κάτι μουσικοί, όπως ο Fenriz εν τη προκειμένη, που με το πέρασμα του χρόνου έχουν μεταλλαχθεί από μη ανθρώπινες φιγούρες-φορείς του αλλόκοσμου σε φιλικούς συνοδοιπόρους, τους οποίους, αν τους πετύχεις στον δρόμο, πιθανώς θα τους χτυπήσεις στον ώμο.

Συνήθως μια τέτοια γείωση δεν κάνει καλό στη διατήρηση της «μαγείας», ειδικά σε ένα είδος όπως το black metal, που βασίζεται στην αποφλοίωση του μουσικού από το ανθρώπινο στοιχείο. Κι ενώ πράγματι η εικόνα των Darkthrone από το 2000 εντεύθεν δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με αυτή που είχαμε για το μεγαθήριο των early-mid 1990s, η μπάντα αποτελεί πλέον μια άκρως συμπαθητική οντότητα, κυρίως λόγω της ανάδειξης του Fenriz ως μορφής οικειοποιήσιμης από το κοινό: έναν φαινομενικά ακομπλεξάριστο μεταλλά, προσεγγίσιμο, με τον οποίον στην τελική θα έπινες μπύρες καθώς θα σου εξιστορούσε ιστορίες με το τσουβάλι.

Τη μετάλλαξη αυτή ακολουθεί και η μουσική τους συγκροτήματος, η οποία έχει σαφώς γειωθεί σε σχέση με τα φασματικά μονοπάτια των 1990s. Οι heavy ραχοκοκαλιές και η άντληση επιρροών από το σκουριασμένο ατσάλι αλλά και το punk των 1980s, έχουν πάρει τη σκυτάλη. Κάθε νέο δισκογραφικό βήμα των Darkthrone μπορεί λοιπόν να μην είναι ρηξικέλευθο (και ούτε τρέφουν πολλοί τέτοιες ελπίδες, πλέον), είναι όμως σίγουρα απολαυστική συντροφιά, δημιουργημένη από άτομα που τα νιώθεις κοντά σου. Έτσι και με το Arctic Thunder, 17ο κατά σειρά άλμπουμ των Νορβηγών, το οποίο συν τοις άλλοις μας ψάρωσε ελαφρώς με τη λιτή φωτογραφική του υπόσταση (από το Ravishing Grimness του 1999 είχαμε να δούμε κάτι ανάλογης αισθητικής), αλλά και με την πλήρη ανάληψη των φωνητικών υποχρεώσεων από τον Nocturno Culto.

Αν στους προηγούμενους δίσκους κυριαρχούσε το δίπτυχο «επικό metal - μπαρουτοκαπνισμένο punk/thrash», το Arctic Thunder δηλώνει την απεριόριστη λατρεία των Darkthrone για τους Celtic Frost, κάτι που βέβαια δεν ήταν κρυφό, από τις εποχές ακόμη του A Blaze In The Northern Sky (1992). Κι αυτή η λατρεία εκφράζεται με άξεστα, κυρίως mid-tempo, riffs, ανασυρμένα από τα παγετωνικά sessions των Morbid Tales (1984) και To Megatherion (1985). Μάλιστα, η εκπεμπόμενη στιβαρότητα, η σχεδόν αγροτική τραχύτητα, θα θυμίσουν σε πολλούς τα μεσαία κομμάτια των πλευρών του Panzerfaust (1995), ειδικά στην αναπάντεχη μονολιθικότητα του “Burial Bliss”.

Μπάσο και τύμπανα στοιβάζονται λοιπόν σε λασπερές θίνες, καταλήγοντας σε ηχοτοπία βρόμικων χιονοστιβάδων. Όσο για τη φωνή του Nocturno Culto, κρατάει το γρέζι χωρίς να ξεφεύγει σε καθαρά μαυρομεταλλικές κραυγές, πλέοντας –όπως και ολόκληρος ο δίσκος– μέσα σε έναν βάλτο. Συνθετικά, οι Νορβηγοί ευτυχώς δεν πέφτουν στην παγίδα της εύκολης λύσης του ακατάληπτου wall of noise (στο οποίο κάλλιστα θα κατέφευγε μεγάλη μερίδα της σύγχρονης σκηνής, αν καταπιανόταν με αυτόν τον ήχο), αλλά προσφέρουν κάποια εξαιρετικά αξιομνημόνευτα leads, τα οποία διαρρηγνύουν σε σημεία τα τείχη μονολιθικότητας που υψώνει το άλμπουμ.

Με το Arctic Thunder οι Darkthrone συνεχίζουν ακάθεκτοι να γράφουν μουσική πρωτίστως για την πάρτη τους, με βασική συνέπεια την αγόγγυστη και ανεπιτήδευτη φύση του υλικού. Μακριά από οποιαδήποτε ανάγκη για καινοτομία, παίζουν κάτι που λατρεύουν, και το κάνουν πολύ καλά. Όσο για τους νοσταλγούς της κλασικής περιόδου της μπάντας, ο νέος αυτός δίσκος είναι μάλλον ό,τι κοντινότερο θα ακούσουμε πλέον από το συγκρότημα όσον αφορά τον συγκεκριμένο ήχο, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι εντός του υπάρχει black metal –παρά μόνο ατόφιο το πνεύμα εκείνης της πώρωσης που αναβλύζει από το πρώτο μαυρομεταλλικό κύμα.

{youtube}Lwz7gucE7x0{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured