Δείχνει να το καθιερώνει πια ο David Sylvian το κόλπο αυτό: μετά από κάθε άλμπουμ του κυκλοφορεί έναν ακόμη δίσκο, που περιέχει remixes στα κομμάτια της κανονικής στούντιο δουλειάς μαζί με διάφορες άλλες σκόρπιες μουσικές δηλώσεις (το είχε κάνει με το Blemish, το είχε κάνει και με το άλμπουμ των Nine Horses). Για τη συγκεκριμένη κυκλοφορία, ο ίδιος διατείνεται πως, παρά το ότι φέρει τον υπότιτλο Manafon Variations, δεν αποτελεί κάτι που είχε σκοπό εξ’ αρχής να βγάλει, αλλά κάτι το οποίο προέκυψε στην πορεία, ενόσω δηλαδή ακόμη συναρμολογούσε το υλικό αυτού που αποτέλεσε τελικά τη σημαντική για πολλούς εργασία του Manafon, πριν από δύο χρόνια.

Το προαναφερθέν άλμπουμ –που όπως ίσως γνωρίζετε αποτέλεσε τον μεγάλο έρωτα του συνάδελφου Στυλιανού Τζιρίτα για τη χρονιά του 2009– προσωπικά το βρήκα πολύ κουραστικό, ένα ασταμάτητο μοιρολόι επάνω από αυτοσχεδιαστικούς ήχους οι οποίοι άλλοτε είχαν ενδιαφέρον κι άλλοτε σε άφηναν να πιστεύεις ότι προέρχονται από μία ομάδα φτασμένων μεν μουσικών, ειδικών δε στο να κάνουν θορύβους σαν να μην ξέρουν τι τους γίνεται… Ο δίσκος λοιπόν τραβάει και τραβάει, και ο Sylvian –αυτή η μαγευτική φωνή που ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στην εκφραστική ομορφιά και στην εκνευριστικά ωραιοπαθή μανιέρα– τραγουδάει λόγια καλοδιαλεγμένα και ποιητικά και μεταφορικά και βαθιά προσωπικά, τα οποία σε ρίχνουν σε μια βαλτώδη ψυχολογική κατάσταση, απ’ την οποία θέλεις μετά τρία δισκογραφικά Prozac ποπ προέλευσης για να σε φέρουν στα ίσια σου. Δεν μπόρεσα να ακούσω το Manafon περισσότερο από μία φορά, απέφυγα δε επιμελώς κάθε επόμενη για το καλό μου (το ακούω άλλη μία τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές μήπως είχα χάσει κάτι, όμως η ετυμηγορία είναι «τίποτα», οπότε όλα καλά, μπορούμε να προχωρήσουμε).

Τον David Sylvian όμως τον αγαπάω. Και πάντοτε παρακολουθώ κάθε του βήμα, όχι για να τον δω να σκοντάφτει και να πέφτει ώστε να γελάσω, παρά γιατί είναι οπωσδήποτε Καλλιτέχνης –με κεφαλαίο Κ– κι όταν είναι καλός, είναι απίστευτα καλός! Ένας ακόμη λόγος είναι επειδή αγοράζω οτιδήποτε βγαίνει από την ετικέτα του Samadhi Sound, τόσο λόγω του ότι οι δίσκοι της είναι (επί το πλείστον) πολύ αξιόλογοι απ’ οποιοδήποτε όνομα του δυναμικού της κι αν προέρχονται, όσο και γιατί την καλλιτεχνική διεύθυνσή της έχει ο Chris Bigg, δεξί χέρι του Vaughan Oliver, οπότε τα εξώφυλλα αξίζουν από μόνα τους την αγορά.

Είμαι λοιπόν στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι το Died In The Wool είναι πολύ καλύτερο από το Manafon επειδή είναι σαφώς περισσότερο προσιτό και κινείται σε ευρύτερα οργανικά πεδία. Μη φανταστείτε βέβαια ότι είναι όσο εύληπτο θα δικαιολογούσε όχι απλά το κοινό γούστο μα έστω ο παλιός πυρήνας των οπαδών του Sylvian –γιατί μην μου πείτε ότι δεν έχει αλλάξει η σύνθεση του ακροατηρίου του τα τελευταία χρόνια. Θα έπεφτα ψηλότερα από τα σύννεφα αν κάποιος με διαβεβαίωνε για το αντίθετο! Έχει επίσης αλλάξει σημαντικά η σύνθεση των συνεργατών του για το άλμπουμ αυτό και η διαφορετική προσέγγιση σε παλιό και νεότερο υλικό αντανακλά μια φρεσκάδα η οποία σπρώχνει με δύναμη και μακριά τον ανυπόφορο, μουχλιασμένο ακαδημαϊσμό του Manafon. Ξεκινώντας από τον Dan Fujikura, κλασικό Ιάπωνα συνθέτη που αναλαμβάνει να ενορχηστρώσει τα παλιότερα “Random Acts Of Endless Violence” και “Anomaly At Taw Head” εμφυσώντας τους ψυχή και χρώμα και φτάνοντας μέχρι τους ηλεκτρονικάριους Jan Berg και Erik Honore, οι οποίοι αναλαμβάνουν να στολίσουν με τα samples τους δύο καινούργια τραγούδια.

Οι άνθρωποι αυτοί, παρέα με τους κάθε άλλο παρά τυχάρπαστους υπόλοιπους συνεργάτες του Sylvian, μας καθησυχάζουν: όταν ο αρχιμαέστρος αποφασίζει να ξεφύγει λίγο από τις αυστηρές avant garde αρχές που ακολουθεί αυστηρά εσχάτως, μπορεί να ηχεί αποδεκτά οικείος και  μοναδικά εκφραστικός. Το ένα από τα κομμάτια αυτά, το “A Certain Slant Of Light (For M.K.)”, αποτελεί μάλιστα ένα από τα καλύτερα δείγματα μουσικής που έχει συνθέσει τελευταία. Και, όπως δηλώνει η αφιέρωση στην παρένθεση του τίτλου, είναι γραμμένο στη μνήμη του φίλου και συνοδοιπόρου του στους Japan –του υπέρ-ταλαντούχου μουσικού και καλλιτέχνη Mick Karn– ο οποίος χάθηκε πρόωρα πριν από μισό περίπου χρόνο. Τους στίχους μάλιστα των δύο συγκεκριμένων τραγουδιών δεν έχει γράψει ο ίδιος ο Sylvian: πρόκειται για μελοποίηση ποιημάτων της Emily Dickinson, στα πλαίσια ενός project που ανέλαβε προ καιρού. Και στο Manafon υπήρχε ένα κομμάτι με τίτλο το όνομα της Αμερικανίδας ποιήτριας του 18ου αιώνα, που κάνει και εδώ την εμφάνισή του σε διαφορετική μορφή.

Όλα κυλάνε έτσι πιο εύκολα στο Died In The Wool του David Sylvian, μα σαφώς όχι και τελείως γάργαρα. Υπάρχουν όμως εκπλήξεις, οι οποίες σε τραβούν να δώσεις ευκαιρίες στην πλοκή να ξετυλιχθεί έως το τέλος. Τότε είναι που σκάει και η καλύτερη ίσως στιγμή του δίσκου, το “The Last Days Of December” –ξανά μια συνεργασία με τον Dan Fujikura, όπου ο ρομαντισμός παίρνει το πάνω χέρι μαζί με τα γεμάτα σασπένς έγχορδα, που σε γυρίζουν με τον τρόπο τους σε παλιότερες εποχές. Όπως π.χ. εκείνες του Brilliant Trees ή του Secrets Of The Beehive, όταν η ηχητική πρωτοπορία έτρωγε τον Sylvian εσωτερικά μα την εξέφραζε με αυτοσυγκράτηση και με μέτρο. Έτσι και θα πρέπει να συνεχίσει, αν και απ’ ότι διαβλέπουμε δεν είναι αυτή η προτεραιότητά του. Μας το υπενθυμίζει η δεκαοκτάλεπτη (και βάλε) σύνθεση που περιέχεται στο δεύτερο CD της συσκευασίας με τίτλο “When We Return You Won’t Recognise Us”, γραμμένη και εκτελεσμένη κατά παραγγελία της Biennial Of Canaries του 2008-2009. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που κάνει κάτι ανάλογο ο Sylvian, πρόχειρα θυμόμαστε το Ember Glance  –soundtrack μιας κοινής με τον Russell Mills  δουλειάς/έκθεσης/installation που είχαν κάνει στην Ιαπωνία το 1990– όπως και το When Loud Weather Buffeted Naoshima, πάλι ένα καλλιτεχνικό installation στην Ιαπωνία το 2006-2007 (σόλο αυτή τη φορά).

Ακουστικοί και ηλεκτρονικοί ήχοι παίζουν πινγκ πονγκ στα ηχεία και δοκιμάζουν τις αντοχές και τις γνώσεις σου γύρω από τη musique concrete και την avant garde και τη φυσιολογία της εκνευριστικά επεξεργασμένης ηχητικής σκόνης του στούντιο. «Όταν επιστρέψουμε δεν θα μας αναγνωρίζεις» διατείνεται ο David Sylvian, αλλά το πάει μακριά το πράγμα: από μία άποψη, ούτε και τώρα σε αναγνωρίζουμε, όμως επειδή έχουμε ακόμη πίστη στο όραμά σου είμαστε εδώ με τα μάτια στραμμένα επάνω σου. Κι ακόμη κι αν κάνεις ελιγμούς αντιεμπορικούς και αντιφατικούς  και αντί- γενικώς, εμείς σε ακολουθούμε πιστά. Προχώρα ακάθεκτος…

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured