Άλμπουμ συνεργασίας δύο εκλεκτών καλλιτεχνών, οι οποίοι μπορεί να εδρεύουν σε διαφορετικούς μουσικούς κόσμους, αλλά εδώ και χρόνια επισκέπτονται συχνά ο ένας την έδρα του άλλου.

Φυσικά, στον Molvaer ειδικεύεται ο Βαγγέλης Πούλιος, ο οποίος θα σας πει περισσότερα για τον Νορβηγό τρομπετίστα αφού παρακολουθήσει την πολυαναμενόμενη εμφάνισή τους στο Gagarin (όχι πια, βλέπε επίλογο), οπότε εγώ λίγα θα προσθέσω. Το μοναδικό του άλμπουμ που βρήκα στη δισκοθήκη μου είναι κι η πιο διάσημη κυκλοφορία του, λέγεται Khmer. Δεν το θυμόμουν αρχικά, αλλά μάλλον το απόκτησα όταν είχε κυκλοφορήσει (αρχές 1998), μιας και τότε περνούσα κι εγώ με τη σειρά μου μια ECM εμμονή, η οποία με είχε οδηγήσει στην απόκτηση ενός σωρού δίσκων της εταιρείας –αρκετοί αμφιβόλου ποιότητας– αφού είχα βρει ένα κρυμμένο και μικρό δισκάδικο στη βόρεια Αγγλία, το οποίο πουλούσε τα άπαντά της με αντίτιμο 5 λίρες.

Ψάχνοντας σήμερα περισσότερες πληροφορίες για το Khmer, κριτήριο απόκτησής του ήταν μάλλον ότι θεωρούταν ένας απ’ τους πιο ιδιαίτερους δίσκους που είχε κυκλοφορήσει μέχρι τότε η γερμανική ετικέτα, καθώς είναι τελείως «ξένος» με όσα έχουν φτιάξει το όνομά της όλα αυτά τα χρόνια. Το fusion μπαστάρδεμα μεταξύ ηλεκτρονικής μουσικής και πιο παραδοσιακών ειδών ήταν άλλωστε της μόδας εκείνη την περίοδο, γεγονός που δικαιολογεί γιατί το Khmer, πέρα από πρωτοποριακό, αποτέλεσε και την πιο επιτυχημένη εμπορικά δουλειά του Molvaer. Η αλήθεια είναι ότι ούτε τότε με ενθουσίασε, ούτε και τώρα που το ξανάκουσα μερικές φορές άλλαξα γνώμη. Απ’ την άλλη, η συλλογή του 2001 Recoloured, που περιέχει remixes σε διάφορες συνθέσεις του (από Deathprod, Cinematic Orchestra, Herbert κτλ.) και την οποία ακούω αυτές τις μέρες για πρώτη φορά, ακούγεται εξαιρετική μέχρι και σήμερα. Ή τουλάχιστον βρίσκεται πιο κοντά στα προσωπικά μου γούστα.

Ο von Oswald πάλι, πέρα από «ιερό τέρας» της ηλεκτρονικής μουσικής (Basic Channel, Rhythm & Sound, Maurizio, 3ΜΒ κτλ.), είχε και μια αρκετά παραγωγική χρονιά φέτος: δεν συνεργάστηκε μόνο με τον Molvaer, αλλά και με τον Juan Atkins, με τον οποίο κυκλοφόρησε το Borderlands σηκώνοντας ξανά –20 χρόνια μετά την τελευταία τους σύμπραξη– την techno γέφυρα που ενώνει το Ντιτρόιτ με το Βερολίνο. «Jazz is the Teacher» έλεγαν τότε, κι αυτή τη φορά ο Γερμανός καλλιτέχνης αφήνεται στα χέρια (ή καλύτερα στην τρομπέτα) ενός σύγχρονου τζαζίστα, η οποία μπορεί να ακούγεται επικίνδυνα αιθέρια, ευτυχώς όμως δεν σπρώχνει το 1/1 σε βαρετά μονοπάτια. Ίσα-ίσα, το οδηγεί σε μέρη απολύτως γνώριμα για τον von Oswald, ειδικότερα λαμβάνοντας υπ' όψιν τις μουσικές του καταθέσεις με το Moritz von Oswald Trio (η ζωντανή τους ηχογράφηση στη Νέα Υόρκη είναι η επόμενη απαραίτητη στάση, αν σου αρέσει το 1/1 και το Borderlands).

Βέβαια, πριν πούμε τα αναμενόμενα καλά λόγια που έχει προδώσει η βαθμολογία στη αρχή του κειμένου, ο δίσκος αργεί κάπως να αποκτήσει ενδιαφέρον. Με την εξαίρεση της έναρξης με το “Noise 1”, το “Step By Step” και το 15άλεπτο “Transition” που ακολουθεί είναι μάλλον «τεμπέλικες» συνθέσεις ή καλύτερα πολύ βατές για τα κυβικά κυρίως του von Oswald –με αποτέλεσμα και η τρομπέτα του Molvaer να φαντάζει στρογγυλεμένη και γεμάτη υπερβολικά εύκολες μελωδίες. Από εκείνο το σημείο όμως και με αφετηρία το “Development” οι δύο μουσικοί ξεκινούν μια απόλυτα καθηλωτική ανάπτυξη, μετακινώντας συνεχώς την προσοχή σου απ’ τους αυτοσχεδιασμούς του πνευστού στα χαρακτηριστικά ρυθμικά μέρη ενός εκ των σπουδαιότερων ηλεκτρονικών παραγωγών όλων των εποχών.

Το απόλυτο highlight του δίσκου είναι όμως το αμέσως επόμενο κομμάτι, το σωστά τιτλοφορημένο “Further”, στο οποίο καταφέρνουν με αξιοζήλευτο τρόπο να ενώσουν τα μουσικά τους υπόβαθρα. Είναι μια σχεδόν μαγική στιγμή, που δικαιολογεί από μόνη της και την επιλογή τους να ηχογραφήσουν/κυκλοφορήσουν τη συνεύρεσή τους στο στούντιο, αλλά και τον λόγο για να την ακούσουμε και οι υπόλοιποι. Δεν ξέρω αν ευθύνεται το “Further”, πάντως μετά τα 6 αυτά λεπτά το άλμπουμ μοιάζει να αλλάζει επίπεδο, το οποίο και δεν χάνει μέχρι και την τελευταία νότα του “Noise 2”, στο φινάλε.

Το 1/1 είναι λοιπόν έξοχος δίσκος, ταυτόχρονα οικείος και καθηλωτικός, που ικανοποιεί στο μεγαλύτερο μέρος του. Ο σκοπός του επιλόγου της συγκεκριμένης κριτικής στόχευε να τονίσει ότι η ζωντανή εμφάνιση των  Molvaer & von Oswald είναι απαραίτητη για όλους και κυρίως για όσους πιστεύουν ότι το Dark Side project του (κατά τα άλλα συμπαθή) Nicolas Jaar είναι απ' τους καλύτερους ηλεκτρονικούς δίσκους του 2013. Δυστυχώς, λίγο πριν μπει η τελευταία τελεία στο κείμενο, ανακοινώθηκε η ακύρωση της συναυλίας για «ανελαστικούς λογιστικούς λόγους, που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της τουρνέ των καλλιτεχνών». Ας είναι... Μας μένει ο δίσκος και μια αισιοδοξία απ’ τον τίτλο του, ότι η συγκεκριμένη συνεργασία θα συνεχιστεί.

 

 

{youtube}h8HHdXWDuno{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured