Frank Ocean - Blond

Μινιμαλιστικές trip hop πινελιές, παράξενα φωνητικά εφέ και ηλεκτρονικοί ήχοι ντύνουν το νεφελώδες όραμα του περιπετειώδους soulman, που μας καλεί να συντονιστούμε με το ζαλισμένο σύμπαν του...

Label
Boys Don't Cry
Κυκλοφορία
8/2016
Βαθμολογία
7
Ανδρέας Κύρκος
Ανδρέας Κύρκος

Το μοναδικό τραγούδι αυτού του δίσκου που θα μπορούσε να βρει θέση στο προηγούμενο άλμπουμ του Frank Ocean, Channel Orange (2012), είναι το "Pink + White". Πραγματικά, η τρυφερή, soulful και ολίγον jazzy ενορχήστρωση, σε συνδυασμό με το προσεγμένο R'n'B crooning του 29χρονου Καλιφορνέζου, είναι ό,τι ακριβώς θα περίμεναν οι ορδές των fans που συγκέντρωσε εκείνο το crossover, διαφυλετικό δράμα σε χρώμα «Πορτοκαλί». Σειρά έχει λοιπόν το «Ξανθό» για την ανελισσόμενη δισκογραφία του super star, το οποίο όμως –στο σύνολό του– είναι πολύ απόμακρο και απαιτητικό σε σχέση με το "Pink + White". Πρόκειται όμως για μια περίπτωση δίσκου, όπου έννοιες όπως «απρόσιτο» και «δύσκολο» εκφέρονται ως κομπλιμέντο.

Από το εναρκτήριο "Nikes", το οποίο κορυφώνει σε ένα φρικαρισμένο φαλσέτο, μέχρι το υπνωτικό "Solo", που αφού σε μαγνητίσει σε αφήνει μόνο να αντιμετωπίσεις το παραληρηματικό a cappella, ο meta-soulman Ocean αποδεικνύεται ένας από τους πιο τολμηρούς και περιπετειώδεις εκφραστές του είδους του. Όσο δηλαδή ο καλομαθημένος ακροατής προσδοκά ένα εύπεπτο και κατανοητό ρεφρέν για να πιαστεί (σαν χερούλι σε λεωφορείο που ελίσσεται απότομα), τόσο αυτή η ελπίδα εξατμίζεται. Τα τραγούδια του Blond παρατάσσονται σαν μια σειρά από γρίφους: σαν αυθαίρετες αποκλίσεις απ’ τον ρυθμό και σαν παιχνιδιάρικα κλεισίματα του ματιού προς πάσα κατεύθυνση.

Το άλμπουμ στοχεύει σε ένα υπόγειο μούδιασμα· όχι για να ρίξει σε κατατονία τη διάθεση του ορεξάτου ακροατή, μα για να πετύχει μια συνολική «ζαλάδα» σαν αίσθηση. Η απόλαυσή του μεγιστοποιείται, λοιπόν, όταν συντονιστείς με το ζαλισμένο σύμπαν του, το οποίο μπορεί να μοιάζει πλαδαρό, αλλά αυτό έρχεται ως αποτέλεσμα καλής κατασκευής και όχι δυστοκίας στο στούντιο. 

Μινιμαλιστικές trip hop πινελιές, παράξενα φωνητικά εφέ και ηλεκτρονικοί ήχοι ντύνουν το νεφελώδες όραμα του περιπετειώδους soulman, του οποίου το μεγαλύτερο προτέρημα είναι η άρνησή του να χωρέσει σε απλές περιγραφές. Υπάρχουν στιγμές που ο Frank Ocean ολισθαίνει σε avant-garde πειράματα και μηχανισμούς πρόκλησης, από τους οποίους μόνο ένας αληθινά παρανοϊκός όπως ο Kanye West μπορεί να τη βγάλει καθαρή («If you need dick, I got you»). Στιγμές, επίσης, στις οποίος μιλάει για τις (αυτο)καταστροφικές συνέπειες του ευκαιριακού σεξ με τρόπο που μόνο ένας αληθινά διεστραμμένος όπως ο Weeknd μπορεί να τη βγάλει καθαρή. Υπάρχουν ακόμα και στιγμές όπου μπολιάζει τα τραγούδια με κάπως αταίριαστα σχόλια από την άσχημη πλευρά της πρόσφατης αμερικάνικης ιστορίας (ο τυφώνας Κατρίνα και η αστυνομική βία) –εκεί τα πάει μια χαρά.

Συνολικά, ο Ocean εντυπωσιάζει με την ευρύτητα του πνεύματός του, που του επιτρέπει να κινείται από το κυνικό ρομάντσο του "Nights" («I broke your heart last week, you'll probably feel better by the weekend») σε trippy αφηγήσεις (κυρίως στο “Godspeed”), καταλήγοντας σε φιλοσοφημένες ανησυχίες ποτισμένες από LSDdreaming a thought that could dream about a thought that could think of the dreamer that thought») στο "Seigfried".

Δυστυχώς κάποια προβλήματα είναι υπέρ το δέον ορατά, ώστε στοιχίζουν στον δίσκο τον τίτλο του instant classic, τον οποίον το Channel Orange είχε κερδίσει αβίαστα, μετά βαΐων και κλάδων μάλιστα. Τα μπόλικα ιντερλούδια λ.χ., είναι ασύνδετα: κάνουν το σύνολο να δείχνει λιγότερο συμπαγές. Οι μητρικές επίσης συμβουλές για τη μη χρήση ναρκωτικών (όπως στο "Be Yourself") δεν πετυχαίνουν την αυτοαναφορική ειρωνεία στον πνιγμένο στις ουσίες εγκέφαλο του Ocean, ενώ το "Facebook Story" προσπαθεί να κάνει ένα άστοχο σχόλιο για τα social media (στο αφηγηματικό στυλ του Giorgio Moroder, στην εισαγωγή εκείνου του τραγουδιού των Daft Punk).

Αυτό που απομένει, όμως, είναι μια δουλειά που δεν θα μπορούσε να ανήκει σε κανέναν άλλο μουσικό. Ο Frank Ocean είναι από τους λίγους ικανούς να φτιάξουν προσωπικό συμπάν χωρίς να συμβουλεύεται την τρέχουσα επικαιρότητα για να δει προς τα πού θα κινηθεί. Η δουλεμένη electro soul αισθητική, η δύναμη των φωνητικών, η folk εκφραστικότητα (με βάση το πνιγηρό αίσθημα της μοναξιάς) και ο φόρος τιμής στους εμπνευστές Kendrick Lamar και David Bowie, είναι τελικά τα στοιχεία που εναρμονίζουν το χάος και  κερδίζουν το στοίχημα.

Δείτε το βιντεοκλίπ για το "Nikes" με ένα κλικ εδώ

 

Top
0
Shares
0
Shares