Το 2012 οι Gojira κυκλοφόρησαν το L' Enfant Sauvage, τη δισκάρα που τους έβγαλε από τη μικρή γειτονιά και τους έφερε στο επίκεντρο της προσοχής και των εξελίξεων του ευρύτερου μεταλλικού χώρου. Έκτοτε πολλά συνέβησαν στο στρατόπεδο των τεσσάρων Γάλλων: μετακόμισαν στη Νέα Υόρκη, έχτισαν εκεί το δικό τους στούντιο, τα δύο αδέρφια Duplantier έγιναν μπαμπάδες, αλλά έμειναν και ορφανά από μητέρα.

Όλες αυτές οι αλλαγές, που θα επηρέαζαν τον ψυχισμό οποιουδήποτε ανθρώπου, έφεραν στο νέο, 6ο στουντιακό πόνημα μια διαφοροποίηση σε σχέση με όσα η μπάντα είχε καταθέσει προηγουμένως. Μια διαφοροποίηση που δεν είναι τόσο έντονη μεν, αλλά σίγουρα γίνεται αισθητή. Και έχει μάλιστα τέτοια βαρύτητα για τα μέλη των Gojira, ώστε θέλουν εξ αρχής να μάς ξεκαθαρίσουν ότι πρέπει να τη συνηθίσουμε: ξεκινούν άλλωστε τον δίσκο με το “The Shooting Star”, ένα κομμάτι με καθαρά, και όχι brutal, φωνητικά.

Κι αν η «βοθρίλα» βρίσκει θέση στα επόμενα τραγούδια, είναι σαφές από άλλα στοιχεία ότι το γκρουπ έχει περάσει πλέον σε διαφορετική φάση: οι στίχοι δεν εστιάζουν μόνο σε ζητήματα πολιτικής και οικολογίας, μα τραγουδάνε και τα σκοτάδια της ψυχής, ενώ η μουσική δείχνει μια κάποια αυτοσυγκράτηση στην πυκνότητα εκτόξευσης των ριφ· το μαχαίρι επίσης με το οποίο κόβει και αναδιατάσσει τον χρόνο, μοιάζει να έχει κάπως στομώσει από τη χρήση.

Η Κόλαση, βέβαια, όσο κι αν «σουλουπωθεί», δεν πρόκειται ποτέ να γίνει παιδική χαρά. Έτσι και η μουσική των Gojira δεν μένει ούτε αυτή τη φορά μακριά από χαρακτηρισμούς όπως «μανιασμένη» και «καταχθόνια». Μπορεί οι thrash, death και progressive αναλογίες να εμφανίζονται μειωμένες στο τελικό μείγμα, όμως πηγή παραμένει η μεταλλική μήτρα. Και είναι και πάλι εκείνη που γεννά τραγούδια-δυναμίτες όπως το single “Silvera”, το “The Cell”, το “Stranded” και το ομώνυμο του δίσκου.

Παρότι το Magma μοιάζει να υπολείπεται κατά τι του προκατόχου του (από άποψη συνολικού εκτοπίσματος τουλάχιστον), αποτελεί μία ακόμα πολύ αξιόλογη προσθήκη στη δισκογραφία της τετράδας. Αν σκεφτεί κανείς, μάλιστα, ότι πρόκειται για την πιο μαζεμένη σε χρονική κλίμακα δουλειά τους, είναι αξιοθαύμαστο το πόσες αξιομνημόνευτες στιγμές χώρεσαν εντός της. Κι αν σε ελάχιστες περιπτώσεις νιώθεις ότι οι Γάλλοι παραδίνονται στο τρέχον και στο χιλιοειπωμένο (όπως όταν τραγουδούν «when you change yourself, you change the world»), υπάρχουν πολλαπλάσιες στιγμές όπου σε ανταμείβουν με την επιβλητικότητα ή και την υποβλητικότητά τους. Εντοπίστε, για του λόγου το αληθές, τα σημεία και τους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούν χορωδιακά φωνητικά.

Είναι προφανές ότι, δημιουργώντας το Magma, οι Gojira βρέθηκαν στο σημείο από το οποίο πέρασαν κι άλλοι κάποτε: οι Mastodon πρόσφατα, οι Metallica παλαιότερα, οι Dream Theater κάπου ενδιάμεσα. Είτε το πούμε ωριμότητα, είτε επανεξέταση της πορείας και των προοπτικών, έρχεται κάποτε η στιγμή που κάθε σοβαρή καλλιτεχνική οντότητα θέλει να πάει κάπου αλλού. Και αυτό το «αλλού», για εκείνους που κινούνται στα όρια του ήχου, είναι σχεδόν πάντα υποχρεωτικό να βρίσκεται προς το «κέντρο»· προς κάτι που είναι, επομένως, πιο προσιτό –αν βέβαια επιθυμούν να παραμείνουν στην επικράτεια της τραγουδιστικής φόρμας. Η Ιστορία διδάσκει ότι έπεται η εκτόξευση κατηγοριών για «προδοσία», όπως όμως και μια καλή πιθανότητα διεύρυνσης του ακροατηρίου.

Οι εποχές ασφαλώς έχουν αλλάξει, το ίδιο και οι άνθρωποι. Και κάθε πρόβλεψη με βάση τη θεώρηση περί επανάληψης της Ιστορίας δεν έχει απαραίτητα πολλές πιθανότητες επιβεβαίωσης. Περισσότερο, νομίζω, πρέπει να μας απασχολεί –σε ό,τι αφορά το μέλλον– το κλείσιμο του Magma: μια ακουστική κιθάρα η οποία περιπλανιέται με αβεβαιότητα κι ένας επίμονος, απλός ρυθμός. Τίτλος του κομματιού: “The Liberation”.

Αυτό, άραγε, τα εξηγεί όλα;

{youtube}iVvXB-Vwnco{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured