Αν παροικείτε στο indie, (θέλω να πιστεύω ότι) δεν υπάρχει περίπτωση να μη γνωρίζετε το όνομα του Αμερικανού δεξιοτέχνη, αφού το τζαζ καταβολών σαξόφωνό του έχει κατά καιρούς κοσμήσει συζητημένους δίσκους, σαν το Neon Bible των Arcade Fire (2007), το Dear Science των TV On The Radio (2008) ή το Bon Iver, Bon Iver του/των Bon Iver (2011). Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν είναι μόνο το indie: ο Stetson είναι περιζήτητος session μουσικός και τις υπηρεσίες του έχει ζητήσει κατά καιρούς ένα μεγάλο φάσμα ποπ/ροκ καλλιτεχνών, από τον Tom Waits, ως τη Sinéad O' Connor και τον David Gilmour.

Μια αναγνωρισιμότητα τέτοιας εμβέλειας δεν βάζει μόνο το ψωμί στο τραπέζι, αλλά αποτελεί και βάθρο για να κάνεις μερικά δικά σου πράγματα (αισίως, ο Stetson φτάνει τώρα στο 10ο προσωπικό άλμπουμ), ελπίζοντας πως ένα τμήμα τουλάχιστον του σχετικού κοινού θα πειστεί να ακούσει και κάτι άλλο. Αυτό το κάτι άλλο στην περίπτωσή μας, είναι η 3η Συμφωνία του Πολωνού συνθέτη Henryk Górecki (1933-2010), του πιο επιτυχημένου δηλαδή κλασικού καλλιτέχνη στα χρόνια που οι της ποπ/ροκ κουλτούρας οριοθετούμε ως «μετά το πανκ».

H επιλογή του Stetson είναι κάτι περισσότερο από αιρετική και μοιάζει με συνειδητή προβοκάτσια, αφού, αν θέλετε να κάνετε κάποιον ξιπασμένο με τη λόγια μουσική να αναπηδήσει στο κάθισμά του και να φάει τα λυσσακά του, δεν έχετε παρά να του ψιθυρίσετε στ' αυτί «Γκορέκι, νούμερο 3». Η πλειονότητα των (Δυτικών) κλασικών κριτικών ποτέ δεν έπαψε να αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο έργο κραδαίνοντας τα φτυάρια της και τα 1.000.000+ αντίτυπα που έχει πουλήσει η εκτέλεση της London Sinfonietta (διεύθυνση David Zinman) με σολίστ τη Dawn Upshaw δεν τους πτοεί: ίσα-ίσα, χρησιμοποιείται ως τεκμήριο μιας χαζής μαζικότητας, ως απόδειξη ότι το έργο είναι κομμένο και ραμμένο να συγκινεί ανθρώπους που νομίζουν ότι κλασική μουσική είναι αυτό με τα έγχορδα που βάζουν να παίζει χαμηλά σε dinner party καλλιεργημένων 30άρηδων στο Γουίμπλετον, στα Χάμπτονς, στο Παλαιό Φάληρο.

Με τον παρόντα λοιπόν δίσκο, ο Stetson παίρνει μια σαφή δημόσια θέση υπέρ του έργου και επιχειρεί να βρει αρμούς σύνδεσης με τον δικό του κόσμο. Στην προσπάθειά του αυτή κάνει πολλά μόνος του (παραγωγή, ενορχηστρώσεις, παίζει αρκετά από τα πνευστά που ακούμε), συνταγή που πολλούς έχει πλανήσει. Κάπου δηλαδή ανάμεσα στα κελεύσματα της DIY φιλοσοφίας και στην ανάγκη των μικρής εμβέλειας καλλιτεχνών για οικονομικές ηχογραφήσεις, υπάρχει κι ένα σύνδρομο του Σούπερμαν, που καταλήγει να θυμίζει το μικρό παιδί που είδε την ταινία, αγόρασε τη μπέρτα και νομίζει κι αυτό ότι ναι, θα πετάξει.

Και ο Stetson ακόμα, όμως, δεν τα κάνει όλα όσο καλά μπορούσαν να γίνουν: η δουλειά του στις ενορχηστρώσεις είναι ας πούμε εξαιρετική, καθώς διατηρεί στο ακέραιο την αρχική παρτιτούρα και παίζει γύρω-γύρω της, χτίζοντας ευφάνταστες, συναισθηματικά φορτισμένες προεκτάσεις πάνω σε ήδη υπάρχοντα σημεία του πρωτότυπου· από την άλλη, δεν πείστηκα ότι το Sorrow δεν θα κέρδιζε περισσότερα με κάποιον τρίτο πίσω από την κονσόλα ή ότι δεν υπήρχαν και πιο συναρπαστικές σοπράνο εκεί έξω για το μέρος του γυναικείου θρήνου από την αδερφή του, Megan. 

Σημαντικότερο βέβαια είναι ότι ο Stetson πετυχαίνει γενικά ό,τι οραματίστηκε, κάτι φανερό ήδη από το ξεκίνημα του δίσκου, όταν τον ακούς σε αυτά τα μακριά φυσήματα στο σαξόφωνο. Ορισμένοι συνοδοιπόροι, επίσης, συμβάλλουν κομβικά στο ευτυχές του αποτελέσματος, όπως λ.χ. η βιολίστρια των Arcade Fire, Sarah Neufeld ή ο ντράμερ των Liturgy, Greg Fox. Προσοχή όμως, δεν είναι μόνο θέμα αρτιπαιξίας, δεν μιλάμε μόνο για τα «κατασκευαστικά» του δίσκου. Είναι κυρίως ζήτημα πνοής, όσο και ματιάς: μιας φιλόδοξης σύγκλισης μεταξύ των πιο avant-garde αναζητήσεων του ίδιου του Stetson και της απλότητας που κατοικεί στην καρδιά της 3ης Συμφωνίας του Górecki (και τόσο έχει ενοχλήσει τους επικριτές, μαζί με την επιτυχία της).

Ως αποτέλεσμα, μένουμε με μουσική υψηλής στάθμης (το Sorrow μπαίνει εύκολα στη λίστα με τα υποψήφια καλύτερα άλμπουμ του 2016), ικανής να σε παρασύρει για ώρες πολλές στα τρίσβαθά της, η οποία και προσωπικό στοιχείο διαθέτει, μα και στο ποπ/ροκ ακροατήριο μπορεί να αρέσει. Έχει ας πούμε ενδιαφέρον που ο Jayson Greene του Pitchfork βρήκε διασυνδέσεις με τις αναζητήσεις λαμπρών σχημάτων σαν τους Explosions In The Sky ή τους Godspeed You! Black Emperor, αν και προσωπικά νομίζω πως συνέβη το αντίθετο, πως εκείνος δηλαδή προσέγγισε τον κατά Stetson Górecki μέσω της post-rock εμπειρίας του.

Κατά τη γνώμη μου, ο Stetson δεν διαθέτει ιδιαίτερες βάσεις στο εδώ και πολλά χρόνια κλειστό και αυτοτροφοδοτούμενο post-rock κύκλωμα. Άντλησε αντιθέτως από ένα διαφορετικό και πιο επίκαιρο κομμάτι της ποπ κουλτούρας των ημερών μας, το οποίο αρέσκεται να ζει επικίνδυνα στα «σύνορα» της ηλεκτρονικής και της black metal έκφρασης (βλέπε χαρακτηριστικότατα το φινάλε του "Sorrow: I - Lento - Sostenuto Tranquillo Ma Cantabile"), μοιραζόμενο έτσι τις βαθύτερες αβανγκαρδίστικες ανησυχίες του Αμερικανού σαξοφωνίστα.  

{youtube}HkkQlupXb4o{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured