The Avalanches - Wildflower

Label
XL Recordings
Κυκλοφορία
7/2016
Βαθμολογία
8
Άρης Καζακόπουλος
Άρης Καζακόπουλος

Πέρασαν 16 ολόκληρα χρόνια από τότε που οι Avalanches κυκλοφόρησαν το εντυπωσιακό ντεμπούτο τους, ένα ευφυέστατο sample-based άλμπουμ που δικαίως έχει μείνει στην ιστορία ως ένα από τα καλύτερα της κατηγορίας του. Έκτοτε πολλά έχουν συμβεί: ο Kanye West έδωσε νέα διάσταση στο sampling μέσα από τις παραγωγές του, το mainstream κατακλύστηκε από καλλιτέχνες που ακολουθούν τέτοιες πρακτικές, ενώ (για να έρθουμε στα εγχώρια δρώμενα) μουσικόφιλα ραδιόφωνα και περπατημένοι DJs άρχισαν να προωθούν μέτρια sample-based μουσική και προχειροφτιαγμένα remixes από κομμάτια περασμένων δεκαετιών, ντυμένα με πρωτόλεια μπιτάκια και δευτεροκλασάτες παραγωγές.

Το τοπίο που έχει διαμορφωθεί, ιδιαίτερα στη χώρα μας, δεν θα μπορούσε να καθιστά την επιστροφή του αυστραλέζικου τρίο πιο καίρια. Και ακούγοντας τον δίσκο, η πεποίθηση αυτή μοιραία φουντώνει ακόμα περισσότερο, αφού το πολυαναμενόμενο δεύτερο άλμπουμ των Avalanches αποτελεί ένα ακόμη μικρό θαύμα εύστοχου, πολυσυλλεκτικού sampling.

Πρόκειται για project κολοσσιαίων διαστάσεων με δεκάδες συντελεστές, εξονυχιστική δουλειά στην παραγωγή και αδιευκρίνιστα μεγάλο αριθμό samples (ίσως και περισσότερα από τα 3.500 του Since I Left You, σύμφωνα με τον Robbie Chater). Αντλεί υλικό κυρίως από τη δεξαμενή της soul, του rhythm and blues και της ψυχεδέλειας των 1960s, αλλά ενσωματώνει και μοντέρνες hip hop πινελιές, γεγονός που το διαφοροποιεί από το κλασικό εκείνο ντεμπούτο. Βασίζεται στα samples, όμως εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό και ηχογραφημένα φωνητικά και οργανικά μέρη, προσφορά των ποικίλων «ηχηρών» καλεσμένων (Ariel Pink, Father John Misty, Toro Y Moi μεταξύ άλλων).

Ευτυχώς, το Wildflower ποντάρει στην ευφάνταστη, αποσπασματική παράθεση vintage μελωδιών και δεν αρκείται σε μια ασφαλή πλην στείρα στιλιστική αναμόρφωση του αναβιωμένου ήχου. Τολμάει να συνδυάσει τα ασυνδύαστα, επενδύει στο αναπάντεχο και εγκωμιάζει το απρόβλεπτο.

Η ετερόκλητη αυτή φύση του αντικατοπτρίζεται κατ' εξοχήν στο πρώτο single "Frankie Sinatra": ένα κομμάτι που πατάει με το ένα πόδι στα blues και με το άλλο στο rap, έχει ως featured artist κατευθείαν από τα καταγώγια του εναλλακτικού hip hop τον Danny Brown και καταλήγει λίγο πριν το τέλος –ποιος θα το περίμενε;– σε απόσπασμα από τη Μελωδία της Ευτυχίας.

Ανάλογα πράγματα συμβαίνουν και στα "Because I'm Me", "The Noisy Eater", "Subways" και "Colours", όλα τους υπέροχα δείγματα γραφής. Η καταπληκτική διαδοχή των tracks κάπου κάνει κοιλιά βέβαια στο δεύτερο μισό, γεγονός που συγκρατεί κάπως τον δίσκο από την απόλυτη απογείωση.

Στο σύνολό του, πάντως, το Wildflower φαντάζει σαν μία απέραντη όαση ευφορίας. Μια 60λεπτη ωδή στα πανανθρώπινα μουσικά ένστικτα, ένα πάντρεμα του χθες και του σήμερα της μελωδικής χορευτικής μουσικής. Της χορευτικής μουσικής εκείνης, όμως, που, εκτός από ρυθμό, διαθέτει και συναισθηματική ευφυΐα. Είναι ένας δεύτερος δίσκος πιστός στο όραμα που γέννησε το Since I Left You. Υποδεέστερος σε επίπεδο εφευρετικότητας, αλλά σχεδόν εφάμιλλος με όρους απόλαυσης.

 

Top